ypokrisia

Δε γίνεται κάθε φορά να παίζουν στο ίδιο παιχνίδι της υποκρισίας

Απόψεις
Δε γίνεται κάθε φορά να παίζουν στο ίδιο παιχνίδι της υποκρισίας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πένθος είναι ιδιωτική υπόθεση και όχι θέμα αναφοράς τρίτων (και άσχετων) στα κοινωνικά δίκτυα

Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι πράξη σεβασμού. Στιγμές που η απόσταση δεν είναι αδιαφορία, αλλά αξιοπρέπεια. Ο θάνατος, η απώλεια, το πένθος ανήκουν σε αυτές τις στιγμές κι όμως, στην εποχή των social media, ακόμα και ο πόνος μετατρέπεται συχνά σε περιεχόμενο. Σε ανάρτηση. Σε ιστορία. Σε μέσο προβολής. 

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος φεύγει από τη ζωή, επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Χρονολόγια γεμάτα φωτογραφίες, αποσπάσματα τραγουδιών, δάκρυα σε emoji, λέξεις βαριές και συχνά υπερβολικές: «καλό ταξίδι», «ραγίζει η καρδιά μου», «δε θα σε ξεχάσω ποτέ» και όλα αυτά από ανθρώπους που, στην πραγματικότητα, δεν είχαν ουσιαστική σχέση με τον εκλιπόντα. Που ίσως τον συνάντησαν ελάχιστες φορές. Που μπορεί απλώς να είχαν μια κοινή φωτογραφία από κάποιο τραπέζι ή μια κοινωνική εκδήλωση. Εδώ ακριβώς αρχίζει η υποκρισία. Δε μιλάμε για τη γνήσια θλίψη. Δε μιλάμε για τους ανθρώπους που όντως πονάνε, που έχασαν έναν φίλο, έναν συγγενή, έναν συνοδοιπόρο ζωής. Αυτοί δικαιούνται να εκφραστούν όπως νιώθουν, δημόσια ή ιδιωτικά. Το πένθος δεν έχει κανόνες, ούτε χρονόμετρο. Μιλάμε για εκείνη την κατηγορία χρηστών που σε κάθε απώλεια “πρέπει” να κάνει ανάρτηση. Που σχεδόν περιμένει το γεγονός για να εμφανιστεί στο προσκήνιο με ένα κείμενο φορτισμένο, συχνά αντιγραμμένο, συχνά γενικό, αλλά πάντα δημόσιο. Γιατί; Όχι για να τιμήσει, αλλά για να φανεί. 

Το πένθος, ως μέσο αυτοπροβολής, είναι ίσως από τις πιο κυνικές εκφάνσεις της ψηφιακής μας εποχής. Όταν ο πόνος του άλλου γίνεται ευκαιρία για likes, σχόλια και διαδικτυακή επιβεβαίωση, τότε κάτι έχει χαθεί βαθιά μέσα μας. Όταν ο θάνατος μετατρέπεται σε “ευκαιρία παρουσίας”, τότε η έννοια του σεβασμού αλλοιώνεται επικίνδυνα. 

Το “δημόσιο πένθος”

Ας είμαστε ειλικρινείς. Δε χρειάζεται να δημοσιεύσεις μια φωτογραφία για να πενθήσεις. Δε χρειάζεται να γράψεις δημόσια πόσο «σου λείπει» κάποιος για να τον τιμήσεις. Το πένθος είναι πρωτίστως εσωτερικό. Είναι σιωπή. Είναι δάκρυ μακριά από κάμερες. Είναι ένα κερί, μια προσευχή, μια ανάμνηση που δε ζητά επιβεβαίωση. Αντίθετα, η μαζική, σχεδόν αντανακλαστική, δημοσίευση θρήνου δημιουργεί ένα θορυβώδες περιβάλλον, όπου χάνεται η ουσία. Οι πραγματικά πενθούντες πνίγονται μέσα σε δεκάδες αναρτήσεις “γνωστών και αγνώστων”. Άνθρωποι που έχουν χάσει πατέρα, μάνα, παιδί, φίλο ζωής, αναγκάζονται να βλέπουν τη θλίψη τους να γίνεται δημόσιο πανηγύρι συναισθημάτων τρίτων. Εκείνοι που συνδέονται με ισχυρούς δεσμούς αξίζουν χώρο. Χώρο να θρηνήσουν όπως νιώθουν, χωρίς να αισθάνονται ότι συμμετέχουν σε μια άτυπη ψηφιακή τελετή, όπου ο καθένας πρέπει να πει κάτι για να “μη φανεί αδιάφορος”. Γιατί συχνά αυτό είναι το κίνητρο, ο φόβος της σιωπής. Ο φόβος μήπως κάποιος σχολιάσει «δεν είπε τίποτα». 

