Να τα πούμε παραπολιτικά και χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες, γιατί όσο περνούν οι μέρες τόσο το θέαμα καταντά αυτοσαρκασμός εθνικής εμβέλειας. Η χώρα μοιάζει να έχει μπει σε μια ιδιότυπη φάρσα, όπου οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και το κράτος παριστάνει τον γελωτοποιό, με σκηνοθέτη τον ίδιο τον πρωθυπουργικό εσμό υπουργών και παρασυμβούλων και κομπάρσους όσους ακόμη πιστεύουν στο “επιτελικό αφήγημα”.
Εικόνες απείρου κάλλους απλώνονται στην ελληνική ύπαιθρο: αγρότες - όχι επαναστάτες με στολές παραλλαγής, αλλά άνθρωποι του μόχθου - να κυνηγούν τα ΜΑΤ στα χωράφια και στα αναχώματα. Όχι γιατί ξύπνησαν ένα πρωί με επαναστατικές διαθέσεις, αλλά γιατί, αντί να σπείρουν, να θερίσουν και να επιβιώσουν, σπρώχνονται στο περιθώριο από μια πολιτική που βλέπει την αγροτιά ως λογιστικό πρόβλημα και την ύπαιθρο ως μελλοντικό real estate. Και από την άλλη, τα ΜΑΤ. Παιδιά των 900 ευρώ, φορτωμένα με κλομπ, κράνη και χημικά έως και πλαστικά σφαιρίδια, να καλούνται να επιβάλουν μια “τάξη” που εδώ και καιρό έχει καταρρεύσει. Όχι από τους αγρότες, αλλά από εκείνους που την επικαλούνται στα δελτία Τύπου και την υπονομεύουν στην πράξη. Μια έννομη τάξη κουρελιασμένη, απογυμνωμένη από δικαιοσύνη και ισονομία, διαλυμένη από σκάνδαλα, απευθείας αναθέσεις και κραυγαλέα ατιμωρησία. Το πραγματικό πολιτικό ανέκδοτο, όμως, δεν παίζεται στα μπλόκα. Παίζεται στα υπουργικά γραφεία. Εκεί όπου καλοπληρωμένοι τεχνοκράτες, σύμβουλοι και χαρτογιακάδες σχεδιάζουν πολιτικές χωρίς να έχουν πατήσει ποτέ σε χωράφι, χωρίς να έχουν δει λάσπη σε παπούτσι ή κάλο σε χέρι. Εκεί όπου η αγροτική παραγωγή αντιμετωπίζεται ως “κόστος” και όχι ως προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης. Εκεί όπου το Ρέκβιεμ της αγροτιάς υπογράφεται με power point και επικοινωνιακά non-paper.
Ας μην κοροϊδευόμαστε: ούτε οι αγρότες είναι εχθροί, ούτε τα ΜΑΤ. Οι πρώτοι παλεύουν να μη σβήσουν από τον χάρτη. Οι δεύτεροι εκτελούν εντολές μιας εξουσίας που τους χρησιμοποιεί σαν ασπίδα για να μη φαίνεται ποιος πραγματικά παίρνει τις αποφάσεις. Οι πραγματικοί εγκέφαλοι αυτής της πολιτικής απολαμβάνουν 24ωρη φύλαξη, κυκλοφορούν σε κλειστούς κύκλους και δεν κινδυνεύουν ούτε από δακρυγόνα, ούτε από μαγκούρες. Το ερώτημα είναι αν αυτή την ύστατη στιγμή θα γίνει αντιληπτό το προφανές: ότι ο αντίπαλος είναι κοινός. Ότι δε λύνεται τίποτα με εμφύλιες συγκρούσεις της κοινωνίας με τον εαυτό της. Ότι όσο κοιταζόμαστε καχύποπτα μεταξύ μας, κάποιοι συνεχίζουν ανενόχλητοι να αποδομούν τη χώρα, την ύπαιθρο και κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης. Γιατί αυτή τη φορά, δε χανόμαστε μεταφορικά. Χανόμαστε κυριολεκτικά. Και δε φταίει ούτε ο καιρός, ούτε η «κακιά στιγμή». Φταίει μια πολιτική επιλογή - απολύτως συνειδητή.
