Σε μια εποχή όπου οι ρυθμοί της ζωής επιταχύνονται με τρόπο σχεδόν βίαιο, όπου η πληροφορία κατακλύζει κάθε πτυχή της ύπαρξής μας και η καθημερινότητα μοιάζει με έναν ατελείωτο αγώνα δρόμου, το πιο ανησυχητικό φαινόμενο δεν είναι η τεχνολογική αποξένωση, ούτε η οικονομική πίεση. Είναι κάτι βαθύτερο, κάτι πιο σιωπηλό αλλά ταυτόχρονα πολύ πιο διαβρωτικό: η εμφανής έλλειψη αγωγής, σεβασμού και στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς στην καθημερινή συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων.
Είναι δύσκολο να διασχίσει κανείς έναν δρόμο, να μπει σε μια υπηρεσία, να σταθεί σε μια ουρά ή να οδηγήσει, χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπος με μικρές ή μεγάλες εκφάνσεις μιας συμπεριφοράς που μοιάζει να έχει απομακρυνθεί δραματικά από τις βασικές αξίες της ευγένειας και της αμοιβαίας κατανόησης. Από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα πάνω σε διαβάσεις και ράμπες ΑμεΑ, τα πεταμένα σκουπίδια στο πεζοδρόμιο, την αγένεια στην εξυπηρέτηση, τις βωμολοχίες μέσα στις γειτονιές, έως τη συστηματική υποτίμηση του διπλανού, του φίλου, όλα δείχνουν πως κάτι στην κοινωνία έχει χαθεί. Δεν είναι θέμα τάξης, ούτε μόρφωσης, ούτε ηλικίας. Είναι βαθύτερο. Είναι θέμα κουλτούρας, παιδείας και κυρίως οικογενειακής αγωγής και κάπου εδώ, σε αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα, γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: Μήπως ήρθε η ώρα για μια γενναία, συλλογική αυτοκριτική;
Ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τα καθημερινά περιστατικά που αποτυπώνουν μια κοινωνία η οποία χάνει τον αυτοέλεγχό της και την ευγένειά της. Είναι ο οδηγός που κορνάρει υστερικά επειδή κάποιος χρειάστηκε τρία δευτερόλεπτα παραπάνω για να ξεκινήσει στο πράσινο. Το άτομο που πετά το τσιγάρο στον δρόμο, θεωρώντας ότι δεν έγινε και τίποτα. Εκείνος που μιλάει με αγένεια σε έναν υπάλληλο, λες και είναι υποχρεωμένος να δεχτεί την έκρηξη που δημιούργησε άλλος. Ο πολίτης που αγνοεί κάθε κανόνα κοινής ζωής, γιατί έτσι έχει μάθει. Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά συστηματική. Έχει ριζώσει και αυτό φανερώνει πως δεν πρόκειται για αποσπασματική κακή στιγμή, αλλά για μια βαθιά παγιωμένη νοοτροπία που κουβαλάμε ως κοινωνία, ίσως επειδή δε μάθαμε ποτέ αλλιώς.
Είναι και αυτοί που θεωρούν πως ξέρουν τα πάντα. Πως όλα τα κάνουν καλύτερα και στόχος τους είναι απλά να μειώσουν, να προσβάλλουν γιατί πολύ απλά αυτό είναι το κίνητρο για να υπάρχουν. Το δυστύχημα είναι πως απλά δεν κατανοούν πολλά από αυτά στα οποία παρουσιάζονται ως αυθεντίες. Το φαινόμενο έχει εδραιωθεί τόσο, ώστε πλέον δε μας σοκάρει. Το βλέπουμε, το σχολιάζουμε, το κατακρίνουμε, αλλά στο τέλος το προσπερνάμε. Η αγένεια έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο όχι ότι συμβαίνει, αλλά ότι έχουμε αρχίσει να τη θεωρούμε φυσιολογική.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ένταση γίνεται τρόπος έκφρασης, ο τσαμπουκάς μορφή “δικαίωσης”, η αγένεια απόδειξη δύναμης. Όπου πολλοί θεωρούν ότι για να επιβληθούν πρέπει πρώτα να προσβάλλουν ή να υποτιμήσουν. Όπου ο σεβασμός είναι κάτι που ορισμένοι διεκδικούν, αλλά σπάνια προσφέρουν και όμως, χωρίς σεβασμό, χωρίς αγωγή, χωρίς στοιχειώδες ήθος, μια κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει. Μπορεί να προοδεύσει τεχνολογικά, να καινοτομήσει, να δημιουργήσει, αλλά δεν μπορεί να σταθεί ανθρώπινα.
