Η συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur (Βραζιλία- Αργεντινή- Ουρουγουάη- Παραγουάη) δεν είναι ένα ακόμη τεχνικό κείμενο εμπορικής διπλωματίας. Είναι μια πολιτική επιλογή με ξεκάθαρο αποτύπωμα: απειλεί ευθέως την επιβίωση των μικρών και μεσαίων παραγωγών της χώρας μας και ιδίως της Κρήτης, ενός τόπου που δεν παράγει “στατιστικές”, αλλά ελαιόλαδο, γραβιέρα, κρασί και ιστορία.
Στην πράξη, η Mercosur θεσμοθετεί το δόγμα “τεχνολογία έναντι τροφίμων”: η Ευρωπαϊκή Ένωση (κατά βάση Γερμανία, με ολίγη Γαλλία-Ιταλία) εξάγει αυτοκίνητα, μηχανήματα, κρασιά και ποτά στη Λατινική Αμερική και, σε αντάλλαγμα, ανοίγει διάπλατα την πόρτα για εισαγωγές αγροτικών προϊόντων με χαμηλούς ή και μηδενικούς δασμούς. Προϊόντα φθηνότερα, αμφίβολης ποιότητας, παραγόμενα με όρους που δεν έχουν καμία σχέση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Οι αγρότες σε όλη την Ευρώπη - από τη Γαλλία έως την Ελλάδα - αντιδρούν. Όχι ιδεολογικά, αλλά υπαρξιακά. Διότι γνωρίζουν ότι μια αγορά πλημμυρισμένη από φθηνό κρέας, σόγια, ζάχαρη, μέλι, λάδι και παράγωγα (όπως σογιέλαιο) από τη Λατινική Αμερική δεν αφήνει χώρο στον Ευρωπαίο παραγωγό, που πληρώνει πανάκριβα ενέργεια, εργατικά, πιστοποιήσεις, περιβαλλοντικούς κανόνες και φόρους.
Κρήτη: όχι φέτα, αλλά γραβιέρα - όχι ποσότητα, αλλά ποιότητα
Η συζήτηση στην Ελλάδα συχνά γίνεται με λάθος όρους. Δεν είμαστε μια χώρα μαζικής κτηνοτροφίας τύπου Βόρειας Ευρώπης. Στην Κρήτη, δεν έχουμε φέτα. Έχουμε γραβιέρα, σκληρό τυρί με ταυτότητα, κόστος και πολιτισμικό βάρος. Δεν έχουμε απλώς αγροτικά προϊόντα, έχουμε προϊόντα τόπου. Και πάνω απ’ όλα έχουμε ελαιόλαδο, το αγνό έξτρα παρθένο, το “χρυσάφι” της Κρήτης. Έχουμε όμως και μέλι - ποιοτικό, θυμαρίσιο, πευκόμελο και ανθόμελο - προϊόν καθαρών περιοχών, χωρίς ανεξέλεγκτη χρήση φαρμάκων και απαγορευμένων ουσιών. Πολύ ελαιόλαδο. Καλό ελαιόλαδο. Ελαιόλαδο που δεν είναι χρηματιστηριακός δείκτης, αλλά οικογενειακό εισόδημα, κοινωνικός δεσμός, συνέχεια γενεών. Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Κρήτη έχει κάνει και ένα άλμα ποιότητας στο κρασί, επενδύοντας σε ποικιλίες, εξωστρέφεια και πιστοποίηση. Όλα αυτά όμως απειλούνται από μια ευρωπαϊκή πολιτική που αντιμετωπίζει την περιφέρεια ως «παράπλευρη απώλεια».
Η Γαλλία προστατεύει - η Ελλάδα σιωπά
Την ώρα που η Γαλλία εκδίδει διατάγματα για την αναστολή εισαγωγής προϊόντων που έχουν παραχθεί με απαγορευμένες στην Ε.Ε. ουσίες, την ώρα που μπλοκάρει συστηματικά την οριστικοποίηση της συμφωνίας Mercosur και συνδιαμορφώνει αγροτική πολιτική μαζί με το ενιαίο αγροτικό συνδικάτο FNSEA εδώ και δεκαετίες, η Ελλάδα παραμένει θεατής.
