Το ελληνικό σύστημα Ανώτατης Εκπαίδευσης βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές της σύγχρονης ιστορίας του. Για πρώτη φορά, ο πληθυσμός των νέων που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συρρικνώνεται με τρόπο προβλέψιμο, μετρήσιμο και δύσκολα αναστρέψιμο. Το δημογραφικό ζήτημα, που για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως γενική ανησυχία για τη γονιμότητα και τη γήρανση του πληθυσμού, σήμερα αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας των ΑΕΙ, της περιφερειακής ανάπτυξης και της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Η μείωση του αριθμού των νέων δεν προέκυψε ξαφνικά. Τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας στην Ελλάδα καταγράφονται ήδη από τη δεκαετία του 1980 και του 1990. Ο δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει σταθερά κάτω από το ελάχιστο όριο αναπλήρωσης των γενεών, που θεωρείται τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, και κινείται περίπου στο 1,27. Με απλούς όρους, κάθε νέα γενιά είναι αριθμητικά μικρότερη από την προηγούμενη. Η τρέχουσα υστέρηση γονιμότητας κατά 0,83 παιδιά ανά γυναίκα, εφόσον διατηρηθεί, συνεπάγεται μείωση του συνολικού πληθυσμού της χώρας κατά 10 έως 15% μέχρι τη δεκαετία του 2050.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν εστιάσουμε στον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας. Η Ελλάδα αναμένεται να βρίσκεται μεταξύ των χωρών με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση του ενεργού, παραγωγικού πληθυσμού έως το 2050, με αντίστοιχη πτώση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Τα στοιχεία των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι την περίοδο 2000-2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν περίπου κατά ένα τρίτο. Αυτό μεταφράζεται, εντός της επόμενης δεκαετίας, σε περίπου 1/3 λιγότερους μαθητές Λυκείου, με τις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου και Θράκης να αναμένεται να καταγράψουν μείωση μαθητικού πληθυσμού που φτάνει ή και υπερβαίνει το 40%.
Οι δημογραφικές αυτές τάσεις έχουν ήδη άμεσο αντίκτυπο στην εισαγωγή νέων φοιτητών. Το 2025 οι εγγραφές στα ελληνικά ΑΕΙ μειώθηκαν κατά περίπου 9.500 φοιτητές. Πάνω από 38 τμήματα ξεκίνησαν τη λειτουργία τους με περισσότερες από 100 κενές θέσεις, εξέλιξη που δείχνει ότι το σημερινό ακαδημαϊκό “απόθεμα” τμημάτων δεν αντιστοιχεί πια στον διαθέσιμο αριθμό πρωτοετών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο αριθμός των Ελλήνων προπτυχιακών φοιτητών που εγγράφονται ετησίως στα 25 ελληνικά ΑΕΙ βρίσκεται σήμερα κοντά στους 51.000. Μέχρι τη δεκαετία του 2050, ο αριθμός αυτός προβλέπεται να μειωθεί κατά 37% και να υποχωρήσει στους περίπου 32.000. Εάν δεν υπάρξει στρατηγική προσαρμογή, πάνω από 100 πανεπιστημιακά τμήματα κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε κλείσιμο ή συγχώνευση έως το 2030, ιδίως σε περιφερειακές πόλεις, με σοβαρές επιπτώσεις για τις τοπικές κοινωνίες και τα περιφερειακά οικοσυστήματα γνώσης.
