Πριν από σχεδόν τέσσερα χρόνια, τον Φεβρουάριο του 2022, οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στο έδαφος της Ουκρανίας, πυροδοτώντας τον μεγαλύτερο πόλεμο στην Ευρώπη μετά το 1945.
Ένας πόλεμος που, παρά το σοκ που προκάλεσε διεθνώς, δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Τα αίτια είχαν εγκατασταθεί βαθιά στο γεωπολιτικό υπέδαφος για δεκαετίες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ανάφλεξη ήταν πιθανή, αν όχι αναμενόμενη.
Πέρα και πάνω από τα ηθικά αφηγήματα που επικαλείται κάθε πλευρά, η Ουκρανία βρέθηκε σταδιακά στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης πολύ μεγαλύτερης από την ίδια. Η επιμονή του Κιέβου να ενταχθεί στη δυτική στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ - μια επιδίωξη που για την ουκρανική ηγεσία αποτελούσε εγγύηση ασφάλειας -λειτούργησε αντίθετα ως σκανδάλη που ενεργοποίησε τον φόβο της Μόσχας για περικύκλωση και απώλεια στρατηγικού βάθους.
Με τρόπο σχεδόν μοιραίο, η Ουκρανία «έβαλε το κεφάλι της στο στόμα του λύκου», μετατρεπόμενη σε παίγνιο των ανταγωνιστικών υπερδυνάμεων, ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία.
Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Από το 2014, όταν η Μόσχα προχώρησε στην κατάληψη της Κριμαίας, η αντιπαράθεση κλιμακωνόταν σταθερά. Για τους Δυτικούς, τα γεγονότα στο Κίεβο τότε ήταν μια λαϊκή εξέγερση που ανέτρεψε τον Βίκτορ Γιανούκοβιτς και επανέφερε τη χώρα προς τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό. Για τη Ρωσία, αντιθέτως, ήταν ένα πραξικοπηματικό γεγονός υποκινούμενο από τη Δύση, που έφερε μια εχθρική κυβέρνηση στα σύνορά της.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ένοπλη σύγκρουση δεν ήταν απλώς πιθανή, ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη για έναν αυταρχικό, ιστορικά αναθεωρητικό ηγέτη, ο οποίος θεώρησε ότι «στήνονται όπλα στην αυλή του». Το αποτέλεσμα είναι ο σημερινός πόλεμος, που αποδεικνύει ότι η Ουκρανία, όσο κι αν επιδίωξε να καθορίσει την πορεία της, τελικά βρέθηκε παγιδευμένη ανάμεσα σε δυνάμεις που υπερβαίνουν το μέγεθος και τη δυνατότητά της.
Ρωσικά λεφτά… σε δυτικά χέρια
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Ευρώπη βρέθηκε για μία ακόμη φορά διαιρεμένη. Όχι πια από ιδεολογικές ή κομματικές γραμμές, αλλά από τα ίδια τα θεμέλια της ύπαρξής της: τη στρατηγική της αυτονομία, τη σχέση της με τις ΗΠΑ και, κυρίως, την ενεργειακή και εμπορική της εξάρτηση από τη Ρωσία.
Για δεκαετίες, η Ε.Ε. επέλεξε να στηρίζει την ασφάλειά της στην αμερικανική ομπρέλα του ΝΑΤΟ, αλλά την ευημερία και τη βιομηχανική της ισχύ στη ρωσική ενέργεια.
Έτσι, στρατιωτικά «δεμένη» στο άρμα των ΗΠΑ, αλλά οικονομικά αγκαλιασμένη με τη Μόσχα, η Ευρώπη βρέθηκε απροετοίμαστη μπροστά σε μια σύγκρουση που αναστάτωνε τα δύο μεγαλύτερα συστήματα επιρροής στα οποία στηριζόταν.