Όχι μόνο δεν αντέδρασε ουσιαστικά στη Mercosur, αλλά σήμερα, την ίδια ώρα που στο Μέγαρο Μαξίμου πραγματοποιείται η συνάντηση του πρωθυπουργού με επιτροπές αγροτών, η χώρα έχει ήδη υπερψηφίσει τη συμφωνία, τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια τους. Μια συνάντηση χωρίς ουσιαστικό διαπραγματευτικό βάρος, περισσότερο επικοινωνιακή παρά πολιτική. Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: ποιοι αγρότες εκπροσωπούνται πραγματικά; Υπάρχουν εκπρόσωποι των ελαιοπαραγωγών, όπως της Κρήτης κι όχι μόνο;
Το λάδι, η Τυνησία και οι “παράπλευρες διαδρομές”
Σαν να μην έφτανε η Mercosur, οι Έλληνες - και ιδίως οι Κρητικοί - ελαιοπαραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι και με την προοπτική διπλασιασμού των εισαγωγών ελαιολάδου από την Τυνησία, από 56.700 σε 100.000 τόνους ετησίως χωρίς δασμούς.
Φθηνό, χύμα λάδι, παραγόμενο χωρίς τα ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα, έτοιμο να πιέσει τις τιμές παραγωγού μέχρι ασφυξίας. Και εύλογα γεννιούνται ερωτήματα που κανείς στις Βρυξέλλες - αλλά ούτε στην Αθήνα - δε θέλει να απαντήσει: ποιος μας διασφαλίζει ότι το τυνησιακό ελαιόλαδο δε θα “βαφτίζεται” μέσω τρίτων χωρών; Ποιος αποκλείει σενάρια έμμεσων εισαγωγών, με ενδιάμεσους όπως η Αργεντινή, την ώρα που η Γαλλία διατηρεί ιστορικά ειδικές σχέσεις με την Τυνησία; Η πρωτογενής παραγωγή κινδυνεύει να γίνει η “παράπλευρη απώλεια” μιας εμπορικής συμφωνίας που εξυπηρετεί τα μεγάλα βιομηχανικά λόμπι άλλων ευρωπαϊκών χωρών, εις βάρος των ανθρώπων της παραγωγής και του μόχθου, που στηρίζουν την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας μας.
Η τυνησιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενίσχυση του διμερούς εμπορίου και τον διπλασιασμό της ποσόστωσης εξαγωγών ελαιολάδου χωρίς δασμούς στους 100.000 τόνους ετησίως. Η υπάρχουσα συμφωνία της Ε.Ε. προβλέπει 56.700 τόνους ετησίως. Οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί καταγγέλλουν τις διαπραγματεύσεις ως ωμή επίθεση στον ελληνικό πρωτογενή τομέα και οικονομική εξόντωση του ελληνικού ελαιολάδου.
Το ελληνικό ελαιόλαδο, προϊόν παγκόσμιας φήμης και ποιότητας, υποβαθμίζεται σε εμπόρευμα χαμηλής αξίας, ενώ η Τυνησία εκμεταλλεύεται προνομιακές εμπορικές ρυθμίσεις για να πλημμυρίσει την ευρωπαϊκή αγορά. Το αποτέλεσμα: κατάρρευση τιμών παραγωγού, έξοδος μικρών και μεσαίων παραγωγών από την αγορά, εγκατάλειψη ελαιώνων, ερημοποίηση της υπαίθρου. Το εισαγόμενο λάδι παράγεται με μισθούς πείνας, αρρύθμιστο εργασιακό περιβάλλον και χωρίς τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Αντίστοιχα, η αδασμολόγητη εισαγωγή σόγιας από τη Λατινική Αμερική συνεπάγεται και πλημμύρα σογιελαίου, ενός άμεσου υποκατάστατου, που συμπιέζει περαιτέρω την αξία του ελαιολάδου στην αγορά. Το ίδιο ισχύει και για το μέλι, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά απειλείται να κατακλυστεί από τεράστιες ποσότητες μελιού αμφίβολης προέλευσης και ποιότητας, παραγόμενου με πρακτικές και φάρμακα που δεν επιτρέπονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπονομεύοντας ευθέως τους Κρητικούς μελισσοκόμους.
Θεσμοθετημένη αδικία, όχι “ελεύθερο εμπόριο”. Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: κατάρρευση τιμών παραγωγού, έξοδος μικρών και μεσαίων ελαιοπαραγωγών από την αγορά, εγκατάλειψη ελαιώνων, ερημοποίηση της υπαίθρου.
Κι όλα αυτά στο όνομα μιας “πράσινης μετάβασης”, που εφαρμόζεται επιλεκτικά. Δύο μέτρα, δύο σταθμά. Γιατί ο Ευρωπαίος αγρότης δεσμεύεται από κανόνες, ενώ ο ανταγωνιστής τρίτης χώρας όχι.
