Τώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία οδεύει προς ένα τέλος (καλό ή κακό στις δυνάμεις ισχύος λίγη σημασία έχει) που δε θυμίζει σε τίποτα τις μεγαλοστομίες των πρώτων ημερών, τώρα που ο καπνός των μαχών γίνεται βουβή διπλωματία και υποχρεωτικές συναινέσεις, είναι ευκαιρία να ξαναμετρήσουμε την ελληνική στάση και την περίφημη “σωστή πλευρά της Ιστορίας”.
Όχι όπως την πλασάρισαν τα στρατόπεδα των φανατικών - οι μεν που έβλεπαν στο Κίεβο νέο “Μεσολόγγι”, οι δε που ονειρεύονταν τη Μόσχα ως προστάτιδα του Έθνους και της Ορθοδοξίας - αλλά όπως την αισθάνθηκε η Ελλάδα στις πραγματικές της ευπάθειες: στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στη Θράκη.
Ανάμεσα στις δύο σέχτες των βεβαιοτήτων χάθηκε μια τρίτη, η μόνη που είχε νόημα: η νηφάλια φωνή που έλεγε απλά ότι η Ελλάδα δεν είναι ούτε θεραπαινίδα της Ουάσινγκτον, ούτε υποτελής της Μόσχας. Είναι μια μικρή, εύθραυστη χώρα που οφείλει να βλέπει τον κόσμο με έναν κανόνα: το δικό της συμφέρον. Και το συμφέρον αυτό δεν εξυπηρετήθηκε.
Από το αυτονόητο στην υπερβολή
Το αυτονόητο δεν αμφισβητήθηκε: η εισβολή είναι εισβολή, όποιος κι αν τη διαπράττει. Και ειδικά μια χώρα σαν την Ελλάδα, με μνήμες από Κύπρο ’74 και απειλές στο Αιγαίο, δεν έχει περιθώριο για σχετικοποιήσεις.
Αλλά από το αυτονόητο μέχρι τη μετατροπή της χώρας σε σημαιοφόρο ενός πολέμου που δεν ήταν δικός της, η απόσταση ήταν χαοτική. Κι όμως, η κυβέρνηση τότε την κάλυψε με μια ελαφρότητα που ακόμη πληρώνουμε.
Εξοπλιστικό υλικό απομακρύνθηκε και από νησιά μας, που ήδη βρίσκονταν στο στόχαστρο της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Επιδείχθηκε μια κάπως... παιδική ρωσοφοβία, τέτοια που ούτε οι μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης δεν τόλμησαν.
Απαγορεύτηκαν έργα, συναυλίες και καλλιτέχνες, λες και ο Τσαϊκόφσκι βομβάρδιζε το Χάρκοβο ή ο Πούσκιν και ο Ντοστογιέφσκι θα έμπαιναν κατακτητές στη Βαρσοβία και μεθαύριο στο Βερολίνο ή την Καβάλα. Και σε όλο αυτό προστέθηκε η πιο ατυχή σύγκριση που ειπώθηκε: η Ελληνική Επανάσταση παραλληλίστηκε με την ουκρανική αντίσταση. Δεν ήταν μόνο ιστορική αστοχία. Ήταν πολιτικό κιτς που εκτέθηκε στη διεθνή σκηνή και ευτέλισε τα δικά μας σύμβολα για να κερδηθεί ένα παροδικό χειροκρότημα στο Αμερικανικό Κογκρέσο. Ο Καραϊσκάκης εξομοιώθηκε με τον Ζελένσκι και το Κίεβο με το Μεσολόγγι...
Μια χώρα πιο πρόθυμη απ' όσο αντέχει
Δεν υπήρχε κανένας λόγος η Ελλάδα να γίνει “πρωταθλήτρια” της δυτικής γραμμής. Δεν το έκαναν ούτε χώρες με δεκαπλάσιο ειδικό βάρος. Παρίσι και Ρώμη κράτησαν αποστάσεις. Η Αθήνα, αντίθετα, αποφάσισε να κλοτσήσει την καρδάρα της ισορροπίας που είχε χτιστεί επί δεκαετίες με τη Μόσχα - χωρίς να κερδίσει τίποτα χειροπιαστό από την Ουάσινγκτον.
Και όταν κάποιοι το επεσήμαναν, αντιμετωπίστηκαν ως “πράκτορες”. Ένα ολόκληρο σύστημα προπαγάνδας κινήθηκε τότε για να στοχοποιήσει όσους δεν υπέγραφαν τη γραμμή των “γεωπολιτικών μονόκερων”. Ήταν η εποχή που, αν τολμούσες να πεις ότι η Ελλάδα δεν αντέχει να τα “σπάσει” ολοκληρωτικά με τη Ρωσία, παρουσιαζόσουν περίπου σαν ύποπτος.