Και όμως, εδώ βρίσκεται το πραγματικό παράδοξο που δείχνει και την ανυπαρξία οποιασδήποτε στρατηγικής. Παρά την ενεργειακή της εξάρτηση, η Ευρώπη δεν δίστασε ούτε λεπτό να ακολουθήσει τη στρατηγική του άρματος στο οποίο ήταν δεμένη.
Στο πρώτο κάλεσμα της Ουάσιγκτον, εμφανίστηκε συχνά βασιλικότερη του βασιλέως, υιοθετώντας σκληρότερη στάση από αυτήν που θα υπαγόρευαν τα αντικειμενικά της συμφέροντα απέναντι στη Ρωσία.
Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν αστραπιαία, χωρίς μεταβατικές ζώνες ασφαλείας, και οι πολιτικές αποφάσεις θύμισαν περισσότερο γεωπολιτικό αυτοματισμό παρά ώριμη στρατηγική σκέψη.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ηπείρου, υπήρξε πρωταγωνιστής αυτής της αλληλεξάρτησης. Από το Nord Stream 1 μέχρι το Nord Stream 2, από μακροχρόνια συμβόλαια φυσικού αερίου μέχρι την προνομιακή αγορά ρωσικού πετρελαίου, το Βερολίνο συνέδεσε σταδιακά την καρδιά της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με τον φθηνό ρωσικό ενεργειακό πλούτο. Αυτή η σχέση δεν ήταν απλώς εμπορική: ήταν θεμελιωμένη σε επίπεδο υποδομών, συστημική και στρατηγική, ενώ επεκτάθηκε και σε ευρύτερες διμερείς συμφωνίες. Η κεντρική και η ανατολική Ευρώπη στηρίχθηκαν σε αυτούς τους αγωγούς για να θερμανθούν, να παράγουν, να λειτουργήσουν.

Έτσι, όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να αντιδράσει με τον πιο ισχυρό μοχλό που διέθετε: τα χρήματα. Και εκεί αναδείχθηκε η πραγματική έκταση της σχέσης: περίπου 140 δισεκατομμύρια ευρώ σε ρωσικά κεφάλαια βρέθηκαν «παγωμένα» και υπό δυτικό έλεγχο.
Πρόκειται κυρίως για κρατικά κεφάλαια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα οποία βρίσκονταν σε ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, επενδεδυμένα σε ομόλογα, νομισματικά αποθέματα και χρηματοοικονομικά προϊόντα χαμηλού κινδύνου.
Πρόκειται για τα επίσημα συναλλαγματικά αποθέματα της Ρωσίας που ήταν τοποθετημένα στη Δύση στο πλαίσιο της στενής χρηματοοικονομικής συνεργασίας προ του πολέμου.
Η ύπαρξη αυτών των χρημάτων στα χέρια της Ευρώπης δεν είναι παρά το καθρέφτισμα της προηγούμενης «σχέσης ανάγκης» ανάμεσα στις δύο πλευρές. Και σήμερα, αυτή η σχέση μετατρέπεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά διλήμματα των ημερών.
Όταν η ιστορία αλλάζει… ρότα
Για σχεδόν τέσσερα χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική ρητορική γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία στηρίχθηκε επάνω σε ένα αφήγημα με ηθικό βάθος και ιστορική σαφήνεια: επιτιθέμενος και αμυνόμενος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμαχία υπέρ της Ουκρανίας παρουσιαζόταν συχνά ως η επιλογή της Ευρώπης να ταχθεί «στη σωστή πλευρά της ιστορίας», μία φράση που επαναλήφθηκε αρκετές φορές από ευρωπαίους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου και του Έλληνα πρωθυπουργού.
Και ας μην κρυβόμαστε, το δίπολο αυτό δεν ήταν ψευδές. Η εισβολή της Ρωσίας σε κυρίαρχο κράτος ήταν μια κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Όμως, η πραγματικότητα είναι συχνά πιο σύνθετη από τα συνθήματα. Με την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, το ευρωπαϊκό αφήγημα άρχισε να τρίζει εκ των έσω.
