Κοιμούνται άραγε καλά; Είναι μια απλή, σχεδόν αφελής ερώτηση, αλλά και η πιο ουσιαστική. Γιατί την ώρα που δεκάδες άνθρωποι συνεχίζουν να χάνονται στα νερά των νότιων ακτών της Κρήτης, την ώρα που 17 ακόμη ψυχές προστέθηκαν στον τραγικό κατάλογο της Ιεράπετρας, κάποιοι στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες εξακολουθούν να λειτουργούν σαν να έχουν βάλει το ξυπνητήρι της ντροπής τους στο “μόνιμη αναβολή”. Σαν να μην έχει ουσιαστικά γίνει τίποτα. Σαν η Μεσόγειος να μην έχει γίνει ο μεγαλύτερος υγρός τάφος της σύγχρονης Ευρώπης. Σαν οι άνθρωποι να έχουν μετατραπεί σε ροές, διαγράμματα, συναγερμούς και ελέγχους που μπορούν να διαχειριστούν τεχνοκρατικά, ψυχρά, απρόσωπα.
Οι δεκαεπτά νεκροί στην Ιεράπετρα δεν είναι αριθμός. Δεν είναι η επόμενη γραμμή σε ένα χαρτί επιχειρησιακού σχεδιασμού. Δεν είναι η επόμενη παράγραφος μιας αδιάφορης υπηρεσιακής αναφοράς. Είναι άνθρωποι. Με ονόματα που δε θα μάθουμε ποτέ, με ιστορίες που δε θα ειπωθούν, με παιδιά που ίσως άφησαν πίσω όνειρα που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Άνθρωποι που σάρωσε η θάλασσα και εξαφάνισε η αδιαφορία και όμως, ακόμη κι έτσι, ακόμη και με τον θάνατο μπροστά στα μάτια όλων, οι υπεύθυνοι συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να ζούμε σε δύο διαφορετικούς κόσμους, ο ένας είναι αυτός που πνίγεται, ο άλλος αυτός που δικαιολογεί, που μεταθέτει ευθύνες, που μιλά για πιέσεις στα σύνορα, για μείωση των ροών, για αποτρεπτική πολιτική, λες και μπορεί ποτέ μια πολιτική αποτροπής να θεωρηθεί επιτυχής όταν μετατρέπει το Αιγαίο και το Νότιο Κρητικό σε θαλάμους αερίων από αλμυρό νερό.
Δε χρειάζεται μεγάλη σοφία, όποια πολιτική γεννά δεκάδες νεκρούς δεν μπορεί να ονομάζεται “επιτυχημένη”. Είναι αποτυχία. Ηθική, πολιτική ελληνική και ευρωπαϊκή. Αλλά εδώ γεννάται το πιο σκληρό ερώτημα: Πόσοι ακόμα πρέπει να πνιγούν για να ξυπνήσει το ξυπνητήρι της ντροπής; Γιατί όλα δείχνουν πως ούτε οι 17 της Ιεράπετρας αρκούν. Ούτε οι δεκάδες προηγούμενοι. Ούτε οι εκατοντάδες των προηγούμενων χρόνων. Η Ευρώπη με την Ελλάδα μέσα σε αυτήν μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι οι νεκροί μετανάστες είναι το αποδεκτό κόστος μιας υποτιθέμενης “σκληρής πολιτικής συνόρων”. Ένα κόστος που δε συγκλονίζει σχεδόν κανέναν, ακριβώς γιατί δεν αφορά το δικό της σπίτι, τους δικούς της ανθρώπους, τα δικά της παιδιά.
Οι ακτές της Κρήτης γίνονται σημεία τραγωδίας
Η Κρήτη, κουρασμένη πια να θάβει ανθρώπους που δε γνώριζε, αλλά που αγκάλιασε την τελευταία τους στιγμή. Η Κρήτη που βλέπει τις ακτές της να γίνονται σημεία τραγωδίας με ανησυχητική συχνότητα. Νότια του νησιού, από την Ιεράπετρα μέχρι τη Γαύδο, έχει στηθεί ένα καθημερινό θέατρο αόρατης απόγνωσης. Οι λιμενικοί είναι οι πρώτοι που σώζουν, οι πρώτοι που μαζεύουν πτώματα, οι πρώτοι που αντικρίζουν ανθρώπους που έπεσαν θύματα ενός παγκόσμιου παραλογισμού και μετά; Μετά απλώς περιμένουμε το επόμενο δρομολόγιο του θανάτου.