Δεν μπορεί να συνυπάρξει. Δεν υπάρχει κοινωνικό φαινόμενο που να εμφανίζεται στο κενό. Πίσω από κάθε συμπεριφορά κρύβεται μια ρίζα και η μεγαλύτερη ρίζα όλων είναι η οικογένεια. Παιδιά που μεγάλωσαν απόλυτα προστατευμένα από την οικογένειά τους. Παιδιά που δεν έμαθαν ποτέ την ανεξαρτησία και τη δυσκολία της ζωής. Σήμερα αυτά τα παιδιά ως ενήλικοι απλά κάνουν όλα όσα πρέπει για να αποδείξουν πως ο σεβασμός είναι απλά άγνωστη λέξη. Εκεί όπου το παιδί μαθαίνει πώς να μιλά, πώς να φέρεται, πώς να αντιμετωπίζει τους άλλους.
Η οικογένεια είναι το πρώτο σχολείο της ζωής κι αν το σχολείο αυτό δε λειτουργεί, τότε ας μη μας εκπλήσσει το ότι η κοινωνία γεμίζει ενήλικες που δεν ξέρουν τα στοιχειώδη να περιμένουν τη σειρά τους, να ζητούν συγνώμη, να μη θεωρούν τον κόσμο ιδιοκτησία τους και να μην πιστεύουν πως είναι πρώτοι σε όλα εις βάρος όλων των υπολοίπων. Όταν ένα παιδί βλέπει τον γονιό του να παρκάρει όπου τον βολεύει, να φωνάζει σε υπαλλήλους, να αγνοεί κανόνες, να συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει άλλος γύρω του, τότε τι περιμένουμε να μάθει; Όταν στο σπίτι δε μιλούν ποτέ για σεβασμό, καλοσύνη, ενσυναίσθηση, τότε πώς θα “ανθίσουν” αυτά στους δημόσιους χώρους; Η οικογένεια έχει τον πρώτο και κυριότερο ρόλο στη διαμόρφωση χαρακτήρων κι όμως, ολοένα και περισσότερο μοιάζει να αποσύρεται από την ευθύνη αυτή.
Δε χρειάζεται να κοιτάξει κανείς μακριά. Η κατάσταση στους δρόμους, στις υπηρεσίες, στα σχολεία, στις πλατείες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης ορίων, της υποχώρησης της ευγένειας, της χαλάρωσης της οικογενειακής ευθύνης, της απουσίας πραγματικής παιδείας. Η κοινωνική συμπεριφορά δεν αλλάζει με νόμους, πρόστιμα ή πινακίδες. Αλλάζει με παράδειγμα, με στάση, με συνέπεια, με την πρώτη διδασκαλία μέσα στο σπίτι.
Όσο η οικογένεια αφήνει στην τύχη τον χαρακτήρα των παιδιών της, τόσο η κοινωνία θα πλημμυρίζει από ενήλικες που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να μάθουν τι σημαίνει ευγενική συνύπαρξη. Η αυτοκριτική είναι δύσκολη. Απαιτεί ωριμότητα, ειλικρίνεια και θάρρος. Αλλά ίσως δεν υπήρξε πιο κατάλληλη στιγμή για να την κάνουμε. Δε χρειάζεται να είμαστε ήρωες για να αλλάξουμε την καθημερινότητα. Χρειάζεται απλώς να είμαστε άνθρωποι. Να είμαστε ευγενικοί. Να σεβόμαστε και κυρίως να θυμηθούμε ότι η ποιότητα ζωής δε μετριέται μόνο με οικονομικούς δείκτες, αλλά με τον τρόπο που φερόμαστε ο ένας στον άλλον. Με το πόσο προστατεύουμε τον δημόσιο χώρο. Με το πόσο νοιαζόμαστε για το κοινό καλό. Με το πόσο προσφέρουμε ακόμη κι όταν κανείς δε μας κοιτά.
Η αγωγή και ο σεβασμός δεν είναι έννοιες ξεπερασμένες. Είναι ανάγκες που σήμερα λείπουν περισσότερο από ποτέ και όσο η οικογένεια, η πρώτη και ουσιαστικότερη σχολή της ζωής δεν αναλαμβάνει τον κεντρικό της ρόλο, τόσο η κοινωνία θα βυθίζεται στον ατομικισμό, την αγένεια, την έλλειψη κοινωνικής συνοχής. Ήρθε η ώρα λοιπόν να κάνουμε αυτό που αποφεύγαμε, να κοιταχτούμε ως κοινωνία στον καθρέφτη. Να δούμε τι χάσαμε, πώς φτάσαμε εδώ και κυρίως τι πρέπει να ξαναμάθουμε. Γιατί η ευγένεια δεν είναι αδυναμία. Ο σεβασμός δεν είναι διαπραγματεύσιμος και η κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι προαιρετική. Είναι αυτά που μας κρατούν ανθρώπινους. Μήπως ήρθε ο καιρός να τα θυμηθούμε;