Η ίδια η χώρα που αποτελούσε τον βασικό πυλώνα της δυτικής συμμαχίας σήμερα εκπέμπει ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα.
Το αίτιο που οδήγησε στον πόλεμο, δηλαδή η επεκτακτική λογική της συμμαχίας πλέον δεν υφίσταται γιατί δεν… οδηγεί πουθενά. Ή μάλλον γιατί γίνεται κατανοητό πλέον ότι από τη μια οδηγεί στον σίγουρο μαζικό αφανισμό και από την άλλη δεν συμφέρει οικονομικά.
Η στάση του Τραμπ, απολύτως συνεπής με όσα πρεσβεύει χρόνια τώρα, δεν χωρά ρομαντισμούς ούτε ηθικά φορτισμένες κορώνες: κινείται στο ψυχρό δόγμα
«κέρδισε όσα περισσότερα μπορείς, με όσο το δυνατόν μικρότερο ρίσκο».

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να κλείσει άρον–άρον έναν πόλεμο που δεν προσφέρει στην Ουάσιγκτον περαιτέρω κέρδη, ανεξαρτήτως του κόστους που μπορεί να έχει αυτή η «ειρήνη» για τους Ευρωπαίους ή τους ίδιους τους Ουκρανούς.
Η Ευρώπη, αντιλαμβανόμενη έστω και αργά ότι ακόμη και μια «Ειρήνη Τραμπ» ίσως συνεπάγεται ρίσκα μεγαλύτερα από την συνέχιση ενός αδιέξοδου πολέμου, βρέθηκε σε κατάσταση στρατηγικής αμηχανίας. Αδύναμη στρατιωτικά, στράφηκε στο μοναδικό ισχυρό εργαλείο που είχε στη διάθεσή της: τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια των 140 δισ. ευρώ.
Μέχρι που χθες, σαν κεραυνός εν αιθρία στο ευρωπαϊκό στερέωμα, εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Μπαρτ βαν ντε Βέβερ, για να ανατρέψει τα δεδομένα. Με επιστολή του στην πρόεδρο της Κομισιόν διεμήνυσε ότι η βελγική κυβέρνηση είναι έτοιμη να ασκήσει βέτο στη χρήση των ρωσικών πόρων για την Ουκρανία - μια κίνηση που αιφνιδίασε τις Βρυξέλλες και που, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δείχνει ότι κάποιος στην Ευρώπη τολμά να επαναπροσδιορίσει τι πραγματικά σημαίνει «σωστή πλευρά της ιστορίας».
Ποιός φέρνει τα πάνω κάτω στη Ευρώπη
Ο Μπαρτ βαν ντε Βέβερ δεν είναι ένας τυχαίος πρωθυπουργός ούτε, όμως, είναι και ο πολιτικός που θα περίμενε κανείς να ταράξει τα νερά της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Όπως διαβάζουμε, γεννημένος το 1970 στην Αμβέρσα, σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της πόλης και δραστηριοποιήθηκε αρχικά ως ερευνητής και αρθρογράφος. Στην πολιτική αρένα μπήκε νωρίς, εξελισσόμενος σε κεντρική φιγούρα του βελγικού εθνικιστικού χώρου μέσα από τη Νέα Φλαμανδική Συμμαχία. Οι θέσεις του είναι συντηρητικές, φιλελεύθερες οικονομικά και ταυτόχρονα βαθιά προσανατολισμένες σε ζητήματα διακυβέρνησης, θεσμικής τάξης και ευρωπαϊκής αυτονομίας.
Παρά τις σαφείς ιδεολογικές του γραμμές, ο βίος και η πολιτεία του Βαν ντε Βέβερ δεν προϊδεάζουν εύκολα για συγκρουσιακές ή ακραίες παρεμβάσεις. Και αυτό επειδή το περιβάλλον που τον ανέδειξε - η ίδια η βελγική πολιτική κουλτούρα- βρίσκεται στον αντίποδα κάθε μορφής πολιτικού αιφνιδιασμού.