Η διάσταση αυτή δεν αφορά μόνο τα πανεπιστήμια. Συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Κάθε χρόνο θα εισέρχονται λιγότεροι νέοι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά εργασίας υψηλών δεξιοτήτων, εκτός αν αυτό αντισταθμιστεί από ενίσχυση της εκπαίδευσης ενηλίκων ή από στοχευμένη, ποιοτική μετανάστευση. Λιγότεροι πτυχιούχοι σημαίνουν μικρότερο απόθεμα ανθρώπινου κεφαλαίου, λιγότερη καινοτομία και χαμηλότερη παραγωγικότητα. Από οικονομική σκοπιά, η αύξηση της εισροής διεθνών φοιτητών και η ουσιαστική ανάπτυξη της διά βίου μάθησης αποτελούν από τα λίγα διαθέσιμα εργαλεία για να επιβραδυνθεί η διάβρωση του εργατικού δυναμικού με τριτοβάθμια εκπαίδευση και να περιοριστεί μια απώλεια που εκτιμάται στην τάξη του 3,5% του ΑΕΠ λόγω της πτώσης των πανεπιστημιακών εγγραφών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαιδευτική πολιτική και η στρατηγική διεθνοποίησης δεν είναι δευτερεύουσες επιλογές. Μπορούν, ρεαλιστικά, να επηρεάσουν θετικά το ΑΕΠ της χώρας κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες έως το 2050. Παράλληλα, η μείωση των αποφοίτων αυξάνει τον κίνδυνο κρίσιμες ειδικότητες, όπως οι επιστήμες και η τεχνολογία (STEM), η υγεία και η εκπαίδευση, να αντιμετωπίσουν χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, κάτι που περιορίζει την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει ένα βιώσιμο και ανταγωνιστικό παραγωγικό μοντέλο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί ρεαλιστικά να προσδοκά αύξηση του νεανικού πληθυσμού με βάση τις σημερινές τάσεις, εκτός αν επιλέξει συνειδητά να ενσωματώσει έναν σημαντικό αριθμό μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων διεθνών φοιτητών, στο κοινωνικό και οικονομικό της σύστημα. Τα ελληνικά ΑΕΙ καλούνται συνεπώς να μεταβούν από ένα παραδοσιακά εσωστρεφές μοντέλο λειτουργίας σε ένα εξωστρεφές, το οποίο θα επιδιώκει ενεργά την προσέλκυση διεθνούς φοιτητικού δυναμικού και ακαδημαϊκού προσωπικού.
Η σημερινή εικόνα είναι σαφής: το ελληνικό σύστημα Ανώτατης Εκπαίδευσης χαρακτηρίζεται περισσότερο από εσωστρέφεια παρά από διεθνή προσανατολισμό. Μόλις περίπου το 3% των προπτυχιακών φοιτητών, σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, είναι αλλοδαποί υπήκοοι που λαμβάνουν πτυχίο από ελληνικό ΑΕΙ. Αυτό αντιστοιχεί σε έναν πληθυσμό περίπου 15.000 φοιτητών. Την ίδια στιγμή, για να καλυφθεί το κενό που δημιουργεί η προβλεπόμενη μείωση κατά 37% των Ελλήνων προπτυχιακών, θα απαιτηθεί, σε βάθος χρόνου, η προσέλκυση περίπου 190.000 αλλοδαπών φοιτητών, δηλαδή μια αύξηση της τάξης του 60% σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Ο στόχος αυτός είναι φιλόδοξος, όχι όμως ανέφικτος. Χώρες με αντίστοιχο μέγεθος έχουν καταφέρει να προσελκύσουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά διεθνών φοιτητών. Οι Κάτω Χώρες φιλοξενούν πάνω από 123.000 προπτυχιακούς φοιτητές από το εξωτερικό, που αντιστοιχούν περίπου στο 15% του φοιτητικού πληθυσμού. Η Κύπρος καταγράφει σχεδόν 11.700 διεθνείς προπτυχιακούς, δηλαδή περίπου το 23% των φοιτητών της. Η Ουγγαρία, η Τσεχία και η Λιθουανία εμφανίζουν επίσης υψηλά ποσοστά συμμετοχής αλλοδαπών φοιτητών στα πανεπιστήμιά τους. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η κλίμακα διεθνοποίησης που απαιτείται για την Ελλάδα είναι εφικτή, εφόσον ενταχθεί σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική.