Όμως η σιωπή δεν είναι αδιαφορία. Είναι στάση. Είναι επιλογή. Είναι σεβασμός. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα πρέπει να φαίνονται. Αν δεν ανέβηκε, δεν έγινε. Αν δε δημοσιεύτηκε, δε μετρά. Αυτή η λογική έχει εισβάλει ακόμα και στο πένθος και κάπου εκεί χάσαμε το μέτρο. 

Γιατί όλοι έχουν λόγο; 

Ας το πούμε καθαρά, δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να μιλούν για όλους. Δεν είναι όλοι φίλοι. Δεν είναι όλοι κοντινοί και αυτό δεν είναι κακό. Κακό είναι να προσποιούμαστε ότι είμαστε, μόνο και μόνο για να βρεθούμε στο επίκεντρο μιας στιγμής που δε μας ανήκει. Η πρόσφατη απώλεια του δημοσιογράφου Γιώργου Παπαδάκη έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτήν την υποκρισία της μάζας. Κάποιος που συνδέεται ουσιαστικά με κάθε εκλιπόντα έχει κάθε δικαίωμα να εκφράσει τον πόνο του δημόσια ή μη, χωρίς να επισκιαστεί από την ανάρτηση του κάθε “άσχετου”. Πόσες φορές ακόμα θα δούμε αυτήν την παρακμάζουσα λογική;

“Μπάστα, αδέλφια”. Ας αφήσουμε να θρηνήσουν αυτοί που πραγματικά το νιώθουν. Ας αφήσουμε χώρο. Ας κατεβάσουμε τους τόνους. Ας μη γεμίζουμε τα κοινωνικά δίκτυα με ψεύτικα δάκρυα και βαρύγδουπες φράσεις που αύριο θα ξεχαστούν, όπως ξεχνιούνται και οι περισσότερες αναρτήσεις. 

Η πραγματική τιμή δε χρειάζεται κοινό. Δε χρειάζεται φίλτρα. Δε χρειάζεται hashtags. Χρειάζεται αλήθεια και η αλήθεια, πολλές φορές, είναι σιωπή. Γιατί ό,τι είναι αληθινό δε φωνάζει. Δεν απαιτεί επιβεβαίωση, ούτε μετριέται σε καρδούλες και σχόλια. Η αληθινή απώλεια βαραίνει μέσα σου, δεν ανεβαίνει στο προφίλ σου και όμως, το διαδίκτυο έχει δημιουργήσει μια νέα, άτυπη υποχρέωση «πρέπει να πεις κάτι». Πρέπει να δείξεις ότι ήσουν κι εσύ εκεί. Ότι γνώριζες. Ότι πόνεσες. Ακόμα κι αν η σχέση σου με τον άνθρωπο που έφυγε ήταν επιφανειακή ή ανύπαρκτη. Βεβαίως και το επαναλαμβάνω, κάθε στενός άνθρωπος του κάθε εκλιπόντα έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει σε αναρτήσεις θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη του ανθρώπου που έχασε. Ας σεβαστούμε λοιπόν τους στενούς συγγενείς και φίλους να κάνουν αυτό που νιώθουν. 

Ακόμα πιο οδυνηρό είναι το γεγονός ότι αυτή η ψηφιακή υπερβολή συχνά λειτουργεί ως εισβολή. Εισβολή στον πόνο των οικείων. Στις οικογένειες που προσπαθούν να σταθούν όρθιες. Στους φίλους που ξυπνούν και κοιμούνται με ένα κενό που δε γεμίζει. Για εκείνους, κάθε νέα ανάρτηση δεν είναι φόρος τιμής, αλλά είναι υπενθύμιση. Είναι ένα ακόμα βάρος. Ένα ακόμα «κοίτα πόσοι μιλούν, πόσοι γράφουν, πόσοι ξέρουν».

