varka me metanastes

Επικίνδυνη κανονικοποίηση της απανθρωπιάς

Απόψεις
Επικίνδυνη κανονικοποίηση της απανθρωπιάς

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί το πραγματικά επικίνδυνο δεν έρχεται με βάρκες. Έρχεται με λέξεις...

Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό που ξεπερνά κατά πολύ το ίδιο το μεταναστευτικό ζήτημα στην Κρήτη. Δεν είναι μόνο οι αριθμοί, οι ροές, οι δομές φιλοξενίας ή η πράγματι ανεπαρκής κρατική διαχείριση. Δεν είναι μόνο η πίεση που ασκείται σε τοπικές κοινωνίες, ούτε οι εύλογοι προβληματισμοί για τις αντοχές του νησιού. Είναι κάτι πιο σκοτεινό, πιο ύπουλο και τελικά πιο επικίνδυνο ο τρόπος που ένα κομμάτι της κοινωνίας επιλέγει να μιλά. Να βρίζει. Να απαξιώνει. Να απογυμνώνει τον εαυτό του από κάθε ίχνος ανθρωπιάς πίσω από μια οθόνη. 

Τις τελευταίες εβδομάδες, τα social media γύρω από το Μεταναστευτικό στην Κρήτη έχουν μετατραπεί σε έναν βάρβαρο μίσους. Σχόλια γεμάτα ασχήμια, απανθρωπιά και ντροπή. Λόγος που δεν περιορίζεται στην κριτική, αλλά ξεπερνά κάθε όριο. Στόχος; Πρόσφυγες και μετανάστες και όχι αφηρημένα. Γυναίκες. Παιδιά. Βρέφη. Άνθρωποι που δεν έχουν φωνή, δεν έχουν δύναμη, δεν έχουν τρόπο να απαντήσουν. Άνθρωποι που χρησιμοποιούνται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι απ’ όσους νιώθουν ισχυροί μόνο όταν επιτίθενται στους πιο αδύναμους. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες υπερβολές.

Δεν πρόκειται για λίγους ακραίους. Πρόκειται για μια επικίνδυνη κανονικοποίηση της απανθρωπιάς. Για μια γλώσσα που σταδιακά χάνει κάθε φραγμό. Για προτάσεις που μιλούν για “κάψιμο”, για “πνίξιμο”, για “εκκαθάριση”, για “μη ανθρώπους”. Λέξεις βαριές, ιστορικά φορτισμένες, που δε λέγονται τυχαία. Λέξεις που κουβαλούν μνήμη και αυτή η μνήμη δεν είναι καλή. Αλήθεια, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος για την Κρήτη; Οι κατατρεγμένοι που έφτασαν στις ακτές της ή το φασιστικό ντελίριο που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα στα σχόλια, στα προφίλ, στις “αγανακτισμένες” αναρτήσεις; Ποιο από τα δύο απειλεί περισσότερο τον κοινωνικό ιστό; Ποιο διαβρώνει βαθύτερα τη δημοκρατία και τη συλλογική συνείδηση; 

Πρόβλημα βαθιά πολιτισμικό και βαθιά κοινωνικό 

Γιατί άλλο πράγμα η ανησυχία και άλλο το μίσος. Άλλο η κριτική προς το κράτος και άλλο η αποθέωση της βίας. Άλλο η απαίτηση για σοβαρή, οργανωμένη και αποτελεσματική μεταναστευτική πολιτική κι άλλο το «να τους πετάξουμε στη θάλασσα», το «να καούν», το «δεν είναι άνθρωποι». Όταν ο δημόσιος λόγος φτάνει σε αυτό το σημείο, τότε το πρόβλημα παύει να είναι μόνο μεταναστευτικό. Γίνεται βαθιά πολιτισμικό και βαθιά κοινωνικό. Η Κρήτη δεν ήταν ποτέ τόπος φόβου.

Όσοι φωνάζουν για εισβολή δεν έχουν καμία πρόταση, κανένα σχέδιο, καμία λύση. Έχουν μόνο οργή, καμία βαθιά ανάγκη να νιώσουν ανώτεροι

Ήταν τόπος φιλοξενίας, αντίστασης και αξιοπρέπειας. Ένα νησί που γνώρισε την προσφυγιά, τη φτώχια, την κατοχή, την ξενιτιά. Ένα νησί που έστειλε τα παιδιά του μετανάστες στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στην Αμερική. Ένα νησί που έμαθε στο πετσί του τι σημαίνει να σε κοιτούν ως ξένο, ως βάρος, ως απειλή και όμως, σήμερα κάποιοι μιλούν λες και τα ξέχασαν όλα. Λες και η ιστορία δεν τους αφορά. Λες και η μνήμη είναι επιλεκτική. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δε λέει ότι το Μεταναστευτικό δεν είναι σοβαρό ζήτημα. Είναι και μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρό για την Κρήτη, που δε διαθέτει ούτε τις υποδομές, ούτε τον σχεδιασμό για να διαχειριστεί μεγάλες και συνεχείς ροές. Η κυβέρνηση έχει τεράστια ευθύνη. Οι τοπικές Αρχές έχουν ευθύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει ίσως τη μεγαλύτερη ευθύνη, με την υποκρισία της αλληλεγγύης και τη μεταφορά του προβλήματος στις άκρες της Ευρώπης. Αλλά από πότε η πολιτική ανεπάρκεια νομιμοποιεί τον κοινωνικό εκφασισμό; 