Οι αρμόδιοι στην πρωτεύουσα μιλούν για ενίσχυση του Λιμενικού. Για τεχνολογικά μέσα. Για έγκαιρη επιτήρηση. Για συμφωνίες με τρίτες χώρες. Την ώρα όμως που μιλούν, οι βάρκες εξακολουθούν να φεύγουν, να ανατρέπονται, να “καταπίνουν” παιδιά, κι εμείς εξακολουθούμε να σιωπούμε. Γιατί βαρεθήκαμε να θυμώνουμε. Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε. Γιατί η τραγωδία έγινε κανονικότητα και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη ντροπή όλων.
Δε χρειάζεται κανείς να είναι ειδικός για να καταλάβει πως κάτι έχει πάει τρομακτικά λάθος. Δεν μπορεί να υπάρχει ευρωπαϊκή χώρα που να περηφανεύεται πως ελέγχει τις ροές, την ίδια στιγμή που άνθρωποι πνίγονται λίγα μίλια από τις ακτές της. Δεν μπορεί μια Ένωση που “έχτισε” τις αξίες της δήθεν πάνω στον ανθρωπισμό να συνεχίζει να μετατρέπει τη Μεσόγειο σε υγρό φέρετρο. Δε γίνεται να επιμένουμε σε μια πολιτική που ούτε προστατεύει, ούτε αποτρέπει, αλλά απλώς καταγράφει τη μία τραγωδία μετά την άλλη. Κοιμούνται άραγε καλά; Κοιμούνται οι αξιωματούχοι που υπέγραψαν συμφωνίες, που σχεδίασαν στρατηγικές, που φωτογραφήθηκαν μπροστά σε χάρτες και κουκκίδες; Κοιμούνται χωρίς να βλέπουν μπροστά τους το κύμα που κατάπιε μια μητέρα, το χέρι ενός παιδιού που έτρεμε από το κρύο, τον πανικό ενός άνδρα που πνίγηκε λίγα μέτρα πριν τη σωτηρία; Αν μπορούν, τότε η Ευρώπη έχει πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα από το Μεταναστευτικό, έχει χάσει την ψυχή της.
Το ναυάγιο πρέπει να γίνει η αφορμή για να χτυπήσει επιτέλους το “ξυπνητήρι της ντροπής”
Η τραγωδία της Ιεράπετρας δεν πρέπει να γίνει μια ακόμη υποσημείωση. Δεν πρέπει να θαφτεί κάτω από τις επόμενες ειδήσεις, ούτε να ξεχαστεί πριν καν περάσουν λίγες μέρες. Πρέπει να γίνει η αφορμή, ίσως η τελευταία, για να χτυπήσει επιτέλους το “ξυπνητήρι της ντροπής”. Για να παραδεχτούμε πως το υπάρχον σύστημα δε λειτουργεί. Πως η πολιτική αυτή αποτυγχάνει παταγωδώς. Πως δεν μπορείς να λέγεσαι κοινωνία πολιτισμένη όταν συνηθίζεις τους νεκρούς. Και αν αυτό το ξυπνητήρι εξακολουθεί να μη χτυπά; Τότε σημαίνει πως δε θέλουν να ξυπνήσουν. Σημαίνει πως ο θάνατος στη θάλασσα θεωρείται φυσικό επακόλουθο. Σημαίνει πως η Ευρώπη αποδέχεται σιωπηλά αλλά σταθερά ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο και αυτό, πέρα από αποτυχία πολιτική, είναι χρεωκοπία ηθική. Μια χρεωκοπία που δε θα την πληρώσουν οι γραφειοκράτες, αλλά η κοινωνία, οι αξίες μας, το μέλλον μας.
Ίσως λοιπόν η σωστή ερώτηση δεν είναι αν κοιμούνται καλά, αλλά πόσο ακόμη θα επιτρέψουμε εμείς να κοιμούνται. Πόσο ακόμη θα ανεχόμαστε την απάθεια. Πόσο ακόμη θα αφήνουμε τη θάλασσα να μας υπενθυμίζει το τίμημα της αδιαφορίας μας. Γιατί η θάλασσα δεν ξεχνά. Επιστρέφει πάντα την αλήθεια στην ακτή και όσο η Ευρώπη και η Ελλάδα αρνούνται να ξυπνήσουν, τόσο η Κρήτη θα συνεχίζει να μαζεύει τις συνέπειες της ντροπής τους.
Ακούστε “χριστιανοί”, το χρώμα δεν καθορίζει την αξία της ζωής.