Ένα «μπαμ» εν ψυχρώ σε μια γωνία των Εξαρχείων, το βράδυ του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου 2008, έμελλε να γίνει η σπίθα που θα άναβε φωτιά σε ολόκληρη τη χώρα. Η σφαίρα που σκότωσε τον 15χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο δεν τρύπησε μόνο την καρδιά ενός παιδιού· διέλυσε την ψευδαίσθηση κανονικότητας μιας ολόκληρης γενιάς και άνοιξε μια πληγή που παραμένει ακόμη ανοιχτή.
Εγώ το θυμάμαι σαν χθες. Ήμουν τότε 14 ετών, καθισμένος μπροστά στην τηλεόραση, όταν άκουσα την είδηση της δολοφονίας του. Εκείνη την περίοδο η οικονομική κρίση είχε εισχωρήσει έντονα στη ζωή μας και όλα στη χώρα μας έμοιαζαν να βαραίνουν. Στα σπίτια υπήρχε άγχος, στους δρόμους βουβή ένταση, στα σχολεία μια αίσθηση ότι κάτι σκοτεινό ερχόταν. Η δολοφονία του Αλέξη λειτούργησε σαν σπίθα μέσα σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον. Η οργή που ξέσπασε ήταν πρωτόγνωρη, ειδικά στα μάτια των παιδιών της εποχής. Βλέπαμε στα πρόσωπα συνομηλίκων μας μίσος, φόβο, απελπισία – συναισθήματα που δεν ταίριαζαν σε 15χρονα και 16χρονα, κι όμως ήταν εκεί, αποτυπωμένα με μια ωμότητα που δεν άντεχες να κοιτάξεις για πολλή ώρα.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν σκοτεινές. Για μεγάλο διάστημα τα σχολεία βρίσκονταν υπό συνεχή κατάληψη. Κάθε πρωί πηγαίναμε γνωρίζοντας ότι δεν θα γίνει μάθημα· το πραγματικό «μάθημα» γινόταν έξω, στους δρόμους. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη — όλοι ήμασταν έτοιμοι να εκραγούμε. Και δεν ήταν μόνο οι μαθητές: ακόμη και οι δάσκαλοί μας, άνθρωποι που μέχρι τότε έμεναν συνήθως ουδέτεροι, συμμετείχαν στις πορείες, περπατούσαν δίπλα μας, μας κρατούσαν πίσω όταν τα πράγματα ξέφευγαν και ταυτόχρονα μας εξηγούσαν γιατί δεν πρέπει να σιωπούμε. Η κοινωνία έβραζε και εμείς, μαθητές 14–17 ετών, ζούσαμε αυτή τη βράση από μέσα. Στο Ηράκλειο, όπως και στην Αθήνα, οι δρόμοι γέμισαν φωτιές και θυμό. Θυμάμαι να βλέπω φλεγόμενους κάδους, να ακούμε σειρήνες νύχτα μέρα, να μην μπορεί κανείς να ηρεμήσει. Λες και όλοι — μικροί, μεγάλοι, δάσκαλοι, γονείς — είχαμε παρασυρθεί από ένα συλλογικό ξέσπασμα που κανείς δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει.
Εκείνη η συλλογική έκρηξη είχε ξεκινήσει το ίδιο βράδυ. Στη συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλλα, μετά από λογομαχία ανάμεσα στους ειδικούς φρουρούς Επαμεινώνδα Κορκονέα και Βασίλη Σαραλιώτη και μια ομάδα νεαρών, ο Κορκονέας σήκωσε το υπηρεσιακό του όπλο. Οι πυροβολισμοί έσκισαν τη νύχτα και ο Αλέξης έπεσε στο οδόστρωμα. Η είδηση διαδόθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Τα πρώτα SMS, σχεδόν ψιθυριστά και πανικόβλητα, έγραφαν: «Η αστυνομία σκότωσε παιδί». Από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν ήταν ίδιο.
Η Αθήνα φλέγεται ήδη από τις πρώτες ώρες. Στην Πατησίων πέφτουν οι πρώτες μολότοφ. Το κέντρο μετατρέπεται σε πεδίο μάχης: καμένα αυτοκίνητα, σπασμένες βιτρίνες, τράπεζες και δημόσια κτίρια στην καρδιά των φλογών. Πανεπιστήμια καταλαμβάνονται, λύκεια και γυμνάσια κλείνουν. Η «γενιά των 700 ευρώ» βρίσκει ξαφνικά φωνή. Και δεν ήταν μόνο η Αθήνα. Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Γιάννενα, Ηράκλειο — όλες οι μεγάλες πόλεις έζησαν εκείνες τις ημέρες ένα πρωτοφανές κύμα οργής. Στο εξωτερικό, η Ελλάδα εμφανιζόταν ως χώρα σε κοινωνικό αναβρασμό.
Ο Κορκονέας συλλαμβάνεται και κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Καταδικάζεται αρχικά σε ισόβια, αλλά η υπόθεση θα ταλανίζει για χρόνια τη Δικαιοσύνη, με αναιρέσεις, μειώσεις ποινών και επαναλαμβανόμενες δικαστικές διαδικασίες, που κάθε φορά ξυπνούσαν τις μνήμες της νύχτας εκείνης.
Στο πολιτικό επίκεντρο των γεγονότων βρίσκεται ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Προκόπης Παυλόπουλος, που υποβάλλει παραίτηση — η οποία δεν γίνεται δεκτή. Οι εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας μεταδίδονται σε όλα τα δελτία. Η κυβέρνηση Καραμανλή δέχεται τεράστια πίεση, ενώ η κοινωνία ζητά απαντήσεις.
Σήμερα, 17 χρόνια μετά, οι μνήμες παραμένουν ζωντανές. Στη γωνία όπου ο Αλέξης έπεσε νεκρός, το φως δεν έσβησε ποτέ. Κάθε Δεκέμβρη, χιλιάδες πολίτες τον επαναφέρουν στις μνήμες τους.. Δεν κυριαρχεί η οργή· κυριαρχεί η πληγή. Μια πληγή που δεν έκλεισε.
Ο Αλέξανδρος έμεινε για πάντα 15. Αλλά το όνομά του παραμένει σύμβολο μιας εποχής που σημάδεψε τη χώρα — και μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στις φλόγες της.
Και το σύνθημα ηχεί μέχρι σήμερα: «Αλέξη ζεις, εσύ μας οδηγείς».