Κι όμως, εδώ και όχι χωρίς κόστος μιλήσαμε. Όχι για να χαϊδέψουμε τη Μόσχα ή το Κίεβο, αλλά για να θυμίσουμε ότι η δημοσιογραφία δεν είναι χειροκροτητής καμιάς υπερδύναμης. “Πουτινάκια”, αλλά άμα για τη Ρωσία τα έχει πει ο Κίσινγκερ, αυτός ο “εφιάλτης” για τον Ελληνισμό, τότε είναι ο γκουρού της στρατηγικής των ΗΠΑ, όπως και ο κορυφαίος σύγχρονος ιστορικός ο Μέρσχαϊμερ ή ο Τζέφρι Σακς, ε “πουτινάκια” κι αυτοί;
Ο λογαριασμός ήρθε
Τώρα που ο πόλεμος κατά φαινόμενα τελειώνει με τρόπους που κανείς από τους δυτικούς θριαμβολογούντες δεν προέβλεψε, οι ζημιές για την Ελλάδα είναι πια ορατές:
- Οι σχέσεις με τη Ρωσία βρίσκονται στο ναδίρ.
- Η Μόσχα μάς κατατάσσει στις “εχθρικές χώρες”.
- Ο ρωσικός τουρισμός, που κάποτε έφτανε σχεδόν το 20% στην Κρήτη, εξαφανίστηκε.
- Το ενεργειακό κόστος εκτοξεύτηκε.
- Η διπλωματική μας ισορροπία - αυτή που χτίστηκε με κόπο μετά το ’74 για να έχουμε ανοικτά κανάλια και με Δύση και με Ανατολή - έχει τιναχτεί στον αέρα.
Κι ενώ ο κόσμος αλλάζει με ρυθμούς καταιγιστικούς, η Αθήνα επιμένει να ζει στο 2021. Σαν να μην έμαθε τίποτα.
Τι θα γίνει αν η Ρωσία αλλάξει στάση; Το σενάριο που η Αθήνα κάνει πως δε βλέπει
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σοβαρότερο - και εδώ η ελληνική πολιτική τάξη, σύσσωμη, παριστάνει πως κοιτάζει αλλού: τι θα συμβεί αν η Ρωσία, ως αντίδραση για τη στάση της Ελλάδας, μεταβάλει τις πάγιες θέσεις της στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό; Ας μιλήσουμε καθαρά. Υπάρχουν τρεις πιθανές, απολύτως ρεαλιστικές, επιπτώσεις:
1. Αναγνώριση του ψευδοκράτους - ο εφιάλτης της Λευκωσίας
Η Μόσχα ήταν επί δεκαετίες από τους σταθερότερους υπερασπιστές της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη. Αν όμως αποφάσιζε, σε μια συγκυρία αλλαγής συμμαχιών, να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος-— έστω εμμέσως, έστω μέσω “γραφείων αντιπροσώπευσης” - θα σήμαινε:
- αποδοχή ντε φάκτο διχοτόμησης,
- ενίσχυση της τουρκικής διπλωματίας,
- κατάρρευση της όποιας διαπραγμάτευσης,
- αποδυνάμωση της θέσης της Κύπρου στην Ευρώπη.
Και τότε, όσοι θεωρούσαν ότι «δεν πειράζει να τα σπάσουμε με τη Ρωσία, έχουμε Ε.Ε. και ΗΠΑ», θα ανακάλυπταν ότι στην Κύπρο οι εγγυήσεις δε γίνονται με ευχολόγια.
2. Αλλαγή στάσης σε Αιγαίο - ΑΟΖ - Ανατολική Μεσόγειο
Η Ρωσία, ανεξάρτητα από τις σχέσεις της με την Τουρκία, κρατούσε μια επίσημη γραμμή ουδετερότητας για τα ελληνοτουρκικά. Δε στήριζε τις τουρκικές θέσεις περί “γκρίζων ζωνών”, ούτε το νέο δίκαιο που προσπαθεί να εφεύρει η Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλά τι θα συμβεί αν, “ως απάντηση”, επιλέξει να αναγνωρίσει μέρος των τουρκικών διεκδικήσεων;
Τότε:
- Το αφήγημα της Τουρκίας περί «νησιών χωρίς πλήρη δικαιώματα» θα αποκτήσει βαρύτητα,
- Η ελληνική θέση σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα θα αποδυναμωθεί,
- Οι διεθνείς ισορροπίες στις θαλάσσιες ζώνες θα μετακινηθούν,
- Και η Αθήνα θα ανακαλύψει ότι δεν είχε κανένα λόγο να χάσει έναν παλιό, πολύτιμο «ουδέτερο» παίκτη.
