Στην πρόσφατη δημόσια συζήτηση για τις αγροτικές κινητοποιήσεις και τα μπλόκα στους δρόμους και στα αεροδρόμια, η παραγγελία του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τις εισαγγελικές Αρχές της χώρας επανέφερε στο προσκήνιο ένα διαρκές ερώτημα: Όταν η ανώτατη εισαγγελική Αρχή παρεμβαίνει, ενεργεί ως ουδέτερος θεσμικός εγγυητής της νομιμότητας ή ως επιμήκυνση της κυβερνητικής βούλησης;
Η προβληματική δεν είναι νέα. Αλλά όπως συχνά συμβαίνει στο ελληνικό κράτος δικαίου, κάθε κρίση λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής ήδη υπαρχουσών εντάσεων. Η επιλογή του χρόνου, του ύφους και της έντασης μιας εισαγγελικής παρέμβασης μπορεί να αποκαλύψει - ή να υπονοήσει - περισσότερα από το ίδιο το περιεχόμενο του νόμου.
Ο εισαγγελέας επικαλείται τα άρθρα 290 §1 Π.Κ. και 291 §1 Π.Κ., που αφορούν τη διατάραξη της ασφάλειας συγκοινωνιών σε οδικά δίκτυα και αερολιμένες. Πρόκειται για διατάξεις που εντάσσονται στην κατηγορία της αφηρημένης διακινδύνευσης, δηλαδή αδικημάτων που δεν απαιτούν πραγματική βλάβη, αλλά πιθανότητα προκλήσεώς της.
Από καθαρά νομική άποψη: ναι, υπάρχει τυπική δυνατότητα ποινικής διερεύνησης όταν ομάδες αποκλείουν οδικά δίκτυα, ναι, ακόμα και οι ειρηνικές διαμαρτυρίες μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να εμπίπτουν σε διατάξεις περί δημόσιας τάξης.
Όμως στο κράτος δικαίου η τυπική δυνατότητα δεν εξαντλεί την ουσιαστική νομιμότητα. Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν είναι απλώς ένας “γραμματοφύλακας” του Ποινικού Κώδικα. Είναι φύλακας της ισονομίας, της αναλογικότητας, της ουδετερότητας και της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της διαδήλωσης (άρθρα 11 και 25 Συντ.).
Γι’ αυτό η συζήτηση που προκύπτει δεν αφορά μόνο το αν η παρέμβαση μπορεί να γίνει, αλλά αν έπρεπε να γίνει με αυτόν τον τρόπο, σε αυτόν τον χρόνο, με αυτήν την ένταση.
Η δημόσια κριτική δεν αφορά το νομικό σκέλος - αυτό μπορεί να υποστηριχθεί με βάση τον Π.Κ. - αλλά την ασυμμετρία. Οι πολίτες θυμούνται ότι μετά την τραγωδία των Τεμπών, όπου υπάρχει πραγματική, όχι δυνητική, διακινδύνευση, με δεκάδες ανθρώπινες απώλειες και συστημική αποτυχία κράτους, οι ανώτατες εισαγγελικές αντανακλαστικές κινήσεις δεν υπήρξαν αντίστοιχα άμεσες, πιεστικές ή δραστικές.
Το επιχείρημα δεν είναι ποινικό, είναι πολιτικό-θεσμικό:
Γιατί μια διαμαρτυρία που προκαλεί κυκλοφοριακή παρεμπόδιση ενεργοποιεί άμεση εισαγγελική κινητοποίηση, ενώ μια εθνική τραγωδία με καταφανή στοιχεία κρατικής αμέλειας δεν προκάλεσε την ίδια θεσμική “έξαρση”;
Δεν είναι ισοδύναμα νομικά φαινόμενα, αλλά η σύγκριση δεν είναι νομική - είναι κοινωνική. Και σε μια δημοκρατία η κοινωνική αντίληψη περί δικαιοσύνης δεν είναι δευτερεύουσα παράμετρος, είναι θεμέλιο εμπιστοσύνης στο κράτος δικαίου.
Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 11 ότι: οι πολίτες έχουν δικαίωμα να συνέρχονται ειρηνικά και χωρίς όπλα, περιορισμοί επιτρέπονται μόνο όταν μια συγκέντρωση απειλεί σοβαρά τη δημόσια ασφάλεια ή διαταράσσει “ουσιωδώς” την κοινωνικοοικονομική ζωή.
Το κριτήριο είναι ουσιώδης διατάραξη - όχι οποιαδήποτε διατάραξη. Χρειάζεται δηλαδή ανάλογη, διαβαθμισμένη και τελευταίας λύσης κρατική παρέμβαση.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της συζήτησης: Η εισαγγελική παραγγελία αντιμετωπίζει τα μπλόκα όχι ως πολιτική διαμαρτυρία που πρέπει πρώτα να ρυθμιστεί διοικητικά, αλλά ως εν δυνάμει ποινικό αδίκημα που απαιτεί άμεση εισαγγελική αυστηρότητα.