Τα social media λειτουργούν σαν μεγεθυντικός φακός 

Ποια λογική λέει ότι, επειδή το κράτος απέτυχε, πρέπει να ξεσπάσουμε σε μια μάνα που κρατά αγκαλιά το παιδί της; Ποια “πατριωτική” ευαισθησία δικαιολογεί τον εξευτελισμό, τη χλεύη, τη ρητορική εξόντωσης; Από πότε ο πατριωτισμός μετριέται με το πόσο μίσος μπορείς να εκφράσεις δημόσια χωρίς τύψεις; Τα social media λειτουργούν σαν μεγεθυντικός φακός. Δε δημιουργούν το μίσος, το αποκαλύπτουν και αυτό που αποκαλύπτεται σήμερα είναι μια κοινωνία που κινδυνεύει να συνηθίσει τη βία ως λόγο και τον ρατσισμό ως “άποψη”. Μια κοινωνία που βαφτίζει τον φανατισμό ρεαλισμό και την απανθρωπιά ειλικρίνεια. Λόγος που μυρίζει σκοτεινές εποχές. Λόγος που δε φοβάται πια να αυτοχαρακτηριστεί σκληρός, αντισυστημικός και αυθόρμητος, ενώ στην πραγματικότητα είναι απλώς επικίνδυνα ανεύθυνος. 

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη απάτη. Όσοι βρίζουν γυναίκες και παιδιά στο όνομα της ασφάλειας δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την ασφάλεια. Όσοι φωνάζουν για εισβολή δεν έχουν καμία πρόταση, κανένα σχέδιο, καμία λύση. Έχουν μόνο οργή, καμία βαθιά ανάγκη να νιώσουν ανώτεροι. Να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου. Ότι είναι οι σωστοί απέναντι στους άλλους. Αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ξανά και ξανά ότι τέτοιες σωστές πλευρές οδηγούν μόνο σε κοινωνική σήψη. Γιατί σήμερα ο στόχος είναι ο μετανάστης. Αύριο θα είναι ο διαφορετικός, ο φτωχός, και πάντα θα υπάρχει ένας “εχθρός” για να δικαιολογείται η βία, η καταστολή, η σιωπή. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο δεν είναι καν η ύβρις.

Είναι η ανοχή. Η σιωπή όσων βλέπουν και δε μιλούν. Όταν μια κοινωνία συνηθίζει να βλέπει παιδικά πρόσωπα και να απαντά με μίσος, τότε έχει αρχίσει να χάνει τον πυρήνα της ανθρωπιάς της. Η Κρήτη δε χρειάζεται ούτε κραυγές, ούτε λιντσαρίσματα στα σχόλια. Δε χρειάζεται διαδικτυακούς εισαγγελείς μίσους, ούτε ψευτοπατριώτες του πληκτρολογίου. Χρειάζεται σοβαρότητα. Πίεση προς το κράτος. Ευρωπαϊκές λύσεις. Αποσυμφόρηση. Ανθρώπινες και λειτουργικές δομές. Διαφάνεια και ενημέρωση. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται έναν δημόσιο λόγο που δε θα ντρέπεται αύριο να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Γιατί κάποια πράγματα δεν είναι άποψη. Είναι ντροπή και η ντροπή δεν ξεπλένεται με like, ούτε με θυμωμένα emoji, ούτε με διαδικτυακές κραυγές. Η ντροπή μένει και γράφεται στη συλλογική μνήμη, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την κανονικοποιήσουν. 

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Κρήτη αντέχει το Μεταναστευτικό. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αντέχει να συνηθίσει τον εκφασισμό ως κανονικότητα. Αν αντέχει να αποδεχτεί ότι το μίσος είναι απλώς μια άποψη και αν επιλέξουμε να σωπάσουμε μπροστά στην ασχήμια, τότε αργά ή γρήγορα θα τη βρούμε μπροστά μας. Όχι στα σύνορα. Όχι στις ακτές. Αλλά μέσα στην ίδια την κοινωνία. Γιατί το πραγματικά επικίνδυνο δεν έρχεται με βάρκες. Έρχεται με λέξεις.
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News