Δεν ήταν η πρώτη φορά που το πάθαινε και σίγουρα ούτε η τελευταία, όμως σήμερα έδειχνε πως δεν ήταν διαχειρίσιμο.
Έριξε κάτι πάνω του - βλέπεις, μπορεί να είναι ό,τι είναι, όμως το τελευταίο που θα ήθελε ήταν ένα κρυολόγημα και την γκρίνια της.
- «Στα ’λεγα εγώ, όμως εσύ εκεί, “κακό σκυλί ψόφο δεν έχει” μου απαντούσες. Κάτσε τώρα στο κρεβάτι να μάθεις».
Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί προς τα κάτω, προς τα δάση, τις πεδιάδες και το πέλαγος, γαλήνεψε κάπως η ψυχή του, όμως “τσουπ”, πετάχτηκε αμέσως αυτός ο διαβολάκος, που μέρες τώρα είχε σφηνώσει στο κεφάλι του και δεν τον άφηνε να κλείσει μάτι και να τα χαρεί όλα αυτά.
- «Έλα, ετοίμασα το πρωινό σου», ακούστηκε η φωνή της.
- «Δεν πεινάω», της απάντησε βαριεστημένα και συνέχισε την ενατένιση.
Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, έτσι για να αλλάξει η ψυχολογία του, θα είχε ήδη ρίξει κάνα-δυο αστροπελέκια κοντά στους βοσκούς που αμέριμνοι έβοσκαν τα πρόβατά τους και θα ξεκαρδιζότανε στα γέλια ακούγοντας τις φωνές τους, ειδικά όταν ούρλιαζαν το «κεραυνός εν αιθρία», κάτι που πάντα του έφτιαχνε τη μέρα και κατόπιν, αντιγράφοντας τον Αμερικάνο ξανθομπούμπουρα, θα προσκαλούσε κανένα τρίτης κατηγορίας θεό ή ημίθεο για να τον κάνει ρεζίλι των σκυλιών μπροστά σε όλη την πλάση.
Σήμερα όμως δεν είχε όρεξη ούτε γι’ αυτό και τα πράγματα θα γίνονταν ακόμα χειρότερα όταν θα έπρεπε να της εξηγήσει την αιτία αυτής της κακοκεφιάς, κάτι που, αργά ή γρήγορα, δυστυχώς θα γινόταν.
- «Πες μου ποια είναι η μικρούλα που έχεις βάλει στο μάτι;», μια ερώτηση που είχε ακούσει τόσες πολλές φορές, ώστε να έχει χάσει πια το μέτρημα.
- «Σ’ ορκίζομαι, δεν είναι αυτό που νομίζεις».
- «Τότε πες μου τι είναι;».
Μάζεψε ό,τι ψυχικό απόθεμα τού είχε απομείνει, έριξε στα βάραθρα το υπόλοιπο της θεϊκής του αξιοπρέπειας, πήρε μια βαθιά ανάσα και το αμόλησε.
- «Είναι το άτιμο το ριμπάι, ρε γυναίκα, αυτό είναι!».
Άγαλμα, καλύτερο ακόμα κι απ’ αυτά που φτιάχνει ο Πραξιτέλης, έμεινε η γυναίκα, καθώς δεν μπορούσε να πιστέψει στα αφτιά της πως ο άντρας της, η κολόνα του σπιτιού της, αυτός που μπορούσε να κάνει τα πάντα, θα έπεφτε σε κατάθλιψη για μια μπριζόλα!
- «Ξέρεις τι είναι, ρε Ηρώ, ακόμα κι ο τελευταίος θνητός αυτής της γης να τρώει όσα ριμπάι κάνει κέφι και του επιτρέπει η τσέπη του, κι εγώ ο παντοδύναμος, που με τρέμουν μικροί και μεγάλοι, να μην μπορώ ούτε να το μυρίσω, επειδή κάποιος τσαρλατάνος, που παριστάνει τον γιατρό, μου το απαγόρεψε;».
- «Τσαρλατάνος ο Ασκληπιός; Σαν δεν ντρέπεσαι!».
- «Ντρέπομαι, αλλά πεθαίνω, που λέει ο λόγος δηλαδή, μια και είμαι αθάνατος, πεθαίνω, δίνω τα πάντα, ακόμα και το μηχάνημα που ρίχνει τους κεραυνούς για ένα καλοψημένο, ζουμερό ριμπάι, μαζί με μια μερίδα πατάτες από το γνωστό ταχυφαγείο, και μετά, μετά καπάκι μια καϊπιρίνια, και να μη με λένε Δία αν δεν το κάνω σύντομα».
Το τι ακριβώς ακολούθησε μετά από αυτή τη δήλωση το ξέρω από καλά πληροφορημένες πηγές, όμως δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω και ο λόγος είναι πως δεν έχω καμιά όρεξη να γίνω πυροτέχνημα από κεραυνό, ούτε να τρέχω να κρυφτώ σε τίποτα σπηλιές.
Πάντως, το ριμπάι δεν το έφαγε, το ρούφηξε, όπως και την καϊπιρίνια.