Αγρότες χωρίς κράτος, κυβέρνηση χωρίς επαφή και μια πολιτική που τελειώνει πάντα στα ΜΑΤ και στα “ψίχουλα”...
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται ολοένα και πιο συχνά, όχι πια ως κουτσομπολιό αλλά ως πολιτική διαπίστωση: ο σημερινός πρωθυπουργός και ο στενός του κύκλος δεν έχουν καμία βιωματική σχέση με το δημόσιο σύστημα, είτε Υγείας και Παιδείας, είτε Ενέργειας ή Δημόσιων Μέσων Μεταφοράς. Δεν το χρειάστηκαν, δεν το γνώρισαν, δεν εξαρτήθηκαν ποτέ από αυτό.
Και όσο κι αν αυτό παρουσιάζεται ως “προσωπικό ζήτημα”, στην πράξη μετατρέπεται σε πολιτικό κενό. Γιατί όποιος δεν έχει ανάγκη το Δημόσιο, εύκολα το απαξιώνει. Όποιος δεν έζησε ποτέ το άγχος του αγροτικού ιατρείου, του υποστελεχωμένου σχολείου ή του λεωφορείου που δεν περνά, αδυνατεί να νομοθετήσει γι’ αυτά.
Η χώρα που δε φαίνεται από το Μαξίμου
Το πρόβλημα γίνεται εκρηκτικό όταν φεύγουμε από τα αστικά κέντρα. Άλλωστε, οι σύμβουλοι πέριξ του Μαξίμου ελάχιστα ξέρουν για τη γη, καν να ξεχωρίσουν τη σκόνη από το χώμα. Η ελληνική ύπαιθρος, για την παρούσα εξουσία, είναι ένας αόρατος τόπος: υπάρχει μόνο ως στατιστικό μέγεθος ή ως ντεκόρ προεκλογικής φωτογράφισης.
Όταν μια οικογένεια αγροτών χρειάζεται να πουλήσει δεκάδες κιλά σιτάρι για να πληρώσει έναν καφέ ή έναν λογαριασμό ρεύματος, δε μιλάμε για αγορά, αλλά για θεσμοθετημένη αφαίμαξη
Οι κυβερνήσεις πρώτα του ΠΑΣΟΚ ξεκίνησαν τη συρρίκνωση με την κατάργηση κοινοτήτων και μικρών δήμων, βάζοντας τις βάσεις για διοικητική ερήμωση. Η σημερινή κυβέρνηση απλώς πατάει το “γκάζι”: σχολεία κλείνουν «λόγω λίγων μαθητών», αστυνομικά τμήματα συγχωνεύονται μέχρι εξαφάνισης, ταχυδρομεία κατεβάζουν ρολά, ΑΤΜ αποσύρονται. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος ζει στην περιφέρεια, είναι μόνος του.
Αγρότες στα λόγια, κομπάρσοι στην πράξη
Οι αντιλήψεις τους για τον αγρότη είναι προϊόν επικοινωνιακής κατασκευής. Ένας γραφικός τύπος με καρό ή κατάμαυρο ανοιχτό πουκάμισο ακόμη και καταχείμωνο, που ακούει παθητικά, χαμογελά στις κάμερες και στο τέλος χειροκροτεί.
Στην πραγματική ζωή όμως, ο “καλός αγρότης” για το σύστημα είναι άλλος: εκείνος που εξυπηρετεί, που σιωπά, που “τα βρίσκει”. Οι “Φραπέδες”, οι Μαγειρίες, οι “Χασάπηδες” και οι Σεμερτζίδες της επιδοτημένης απάτης. Οι χρήσιμοι ενδιάμεσοι μεταξύ κυβερνητικού μηχανισμού και ευρωπαϊκού χρήματος. Ο πραγματικός αγρότης, που παλεύει με το χωράφι, τον παγετό, τις φωτιές, το πετρέλαιο και τις τράπεζες, είναι ενοχλητικός. Δε χωρά στο αφήγημα της “ανάπτυξης”.
Καρτέλ αντί για πολιτική
Η λεγόμενη αγροτική πολιτική δεν έχει στόχο τη βιωσιμότητα της υπαίθρου, αλλά τη σταθερότητα των καρτέλ. Λίγες μεγάλες επιχειρήσεις, 4-5, καθορίζουν τις τιμές στο γάλα, στο κρέας, στα οπωροκηπευτικά. Ο παραγωγός δε διαπραγματεύεται, παραδίδεται.