Στην ελληνική ύπαιθρο εκτυλίσσονται εικόνες που θα έμοιαζαν αδιανόητες αν δεν τις ζούσαμε: αγρότες - άνθρωποι του μόχθου, όχι επαγγελματίες ταραχοποιοί - να κυνηγούν τα ΜΑΤ σε χωράφια και λόφους. Όχι από ιδεολογική ιδιοτροπία, αλλά γιατί, αντί να παράγουν, να σπέρνουν και να συντηρούν τη χώρα, ωθούνται μεθοδικά στο περιθώριο. Η αγροτική πολιτική δεν τους βλέπει ως πυλώνα επιβίωσης, αλλά ως πρόβλημα προς “τακτοποίηση”.
Από την άλλη πλευρά, τα ΜΑΤ. Μισθοί πείνας, εξοπλισμός καταστολής και εντολές να επιβάλουν μια τάξη που έχει ήδη διαλυθεί. Όχι από τους αγρότες, αλλά από μια εξουσία που αποδόμησε την έννοια της δικαιοσύνης, της ισονομίας και της λογοδοσίας. Μια έννομη τάξη κουρελιασμένη, βουτηγμένη σε σκάνδαλα, απευθείας αναθέσεις και υποθέσεις που δε “βρήκαν” ποτέ υπαίτιους. Κι εδώ μπαίνει το πραγματικό παραπολιτικό “ζουμί”: η κυβέρνηση επιχειρεί απεγνωσμένα να παίξει το “χαρτί” του κοινωνικού αυτοματισμού. Αγρότες εναντίον πολιτών, εργαζόμενοι εναντίον εργαζομένων, “νομιμότητα” εναντίον “ανομίας”. Μόνο που αυτή τη φορά το κόλπο είναι τόσο χοντροκομμένο, που ξεσκεπάζει τον πανικό. Η απόπειρα να βαφτιστούν τα αγροτικά μπλόκα “εγκληματική οργάνωση” αποτελεί πολιτικό και νομικό ανέκδοτο. Η ίδια κυβέρνηση που ψήφισε και διαφήμισε το σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα - υποτίθεται για μαφίες και οργανωμένο έγκλημα - επιχειρεί τώρα να το κολλήσει πρόχειρα σε αγρότες σε Ηράκλειο και Χανιά. Αν το κατάφερνε, θα άνοιγε διάπλατα τον δρόμο για προληπτικές συλλήψεις σε αγροτικά μπλόκα σε όλη τη χώρα, με τη ρετσινιά του “υπόπτου τέλεσης εγκλημάτων από εγκληματική οργάνωση”. Έλεος δηλαδή. Ούτε σε πρόχειρη επιθεώρηση.
Το ακόμα πιο εξοργιστικό; Η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης δεν αποδόθηκε ούτε στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε στην υπόθεση των υποκλοπών, ούτε στην τραγωδία των Τεμπών. Εκεί δε βρέθηκαν “δομημένες ομάδες”, δεν αναζητήθηκαν “ιεραρχίες”, δεν κρίθηκε σκόπιμη η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Αλλά για τους αγρότες που διαμαρτύρονται για την επιβίωσή τους, ξαφνικά περίσσεψε ο ποινικός ζήλος. Κάπως έτσι, το επιτελικό κράτος αυτογελοιοποιείται. Όταν ποινικοποιείς τη διαμαρτυρία, δεν επιβάλλεις τάξη, αποκαλύπτεις αδυναμία. Όταν απειλείς με προληπτικές συλλήψεις κοινωνικές ομάδες που καταρρέουν οικονομικά, δεν υπερασπίζεσαι τη νομιμότητα, χτίζεις σκηνικό αυταρχισμού. Και όσο η κοινωνία σπρώχνεται να τσακώνεται με τον εαυτό της, κάποιοι συνεχίζουν ανενόχλητοι. Γιατί ο αγρότης δεν είναι εγκληματίας. Ο αστυνομικός δεν είναι εχθρός. Και ο κοινωνικός αυτοματισμός, όσες φορές κι αν επιστρατεύτηκε, καταλήγει πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: αφήνει ακάλυπτο εκείνον που τον χρησιμοποιεί. Η πραγματική οργανωμένη ζημιά στη χώρα δε φοράει φόρμες, ούτε κρατάει τρακτέρ. Φοράει γραβάτα, έχει φρουρά και υπογράφει ΦΕΚ.