Αυτό όμως αντιστρέφει την πυραμίδα του κράτους δικαίου. Η ποινική καταστολή είναι το έσχατο μέσο, όχι το πρώτο.
Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη αναγνωρίζει με σταθερότητα ότι οι διαδηλώσεις μπορεί να προκαλέσουν αναστάτωση - και αυτό είναι απολύτως νόμιμο.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) είναι πλούσια και σαφής:
1. Kudrevičius κατά Λιθουανίας (2015)
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο αποκλεισμός δρόμων από αγρότες μπορεί να επιφέρει περιορισμούς και κυρώσεις, αλλά μόνο εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι διαμαρτυρίες συχνά συνεπάγονται “κάποιο επίπεδο διατάραξης” της καθημερινής ζωής, το οποίο πρέπει να είναι ανεκτό.
2. Ουσιαστική προστασία της ειρηνικής διαδήλωσης
Στη νομολογία Oya Ataman κατά Τουρκίας και Bukta κατά Ουγγαρίας, το ΕΔΔΑ υπογραμμίζει ότι η πολιτεία έχει θετική υποχρέωση να επιτρέπει διαμαρτυρίες ακόμα κι αν δεν έχουν προαναγγελθεί, εφόσον είναι ειρηνικές.
3. Απαγόρευση “προληπτικής ποινικοποίησης” των κοινωνικών κινητοποιήσεων
Η αυστηρή ποινική αντιμετώπιση ειρηνικών διαμαρτυριών θεωρείται από το ΕΔΔΑ μορφή αποτρεπτικού chilling effect, που οδηγεί σε ανεπίτρεπτη συρρίκνωση της ελευθερίας έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ) και συνάθροισης (άρθρο 11 ΕΣΔΑ).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της νομολογίας του ΔΕΕ δεν παρεμβαίνει άμεσα σε δικαιώματα διαδήλωσης, αλλά αναγνωρίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη Ε.Ε. (άρθρα 11 και 12) έχουν αντίστοιχη προστασία.
Συμπέρασμα από το ευρωπαϊκό δίκαιο: Η επέμβαση της ανώτατης εισαγγελικής Αρχής πρέπει: να είναι αναλογική, να μη λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συλλογική δράση, να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου η Πολιτεία επιδιώκει πρώτα τη διαπραγμάτευση και όχι την ποινική καταστολή.
Όταν ο Μπουνιουέλ μιλούσε για την “κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας”, περιέγραφε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί λειτουργούσαν όχι ως ουδέτεροι μηχανισμοί, αλλά ως τελετουργίες διατήρησης της ισχύος.
Στο ελληνικό παράδειγμα, η “κρυφή γοητεία της εξουσίας”, δεν είναι κινηματογραφική μεταφορά, είναι ζώσα πραγματικότητα:
Η δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας να υποδεικνύει - έστω έμμεσα - την κατεύθυνση της δικαστικής αυστηρότητας στις κοινωνικές ομάδες που προκαλούν πολιτικό κόστος.
Και η δυνατότητα της δικαστικής εξουσίας να εμφανίζεται σιωπηρή, αργή ή επιφυλακτική, όταν το πολιτικό σύστημα εκτίθεται για δικές του ευθύνες.
Δεν πρόκειται για απόδειξη εξάρτησης. Πρόκειται για εντύπωση άνισης θεσμικής ευαισθησίας. Και στο κράτος δικαίου οι εντυπώσεις δεν είναι λεπτομέρειες - είναι η ουσία της νομιμοποίησης της δικαιοσύνης.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι μόνο αμερόληπτη - πρέπει και να φαίνεται αμερόληπτη.
Όταν οι εισαγγελικές παρεμβάσεις εμφανίζονται να εστιάζουν περισσότερο στη διατάραξη κυκλοφορίας από διαμαρτυρίες παρά στη διατάραξη ζωών λόγω κρατικής αμέλειας, τότε η θεσμική ισορροπία διασαλεύεται.
Το ερώτημα δεν είναι αν η παραγγελία του εισαγγελέα είναι νόμιμη - περισσότερο ή λιγότερο είναι.
Το ερώτημα είναι αν είναι ορθή, ισόρροπη, εναρμονισμένη με το Σύνταγμα και εναρμονισμένη με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Και κυρίως: αν δημιουργεί την αίσθηση ότι η δικαστική εξουσία λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση ή ως εξουσιαστικός μηχανισμός.
Αυτή είναι η κρυφή γοητεία της εξουσίας: να μπορεί να εισβάλλει στον χώρο του δικαίου αθόρυβα, μέσα από τη νομιμότητα των μορφών.
Αλλά οι δημοκρατίες κρίνονται όχι από τη νομιμότητα των πράξεών τους, αλλά από τη δικαιοσύνη των αναλογιών τους.