Το ερώτημα επιστρέφει ξανά και ξανά, συχνά με μια δόση ειρωνείας ή αυτοσαρκασμού: τελικά, ο Έλληνας ξέρει να περνάει καλά; Αν κρίνουμε από τις εικόνες των γεμάτων καφέ, των τραπεζιών που απλώνονται μέχρι αργά τη νύχτα και των εκδηλώσεων, η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και ενδιαφέρουσα.
Και τα Χριστούγεννα, ο Έλληνας πέρασε καλά. Και κάπως έτσι και τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς θα περάσει καλά. Με λίγα ή και με πολλά στην τσέπη, θα το γιορτάσει. Ακόμη κι αν λείπουν τα πολλά χρήματα ή τα “τέλεια” δώρα, θα βρεθεί τρόπος για ζεστασιά. Ένα σπίτι που μυρίζει φαγητό, ένα τραπέζι γεμάτο κουβέντες, μια τηλεόραση να παίζει στο βάθος και λίγη γκρίνια που πάντα καταλήγει σε γέλιο. Τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα δεν είναι μόνο λαμπάκια και βιτρίνες, είναι η ανάγκη να είμαστε μαζί, να θυμηθούμε, να συγχωρέσουμε, να πούμε «καλά να είμαστε». Κι έτσι, με απλότητα και ανθρώπινη επαφή, ο Έλληνας αποδεικνύει ξανά ότι ξέρει να περνάει καλά - ακόμα και στις γιορτές.
Ο Έλληνας έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο και την απόλαυση. Δε μετρά την ευτυχία αποκλειστικά με την άνεση ή την οικονομική ευμάρεια, αλλά με τη συντροφικότητα. Ένας καφές δεν είναι απλώς ένα ρόφημα, είναι αφορμή για κουβέντα. Ένα τραπέζι δεν είναι μόνο φαγητό, είναι μοίρασμα, γέλιο, καμιά φορά και ένταση. Αυτή η κοινωνική διάσταση της καθημερινότητας αποτελεί βασικό στοιχείο του «να περνάς καλά» στην ελληνική εκδοχή του.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το προνόμιο της φύσης και του κλίματος. Ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά και οι γειτονιές που ακόμη κρατούν ανθρώπινη κλίμακα ευνοούν μια ζωή έξω από το σπίτι. Οι γιορτινές ημέρες, ειδικά, λειτουργούν σχεδόν θεραπευτικά. Ακόμη και με περιορισμένα μέσα, μια παρέα, μια βραδινή βόλτα ή ένα αυτοσχέδιο πάρτι, μπορούν να προσφέρουν αυθεντική χαρά.
Ωστόσο, το να περνάς καλά δε σημαίνει ότι αγνοείς τις δυσκολίες. Ο σύγχρονος Έλληνας έχει βιώσει κρίσεις, ανασφάλεια και πίεση. Κι όμως, μέσα σε αυτά, έχει καλλιεργήσει μια ανθεκτικότητα. Το χιούμορ, συχνά αυτοσαρκαστικό, λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας. Το «έλα μωρέ» δεν είναι πάντα αδιαφορία, είναι τρόπος να συνεχίζεις, να μην αφήνεις το βάρος να σε παραλύει.
Υπάρχει, βέβαια, και η κριτική πλευρά. Κάποιες φορές η έμφαση στην απόλαυση μετατρέπεται σε αναβλητικότητα ή σε αποφυγή ευθυνών. Το «να περνάμε καλά» μπορεί να γίνει άλλοθι για έλλειψη οργάνωσης ή μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Όμως αυτή η αντίφαση είναι μέρος της ταυτότητας: ανάμεσα στο αυθόρμητο και το υπεύθυνο, ο Έλληνας συχνά παλινδρομεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ελληνική εκδοχή της καλής ζωής δεν είναι μοναχική. Δεν αφορά την ατομική ευτυχία αποκομμένη από τους άλλους. Αντίθετα, ανθίζει στη συλλογικότητα. Οι γιορτές, τα έθιμα, τα φαγοπότια, ακόμα και οι απλές Κυριακές με οικογένεια και φίλους δείχνουν ότι η χαρά πολλαπλασιάζεται όταν μοιράζεται...
Τελικά, ο Έλληνας ξέρει να περνάει καλά όχι επειδή έχει τα πάντα λυμένα, αλλά επειδή έχει μάθει να βρίσκει νόημα και απόλαυση στα μικρά. Να μετατρέπει την καθημερινότητα σε εμπειρία και τις δυσκολίες σε ιστορίες που λέγονται γύρω από ένα τραπέζι. Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο μάθημα: ότι η καλή ζωή δεν είναι προορισμός, αλλά τρόπος. Και σε αυτόν τον τρόπο, ο Έλληνας, με όλα του τα ελαττώματα και τις αντιφάσεις, έχει κάτι ουσιαστικό να διδάξει...