Γιατί, λοιπόν, η ελληνική Ανώτατη Εκπαίδευση δυσκολεύεται να προσελκύσει διεθνές ταλέντο και να αξιοποιήσει τη διεθνοποίηση ως απάντηση στις δημογραφικές προκλήσεις; Οι λόγοι είναι πολλαπλοί και αλληλένδετοι. Πρώτον, οι αντιδράσεις της ελληνικής Πολιτείας υπήρξαν διαχρονικά αργές ως προς την αναγνώριση της διεθνοποίησης των πανεπιστημίων ως στρατηγικού εργαλείου για την οικονομία, την παραγωγή γνώσης και την ανταγωνιστικότητα. Δεύτερον, πολλές πανεπιστημιακές διοικήσεις δίστασαν να διαμορφώσουν ισχυρά κίνητρα για τα μέλη ΔΕΠ, ώστε να συμμετέχουν ενεργά σε αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, σε διεθνείς συνεργασίες και σε κοινά πτυχία με ξένα ιδρύματα. Τρίτον, η χρόνια υποστελέχωση και οι περιορισμοί στις προσλήψεις έχουν περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα των ΑΕΙ να ανανεώσουν το ανθρώπινο δυναμικό τους, τη στιγμή που ο διεθνής ανταγωνισμός για ταλαντούχους νέους επιστήμονες είναι ιδιαίτερα έντονος.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, ένα σοβαρό σχέδιο δράσης για την αύξηση του αριθμού διεθνών φοιτητών στην Ελλάδα πρέπει να είναι στοχευμένο και πολυεπίπεδο. Περιλαμβάνει τη βιώσιμη χρηματοδοτική στήριξη των δράσεων διεθνοποίησης, τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό των πανεπιστημιακών υποδομών στέγασης και σίτισης, την οργάνωση και προβολή προπτυχιακών προγραμμάτων στην αγγλική γλώσσα, είτε συνδεδεμένων με τα ελληνικά προγράμματα είτε σε νέα, ιδιαίτερα ελκυστικά αντικείμενα, όπως οι ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες και οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης. Απαιτεί, επίσης, την ανάπτυξη minor προγραμμάτων σε πεδία υψηλής ζήτησης στην αγορά εργασίας, όπως η κυβερνοασφάλεια και ο γραμματισμός στην τεχνητή νοημοσύνη, την ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών σε όλα τα μοντέλα διδασκαλίας, καθώς και την παροχή ουσιαστικών κινήτρων στα μέλη ΔΕΠ για διδασκαλία στην αγγλική γλώσσα.
Κρίσιμο στοιχείο είναι, επίσης, η δυνατότητα πρόσληψης νέων ταλαντούχων διδασκόντων, Ελλήνων και αλλοδαπών, για τη στελέχωση αγγλόφωνων προγραμμάτων με δίδακτρα, καθώς και η αξιοποίηση Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς, ώστε να περιοριστεί το brain drain και να ενισχυθεί η κυκλοφορία γνώσης προς τα ελληνικά ΑΕΙ.
Τέλος, απαιτείται δραστική μείωση της γραφειοκρατίας που αντικρίζουν οι διεθνείς φοιτητές, τόσο στην πρόσβαση στις σπουδές, όσο και στη δυνατότητα να παραμείνουν και να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία μετά την αποφοίτησή τους, καθώς και ουσιαστική στήριξη του ρόλου του Study in Greece ως κεντρικού φορέα προώθησης της διεθνοποίησης.
Η ενίσχυση της διεθνοποίησης των ελληνικών πανεπιστημίων, μέσα από συντονισμένες πολιτικές της Πολιτείας και στρατηγικές επιλογές των ίδιων των Ιδρυμάτων, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο αντίβαρο στην αναπόφευκτη μείωση του αριθμού Ελλήνων φοιτητών. Μπορεί να επιτρέψει στα ΑΕΙ να διατηρήσουν και να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους ως βασικούς μοχλούς μετασχηματισμού και καινοτομίας στην ελληνική κοινωνία και στην εθνική οικονομία. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα θα αλλάξει. Είναι αν η αλλαγή αυτή θα αποτελέσει προϊόν συνειδητής, μακρόπνοης στρατηγικής ή αποτέλεσμα παθητικής προσαρμογής στις πιέσεις ενός δυσμενούς δημογραφικού μέλλοντος.
* Κωνσταντίνος Πετρίδης είναι αντιπρύτανης Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας (ΕΛΜΕΠΑ).
* Ο Νικόλαος Μωραϊτάκης είναι επιστημονικός συνεργάτης (ΕΛΜΕΠΑ).
