Λίγα σκαλοπάτια κάτω από την επιφάνεια ενός πεζόδρομου κάπου στο κέντρο. Σε ένα θεατράκι μάλλον αθέατο στο πλήθος. Οι θέσεις του, περιορισμένες.
Οι θεατές, εκείνο το σαββατόβραδο, μετρημένοι. Αγνοώντας την ύπαρξή του, με αναζήτηση μέσω Google έφτασα ως εκεί... Με αναζητήσεις άπειρες διαδικτυακά συνέχισα για μέρες να ψάχνομαι και να κουβαλώ ανθρώπους και μηνύματα που μίλησαν στην απαίδευτη θεατρικά ψυχή μου. Ήξερα αρχικά μόνο τον τίτλο της παράστασης. Κάτι είχα ακούσει για τον σκηνοθέτη. Και μέχρι εκεί...
Μπήκα στον άγνωστο, σε μένα χώρο, σχεδόν διερευνητικά. Με αρκετές δεύτερες σκέψεις καρφωμένες στο κεφάλι για την υπαρκτή πιθανότητα μίας τυχόν αποτυχημένης επιλογής και χάσιμο χρόνου δηλαδή, είχα ήδη προαποφασίσει τη συνέχεια της βραδιάς. Λίγα λεπτά πριν ανοίξει η αυλαία, που κυριολεκτικά δεν άνοιξε ποτέ εννοείται, πάντα με το κινητό στο χέρι, ίσα που πρόλαβα να πάρω μια γεύση από το “θέμα” που βρήκα εξ αρχής εξαιρετικά ενδιαφέρον και κάπως φευγαλέα συγκράτησα, μάλλον με ανησυχία, τη διάρκεια της εκτέλεσής του επί σκηνής.
Ενενήντα λεπτά. Αλήθεια-ψέματα στη συγκεκριμένη παράσταση που εγώ παρακολούθησα, δεν ξέρω. Χάθηκε ο χρόνος με το που κλείσανε τα φώτα...
Από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο η απόλυτη διάψευση κάθε αρχικής επιφύλαξης. Μια ώρα, μιάμιση; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως στο τέλος είχα αυτή τη γλυκιά αίσθηση πως δε μου ’φτασε... Πως θα ’θελα λίγο ακόμη.
Σαν εκείνες τις συναυλίες που δε θες να τελειώσουν. Σαν όλες τις φορές που με ένα μαγικό τρόπο η τέχνη σε ταξιδεύει, σε συγκινεί, σε κινητοποιεί, σε παρασύρει, σου ξυπνά συναισθήματα κι αξίες, σε αγγίζει βαθιά, ακυρώνοντας τον χρόνο. Κι ας είναι οι χώροι μικροί ή μεγάλοι. Κι οι καλλιτέχνες λιγότερο ή περισσότερο επαγγελματίες, επώνυμοι και ανώνυμοι. Είδα “Το φίλεμα”, που εντύπως κυκλοφόρησε μόλις το 2023, και θεατρικά έχει ανέβει ήδη με επιτυχία στην Κρήτη, την Ελλάδα και το εξωτερικό, έχοντας στη βάση του τις ιστορίες που ο Ηρακλειώτης συγγραφέας άκουγε από τον παππού του για τη ναζιστική Κατοχή στην Κρήτη. Για ένα καφετζή στα Βορίζια, που λίγο πριν οι Γερμανοί κάψουν το χωριό, εκείνος τους τραπέζωσε γιατί θεωρούσε τη φιλοξενία ύψιστο χρέος του και γιατί στο μίσος δεν απάντησε με μίσος.
Το είδα από ένα θεατρικό σχήμα δικό μας, με μακρόχρονη διαδρομή. Σε μια θεατρική σκηνή, δίπλα μας, μια ανάσα από τον Άγιο Μηνά. Λίγες μόνο εβδομάδες μετά τη σκοτεινιά των αιματηρών γεγονότων στο χωριό της Ρίζας, μέσα από την παράσταση είδα να πρωταγωνιστεί το φως της συγχώρεσης κόντρα στην εκδίκηση. Την ανθρωπιά να στέκεται απέναντι στην αποκτήνωση. Την “εξουσία” να κάμπτεται. Το διαφορετικό να αγκαλιάζεται. Το θεωρητικά αυτονόητο να ανατρέπεται, δημιουργώντας ένα “θαύμα”... Στο κλείσιμο της αυλαίας - που κυριολεκτικά δεν έκλεισε ποτέ - τη νίκη του καλού πήρα μαζί μου. Του καλού από επιλογή και πίστη βαθιά.
Ανεβαίνοντας εκείνα τα λιγοστά σκαλοπάτια και βγαίνοντας ξανά στο κέντρο του Ηρακλείου, είχα την πληρότητα μιας βραδιάς απόλυτα κερδισμένης...
Κι αν γράφω αυτό το κείμενο είναι γιατί “εκτός θέματος”, επιφυλακτικοί θεατές από σπόντα σαν κι εμένα προφανώς είναι πολλοί, όμως χάνουν τόσο όμορφα πράγματα, που τόσο όμορφοι, ταλαντούχοι άνθρωποι κάνουν σε αυτήν την πόλη, γύρω μας, στη σφαίρα του πολιτισμού. Εγώ που μόνο ένα «ναι» είπα από καρδιάς σε μια πρόσκληση για μια αλλιώτικη σαββατιάτικη έξοδο, από ένα κορίτσι που δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται το θεατρικό σανίδι κι ας το πήγε η ζωή αλλού...
Και άξιζε τόσο τελικά, που το αισθάνθηκα χρέος μου να το μοιραστώ... Χρέος και όχι υποχρέωση, όπως τόσο απλοϊκά δυνατά άκουσα να λέει για την κινητήριο δύναμη του κεντρικού ήρωα, ο ταλαντούχος Ηρακλειώτης σκηνοθέτης της παράστασης, εξηγώντας πως το χρέος έχει διαύγεια, καθαρότητα, είτε το ατομικό, είτε το συλλογικό... Η υποχρέωση, όχι.