Το Βέλγιο είναι μια χώρα όπου η συναίνεση αποτελεί όχι στόχο αλλά προαπαιτούμενο, όπου οι κυβερνήσεις χτίζονται με επίπονες διαπραγματεύσεις που συχνά κρατούν μήνες ή και… χρόνια.

Δεν είναι τυχαίο ότι το Βέλγιο κατέχει το «ρεκόρ» μιας από τις μεγαλύτερες περιόδους χωρίς κυβέρνηση στην Ευρώπη: πάνω από 500 ημέρες πολιτικού κενού, όχι λόγω κρίσης, αλλά λόγω ατέρμονης αναζήτησης ισορροπιών μεταξύ εθνοτικών και κομματικών συνιστωσών.
Μέσα σε αυτή την παράδοση αργών διεργασιών και λεπτών ισορροπιών, η σημερινή κυβέρνηση του Βαν ντε Βέβερ -μια πεντακομματική σύνθεση από διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους- αποτελεί μικρογραφία του βελγικού πολιτικού μωσαϊκού.
Το γεγονός ότι ηγείται ενός τόσο πολύχρωμου σχήματος δείχνει ότι η θέση του δεν εκφράζει μια μειοψηφική ριζοσπαστική φωνή, αλλά μάλλον αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη πολιτική πραγματικότητα στη χώρα του.
Γι’ αυτό και το βέτο που άσκησε για τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξο: ένας πολιτικός από μια χώρα με κουλτούρα συναίνεσης, να κλονίζει ένα ολόκληρο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Όμως το «οξύμωρο» αυτό ίσως κρύβει μια βαθύτερη λογική, αυτήν που θα αναζητήσουμε στη συνέχεια.

Είναι το βέτο στη σωστή πλευρά της ιστορίας;
Η συζήτηση γύρω από το βέτο του Μπαρτ βαν ντε Βέβερ δεν έχει να κάνει ούτε με φιλορωσικά αντανακλαστικά ούτε με ιδεοληπτικές εμμονές. Αντίθετα, αποτελεί μια από τις σπάνιες στιγμές όπου η πολιτική ηγεσία τολμά να λειτουργήσει με καθαρά ορθολογικούς όρους, ακόμη κι αν αυτό συγκρούεται με το κυρίαρχο αφήγημα της στιγμής.
Το Βέλγιο δεν «μίλησε» μέσω μιας προσωπικής παρόρμησης, «μίλησε» μέσω μιας κυβέρνησης πέντε κομμάτων και μιας πολιτικής κουλτούρας που λειτουργεί συναινετικά. Γι’ αυτό και η θέση του Βέβερ πρέπει να γίνει αντιληπτή ως στάση ευθύνης, όχι ως απόκλιση.
Πρώτον, η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων - είτε αφορούν φυσικά πρόσωπα είτε κράτη - χωρίς δικαστική απόφαση, δεν είναι «απόδοση Δικαιοσύνης». Είναι αφαίρεση περιουσίας χωρίς έννομη βάση. Και όταν μια τέτοια πράξη πραγματοποιείται όχι από κάποιον παράνομο φορέα αλλά από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε η γραμμή που χωρίζει τη νομιμότητα από την αυθαιρεσία γίνεται επικίνδυνα λεπτή.
Εάν ο στόχος είναι η προστασία της διεθνούς τάξης, το μέσο δεν μπορεί να την υπονομεύει.
Δεύτερον, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή ηθικές κρίσεις για τη Ρωσία, τα δεδομένα δείχνουν πως η Μόσχα δεν οδεύει προς μια οριστική στρατιωτική ήττα.
Σε οποιοδήποτε ιστορικό προηγούμενο, αποζημιώσεις ανοικοδόμησης επιβάλλονται στον ηττημένο - όχι σε έναν αντίπαλο που εξακολουθεί να ελέγχει έδαφος, να διατηρεί στρατηγικές νίκες και να διαμορφώνει τους όρους της ειρήνης.