Ποιον εξυπηρετεί; 

Και εδώ γεννιέται ένα κρίσιμο ερώτημα; ποιον εξυπηρετεί όλη αυτή η δημόσια θλίψη; Σίγουρα όχι τον άνθρωπο που “έφυγε”. Εκείνος δε βλέπει αναρτήσεις. Δε μετρά σχόλια. Δε χρειάζεται λόγια. Και σίγουρα, τις περισσότερες φορές δεν εξυπηρετεί ούτε τους δικούς του ανθρώπους. Τότε ποιον; 

Τον ίδιο τον χρήστη. Την ανάγκη του να φανεί ευαίσθητος. Να παρουσιαστεί ως “καλός άνθρωπος”. Να συμμετάσχει σε κάτι που προκαλεί συγκίνηση, γιατί η συγκίνηση φέρνει αλληλεπίδραση και η αλληλεπίδραση, στις μέρες μας, έχει γίνει νόμισμα. 

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε απώλεια. Σαν να έχουν έτοιμο ένα πρότυπο κείμενο. Αλλάζουν όνομα, αλλάζουν φωτογραφία, κρατούν τον ίδιο τόνο. Ένα copy-paste πένθους, χωρίς ουσία, χωρίς προσωπικό βίωμα και αυτό δεν είναι απλώς υποκρισία, είναι φτώχια συναισθηματική. Γιατί όποιος έχει ζήσει πραγματική απώλεια, ξέρει. Ξέρει ότι δεν έχεις λόγια. Ότι πολλές φορές δε θες να μιλήσεις. Ότι ακόμα και το «συλλυπητήρια» μπορεί να σου φαίνεται βαρύ. Ότι ο πόνος δεν εκφράζεται εύκολα και σίγουρα όχι με ευκολία και ταχύτητα ανάρτησης. 

Η κοινωνία μας, όμως, έχει μπερδέψει την έκφραση με την επίδειξη. Την ενσυναίσθηση με τη δημόσια δήλωση και έτσι, αντί να καλλιεργούμε τον σεβασμό, καλλιεργούμε τον θόρυβο. Αντί να προστατεύουμε το πένθος, το εκθέτουμε. 

Ίσως ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε. Να αναρωτηθούμε, πριν πατήσουμε “δημοσίευση”, γιατί το κάνω; Σε ποιον απευθύνομαι; Αν δεν υπήρχαν likes, θα το έγραφα; Αν δεν το έβλεπε κανείς, θα το ένιωθα το ίδιο; Δε χρειάζεται να συμμετέχουμε όλοι σε όλα. Δε χρειάζεται να έχουμε άποψη, λόγο ή ανάρτηση για κάθε απώλεια. Η απουσία δεν είναι έλλειψη ανθρωπιάς. Αντιθέτως, συχνά είναι απόδειξη ωριμότητας. Είναι η συνειδητή επιλογή να μην εισβάλεις σε έναν πόνο που δε σου ανήκει. 

Ας αφήσουμε, λοιπόν, χώρο. Χώρο στους ανθρώπους που είχαν δεσμούς πραγματικούς. Που κουβαλούν μνήμες, στιγμές, λόγια ανείπωτα. Ας αφήσουμε χώρο στη σιωπή, που πολλές φορές λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις. Ας σεβαστούμε το πένθος ως κάτι ιερό, όχι ως περιεχόμενο. 

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι οι αναρτήσεις. Είναι το πώς στάθηκες όταν έσβησαν τα φώτα. Το αν ήσουν παρών χωρίς να φαίνεσαι. Το αν ήξερες πότε να μιλήσεις και πότε να σωπάσεις. Ας σεβαστούμε τους ανθρώπους που θρηνούν και με αλήθεια θέλουν να το εκφράσουν δημόσια, γιατί η σχέση τους με τον κάθε εκλιπόντα ήταν αληθινή, δυνατή και σπουδαία. Όλοι οι άλλοι σιωπή. Δε γίνεται κάθε φορά να παίζουν στο ίδιο παιχνίδι της υποκρισίας. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News