Κάθε φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια απλή κακοκαιρία, ένα γνώριμο μοτίβο επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά. Δελτία ειδήσεων που ανεβάζουν τους τόνους, έκτακτες συνδέσεις, δραματικές μουσικές εισαγωγές, λέξεις βαριές, όπως χάος, βιβλική καταστροφή, πρωτόγνωρα φαινόμενα.
Η τρομολαγνεία προηγείται, ο σχεδιασμός ακολουθεί, αν ακολουθήσει, και το ερώτημα γεννιέται αβίαστα: πώς γίνεται στην Ευρώπη αντίστοιχες κακοκαιρίες να αντιμετωπίζονται με ψυχραιμία, χωρίς να “ανοίγει μύτη”, ενώ στην Ελλάδα ακόμη και τα συνηθισμένα φαινόμενα βαφτίζονται “εθνική καταστροφή”;
Η απάντηση δε βρίσκεται στον καιρό. Βρίσκεται στη νοοτροπία, στη διοίκηση και στην απουσία σοβαρού προληπτικού σχεδιασμού. Η κακοκαιρία από μόνη της δεν είναι ποτέ η πραγματική κρίση. Η κρίση αποκαλύπτεται όταν το κράτος, οι θεσμοί και οι υποδομές λειτουργούν αποσπασματικά χωρίς συντονισμό και χωρίς σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Τότε μια έντονη βροχόπτωση ή ένας δυνατός άνεμος αρκούν για να γίνουν καθρέφτης των χρόνιων παθογενειών. Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να διαχειριζόμαστε τα φαινόμενα επικοινωνιακά. Να προειδοποιούμε υπερβολικά, να φοβίζουμε προληπτικά και να καλύπτουμε εκ των υστέρων τις αδυναμίες με δηλώσεις. Αντί να επενδύουμε στη σιωπηλή προετοιμασία, επενδύουμε στον θόρυβο. Αντί να θωρακίζουμε υποδομές, θωρακίζουμε αφηγήματα και αντί να εκπαιδεύουμε πολίτες και υπηρεσίες, εκπαιδεύουμε το κοινό στο να περιμένει το χειρότερο.
Στον ευρωπαϊκό Βορρά, αλλά και σε πολλές χώρες του Νότου, η κακοκαιρία δεν αποτελεί τηλεοπτικό υπερθέαμα. Είναι ένα προβλέψιμο γεγονός, ενταγμένο στον ετήσιο σχεδιασμό. Υπάρχουν σαφή πρωτόκολλα, ξεκάθαροι ρόλοι, δοκιμασμένα σχέδια. Οι πολίτες γνωρίζουν τι να κάνουν, οι Αρχές γνωρίζουν πότε να επέμβουν και τα Μέσα Ενημέρωσης περιορίζονται στην ενημέρωση, όχι στη δραματοποίηση.
Η διαφορά δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική και πολιτισμική. Στην Ελλάδα, η πρόληψη θεωρείται δαπάνη και όχι επένδυση. Τα αντιπλημμυρικά έργα καθυστερούν, οι καθαρισμοί ρεμάτων γίνονται αποσπασματικά, οι μελέτες μένουν στα συρτάρια και όταν έρθει η κακοκαιρία, όλοι ανακαλύπτουν εκ νέου τα ίδια προβλήματα σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο και όχι για ανθρώπινη αμέλεια. Η τρομολαγνεία λειτουργεί τότε ως εύκολο υποκατάστατο της ευθύνης. Όταν όλα παρουσιάζονται ως “ακραία”, κανείς δε φταίει. Όταν όλα είναι πρωτοφανή, κανείς δεν όφειλε να είχε προετοιμαστεί. Έτσι η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το τι δεν κάναμε στο πόσο επικίνδυνα ήταν τα φαινόμενα και βεβαίως το πραγματικό πρόβλημα θάβεται κάτω από εικόνες πλημμυρισμένων δρόμων και δραματικών τίτλων.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η λογική καλλιεργεί μια κοινωνία παθητική και φοβισμένη. Οι πολίτες μαθαίνουν να περιμένουν εντολές, να κλείνονται στα σπίτια τους, να νιώθουν ανίσχυροι. Δεν ενημερώνονται για πρακτικά μέτρα, δεν εκπαιδεύονται στη διαχείριση κινδύνου, δε συμμετέχουν ενεργά στην πρόληψη. Ο φόβος γίνεται εργαλείο, όχι προστασία.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, η ανθεκτικότητα είναι συλλογική υπόθεση. Οι τοπικές κοινωνίες συμμετέχουν, οι δήμοι έχουν ρόλο, οι υπηρεσίες συνεργάζονται. Δε χρειάζονται μεγάλα λόγια για να λειτουργήσει το σύστημα. Χρειάζονται κανόνες, συνέπεια και αξιοπιστία και κυρίως, χρειάζεται η παραδοχή ότι ο καιρός δεν είναι άλλοθι για την ανεπάρκεια. Η Ελλάδα δεν υστερεί σε επιστημονική γνώση, ούτε σε ανθρώπινο δυναμικό. Υστερεί στη μετάφραση της γνώσης σε πράξη. Υστερεί στη συνέχεια των πολιτικών, στη θεσμική μνήμη, στη σοβαρότητα του σχεδιασμού. Κάθε νέα κακοκαιρία αντιμετωπίζεται σαν μεμονωμένο επεισόδιο και όχι σαν μέρος μιας επαναλαμβανόμενης πραγματικότητας, που απαιτεί σταθερές λύσεις.
Αν θέλουμε πραγματικά να πάψουμε να βαφτίζουμε τις απλές κακοκαιρίες “καταστροφές”, πρέπει να αλλάξουμε αφήγημα και πρακτική.
Λιγότερη τρομολαγνεία, περισσότερη πρόληψη. Λιγότερα έκτακτα μέτρα, περισσότερος μόνιμος σχεδιασμός. Λιγότερες δηλώσεις μετά το γεγονός, περισσότερη δουλειά πριν από αυτό. Η σύγκριση με την Ευρώπη δεν πρέπει να γίνεται για να αυτομαστιγωνόμαστε, αλλά για να διδαχθούμε. Εκεί όπου δεν “ανοίγει μύτη”, δεν υπάρχει μαγεία. Υπάρχει οργάνωση. Και όσο συνεχίζουμε να επενδύουμε στον φόβο αντί στη λειτουργικότητα, θα ζούμε το ίδιο έργο ξανά και ξανά, περιμένοντας κάθε σύννεφο σαν απειλή και κάθε βροχή σαν καταστροφή. Αλήθεια, πόσο ακόμα οι κακοκαιρίες θα “βαφτίζονται” με υπερβολή;