Η επιμονή ότι τα ρωσικά κεφάλαια θα αποτελέσουν «πολεμικές αποζημιώσεις» δεν εδράζεται σε καμία ιστορική αναλογία.
Τρίτον, η Ρωσία έχει τη δυνατότητα - και την πρόθεση - να διεκδικήσει νομικά τα χρήματα αυτά στο μέλλον.
Με βάση το διεθνές δίκαιο της κρατικής περιουσίας στο εξωτερικό, αλλά και την πρακτική διεθνών δικαστηρίων, η πιθανότητα να δικαιωθεί δεν είναι απλώς υπαρκτή, είναι μεγάλη. Αν συμβεί αυτό, οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα κληθούν να πληρώσουν κεφάλαιο, τόκους και αποζημιώσεις για μια απόφαση που δεν έλαβαν οι ίδιοι.
Τέταρτον, η ΕΕ βρίσκεται νομικά εκτεθειμένη. Στηρίζει μια εμπόλεμη χώρα που δεν είναι μέλος ούτε της Ένωσης ούτε του ΝΑΤΟ, άρα δεν υφίστανται οι θεσμικές βάσεις για την επιβολή οικονομικών αντιποίνων σε κρατική περιουσία τρίτης χώρας. Η υπέρβαση αυτών των ορίων ανοίγει επικίνδυνα προηγούμενα.
Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: το βέτο του Βαν ντε Βέβερ δεν είναι πράξη ιδεολογικής αντίστασης αλλά άσκηση κοινής λογικής.
Είναι η προειδοποίηση ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να τιμωρήσει οικονομικά όχι τη Ρωσία, αλλά… τον εαυτό της. Και υπό αυτό το πρίσμα, η «σωστή πλευρά της ιστορίας» ίσως να βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται και το Βέλγιο: στην προστασία των πολιτών σήμερα και αύριο.

Το βέτο που γεννά ελπίδα
Στο αποκορύφωμα μιας ευρωπαϊκής κρίσης που διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια, η αντίθεση ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και την πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ πιο εκκωφαντική.
Από τη μία, η ρητορική πολλών Ευρωπαίων ηγετών έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά σχεδόν παραληρηματικά: προειδοποιήσεις περί «επικείμενης ρωσικής εισβολής στην Ευρώπη», συνθηματολογία περί «τελευταίας γραμμής άμυνας», ένα αφήγημα που προωθείται με ένταση αλλά στηρίζεται σε ασαφή δεδομένα και υπερβολικούς φόβους. Από την άλλη, η φωνή της λογικής που αναδύεται αιφνιδιαστικά - και ευχάριστα - από μια χώρα που σπάνια πρωταγωνιστεί στο ευρωπαϊκό προσκήνιο: το Βέλγιο.
Με το βέτο του, ο Μπαρτ βαν ντε Βέβερ δεν απειλεί την ευρωπαϊκή ενότητα,την προστατεύει. Εμποδίζει μια απόφαση που θα έκανε την Ευρωπαϊκή Ένωση να μοιάζει περισσότερο με παρέα παρορμητικών εφήβων έτοιμων για καυγά, παρά με μια ώριμη πολιτική και οικονομική ένωση κυρίαρχων κρατών.
Σε μια εποχή όπου ο θόρυβος της υπερβολής πνίγει τον ψίθυρο της λογικής, το Βέλγιο υπενθύμισε ότι η υπευθυνότητα δεν είναι αδυναμία, είναι προϋπόθεση σταθερότητας.
Είναι αυτή η φωνή που κάνει τους Ευρωπαίους πολίτες να ελπίζουν ότι η κοινή λογική δεν έχει εκλείψει και το όνειρο μιας ενωμένης Ευρώπης δεν σβήνει πίσω από μεγάλα γραφεία και κλειστές πόρτες.