Όταν μια οικογένεια αγροτών χρειάζεται να πουλήσει δεκάδες κιλά σιτάρι για να πληρώσει έναν καφέ ή έναν λογαριασμό ρεύματος, δε μιλάμε για αγορά, αλλά για θεσμοθετημένη αφαίμαξη. Η εργασία απαξιώνεται, η παραγωγή ευτελίζεται και το ρίσκο μεταφέρεται αποκλειστικά στον πιο αδύναμο.
ΟΠΕΚΕΠΕ: Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι
Μέσα σε αυτό το ήδη ασφυκτικό πλαίσιο, ήρθε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά: ναι, υπάρχουν απατεώνες αγρότες. Και όχι λίγοι.
Υπάρχουν όμως και πολιτικές πλάτες. Υπάρχουν δίκτυα, σχέσεις, “τακτοποιήσεις”. Συνδικαλιστές και μεγαλοπαραγωγοί, από Κρήτη, Θεσσαλία και αλλού, που βρήκαν πρόσβαση στην εξουσία και μεταχειρίστηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια σαν προσωπικό ταμείο.
Οι τίμιοι αγρότες είδαν χρήματα να χάνονται, επιδοτήσεις να καθυστερούν ή να κόβονται και τη “ρετσινιά” της διαφθοράς να πέφτει πάνω τους συλλογικά.
Πρωθυπουργικές εξαγγελίες χωρίς περιεχόμενο
Ο πρωθυπουργός, πιεσμένος από την έκταση των κινητοποιήσεων, αναγνώρισε ότι οι αγρότες «δικαιούνται να διεκδικούν». Με έναν όρο όμως: να μην ενοχλούν. Να μην κλείνουν δρόμους, να μην προκαλούν πολιτικό κόστος.
Τους υπόσχεται αποζημιώσεις που ήδη τους ανήκουν, παρουσιάζοντάς τες ως λύση. Αγνοεί - ή προσποιείται ότι αγνοεί - ότι τα μπλόκα δε στήθηκαν για καθυστερούμενα χρήματα, αλλά για το κόστος παραγωγής, το αφορολόγητο πετρέλαιο, το αγροτικό ρεύμα, τις τιμές, την επιβίωση.
Η γνώριμη παγίδα
Η τακτική είναι παλιά και δοκιμασμένη:
Πρώτα απαξίωση και διασπορά κοινωνικού αυτοματισμού. Μετά, λίγα χρήματα “για να ηρεμήσουν τα πνεύματα”. Και στο τέλος, καταστολή.
Αν οι αγρότες επιμείνουν, θα παρουσιαστούν ως αντικοινωνικοί. Αν υποχωρήσουν, το πρόβλημα θα μετατεθεί χρονικά, μέχρι τον επόμενο χειμώνα.
Δικαιοσύνη σε κρίση αξιοπιστίας
Όταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει για τις κινητοποιήσεις, αλλά όχι με την ίδια σπουδή για τα σκάνδαλα, το μήνυμα είναι επικίνδυνο. Όταν βαφτίζονται αγρότες «εγκληματική οργάνωση», επειδή συγκρούστηκαν με διμοιρίες που είχαν εντολή να διαλύσουν μπλόκα, η κοινωνία καταλαβαίνει.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δε χάνεται από μόνη της, χάνεται όταν φαίνεται χειραγωγούμενη.
Χωρίς εθνικό σχέδιο, όλα οδηγούν σε έκρηξη
Η Ελλάδα δε στερείται δυνατοτήτων. Στερείται πολιτικής βούλησης. Δεν υπάρχει εθνική αγροτική στρατηγική, μόνο διαχείριση επιδοτήσεων και υπακοή στις αποτυχημένες συνταγές των Βρυξελλών.
Και όσο η ανισότητα βαθαίνει, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος κοινωνικής έκρηξης. Όχι γιατί οι πολίτες είναι ακραίοι, αλλά γιατί η αδικία γίνεται μόνιμη.
Το οδυνηρό συμπέρασμα
Η παρούσα διακυβέρνηση δε θέλει να λύσει το αγροτικό πρόβλημα. Θέλει να το ελέγξει επικοινωνιακά. Να το καταστείλει όταν σηκώνει κεφάλι και να το εξαγοράσει όταν κουράζεται.
Αυτό όμως δεν είναι πολιτική. Είναι συνταγή αποσταθεροποίησης.
Και αυτή τη φορά, το τίμημα δε θα το πληρώσουν μόνο οι αγρότες. Θα το πληρώσει ολόκληρη η χώρα.