Μια αναγκαία - και γενναία - φωνή από το Ηράκλειο
Μέσα σε αυτό το τοπίο σιωπής, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ένα πολιτικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας στην Κρήτη δεν επιλέγει να κρυφτεί και σε άρθρο του προχθές τα είπε χύμα και τσουβαλάτα. Ο Νίκος Αντωνακάκης, με δημόσια παρέμβασή του, θέτει ανοιχτά το ζήτημα της απουσίας εκπροσώπων των ελαιοπαραγωγών - και ειδικά εκείνων που παράγουν ελαιόλαδο - από τις συναντήσεις που γίνονται σήμερα με τον πρωθυπουργό στο Μαξίμου.
Μιλά για αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών, για την ανάγκη πραγματικών ρητρών και μηχανισμών ελέγχου, για προστασία της τιμής του παραγωγού και - κυρίως - για τη συλλογική οργάνωση των ελαιοπαραγωγών. Όχι με συνθήματα, αλλά με πολιτικούς όρους.
Η επισήμανση αυτή έχει διπλή αξία: αφενός γιατί έρχεται από στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος, αφετέρου γιατί αγγίζει την “καρδιά” του προβλήματος. Χωρίς εκπροσώπηση, χωρίς οργάνωση, χωρίς φωνή, ο ελαιοπαραγωγός θα συνεχίσει να είναι εύκολο θύμα. Η Κρήτη δεν είναι στατιστικό δεδομένο. Δεν έχουμε φέτα, έχουμε γραβιέρα και καλό ελαιόλαδο. Έχουμε επίσης ποιοτικό μέλι και κρασί. Όλα αυτά κινδυνεύουν από την αδιαφορία, από πολιτικές που παραδίδουν την αγορά σε τρίτες χώρες και από την απουσία οργανωμένης φωνής.
Η ύπαιθρος δεν είναι αριθμός
Για την Κρήτη και την Ελλάδα, το ελαιόλαδο δεν είναι commodity, εμπόρευμα δηλαδή, απλώς εμπορεύσιμο... Είναι εισόδημα, κοινωνική συνοχή, πολιτισμός, εδαφική συνέχεια.
Η ιστορία έχει δείξει - από τις εξεγέρσεις τροφίμων του 2007 έως την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία - ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν είναι θεωρία. Είναι πολιτική επιλογή.
Η Ελλάδα δεν είναι αποικία. Είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και οφείλει να συμπεριφέρεται ως τέτοιο. Να διεκδικεί, όχι να σιωπά. Να προστατεύει την παραγωγή της, όχι να την ανταλλάσσει. Γιατί, όπως έλεγε και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, «οι ισχυροί συμπεριφέρονται σαν γκάνγκστερ και οι αδύναμοι σαν πόρνες». Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πρέπει να είναι παρούσα. Και κυρίως, να ακούει την ύπαιθρό της.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι πολιτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας στην Κρήτη δεν επιλέγουν να κρυφτούν. Ο Νίκος Αντωνακάκης θέτει ανοιχτά το ζήτημα της απουσίας εκπροσώπων των ελαιοπαραγωγών από τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό, υπογραμμίζοντας την ανάγκη συλλογικής οργάνωσης, προστασίας των τιμών παραγωγού και ουσιαστικών μέτρων για την ανθεκτικότητα του κλάδου.
Η Ελλάδα δεν είναι αποικία. Είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ελαιόλαδο και το μέλι δεν είναι αριθμοί σε πίνακες. Είναι εισόδημα, κοινωνική συνοχή, πολιτισμός και εδαφική συνέχεια. Η Κρήτη και η Ελλάδα οφείλουν να διεκδικούν με φωνή δυνατή και συλλογική παρουσία στους θεσμούς, γιατί αλλιώς η ύπαιθρος δεν έχει μέλλον.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η Κρήτη και η Ελλάδα χρειάζονται ισχυρή, συμμετοχική φωνή στους θεσμούς, γιατί αλλιώς η ύπαιθρος δεν έχει μέλλον. Όπως έλεγε και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, «οι ισχυρές χώρες συμπεριφέρονται σαν γκάνγκστερς και οι αδύναμες σαν πόρνες». Η Ελλάδα όμως δεν είναι ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο. Είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που οφείλει να διεκδικεί με κανόνες, φωνή και συλλογική δράση, για να προστατεύσει την ποιότητα και το μέλλον των προϊόντων της Κρήτης - ελαιόλαδο, γραβιέρα, κρασί και μέλι - αλλά και της υπαίθρου της.