3. Ρωσοτουρκική γεωπολιτική συμφωνία - η απόλυτη απομόνωση της Ελλάδας
Το τρίτο σενάριο είναι ακόμη πιο επικίνδυνο: στενότερη συνεργασία Μόσχας-Άγκυρας σε ενεργειακά, στρατιωτικά, ναυτικά ζητήματα.
Αν συμβεί αυτό, τότε η Τουρκία θα έχει:
- τις ΗΠΑ για F-16,
- την Ευρώπη για εμπορικές συμφωνίες,
- και τη Ρωσία για γεωπολιτικό βάθος.
Και η Ελλάδα; Θα βρίσκεται ξανά στον ρόλο του “καλού παιδιού”, που όμως δεν παίρνει ποτέ τίποτα.
Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική, είναι στρατηγική αφέλεια.
Ο ξεχασμένος Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας - το αόρατο μέτωπο
Κι αν κάτι δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί η γεωπολιτική σταθερά που θεωρούσαμε «δεδομένη», αυτό είναι η τύχη του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας. Η Μαριούπολη, η Αζοφική, οι ελληνικές κοινότητες που επιβίωσαν για αιώνες μέσα σε αυτοκρατορίες και καθεστώτα, βρέθηκαν ξανά - όπως τόσες φορές στην ιστορία - να πληρώνουν τον λογαριασμό των μεγάλων δυνάμεων χωρίς κανείς να τους ρωτήσει. Η Ελλάδα θυμήθηκε τους εκεί Έλληνες μόνο όταν η πρώτη ρουκέτα έσκασε λίγα χιλιόμετρα από ελληνικά σπίτια, και τους ξέχασε μόλις κάλυψε η στάχτη τις γειτονιές τους. Ναι, αλλά αυτές οι περιοχές με Ελληνισμό, σήμερα είναι στη ρωσική σφαίρα πλέον επί ουκρανικού εδάφους.
Η σιωπή απέναντι σε αυτόν τον ξεριζωμό δεν είναι απλώς αμηχανία. Είναι πολιτικός φόβος: φόβος μήπως η Αθήνα βρεθεί σε ευθεία σύγκρουση είτε με το Κίεβο είτε με τη Μόσχα, φόβος μήπως αποκαλυφθεί ότι η Ελλάδα δεν έχει στρατηγική, παρά μόνο αντιδράσεις ανάλογα με το ποιος τηλεφωνεί από την άλλη άκρη της γραμμής - η Ουάσινγκτον, οι Βρυξέλλες ή όποιος άλλος κρατά τα “κλειδιά” της επόμενης χρηματοδότησης.
Κι όμως, ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας δεν είναι απλώς μια «ομογενειακή λεπτομέρεια». Είναι στρατηγικός πυλώνας σε μια περιοχή που καθορίζει ενεργειακούς δρόμους, θαλάσσιες ζώνες, πληθυσμιακές ισορροπίες και, ναι, την ίδια την αλυσίδα ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ελλάδα θα έπρεπε να τον έχει υψώσει ως διεθνές ζήτημα, όπως έκανε κάποτε με την ομογένεια της Κωνσταντινούπολης ή όπως κάνουν άλλες χώρες όταν αγγίζουν τα συμφέροντά τους. Αντ’ αυτού, τον άφησε να γίνει φάντασμα στις αναλύσεις των think tank, ένα υποσημείωμα στα δελτία των 8.
Αν η Ρωσία αλλάξει στάση στο Κυπριακό, αν αναγνωρίσει τα Κατεχόμενα, αν επιλέξει ξανά να παίξει το παιχνίδι των πιέσεων στο Αιγαίο μέσω “παραθύρων” που ανοίγουν και κλείνουν κατά το δοκούν, τότε ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας θα αποδειχθεί πως ήταν ο προάγγελος όσων έρχονται. Γιατί αυτό που έγινε στη Μαριούπολη - η εγκατάλειψη, η διπλωματική αφωνία, η αδυναμία να υπάρξει “ελληνική κόκκινη γραμμή” - θα επαναληφθεί αλλού, απλώς με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και διαφορετικά σύνορα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να μιλά για ΑΟΖ, για υφαλοκρηπίδες, για γεωπολιτική αυτοπεποίθηση στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν την ίδια στιγμή άφησε έναν ιστορικό Ελληνισμό 2.500 ετών να εξαφανιστεί χωρίς να “ανοίξει ρουθούνι” στην Ευρώπη. Η απουσία στρατηγικής στο θέμα αυτό λειτουργεί σαν καθρέφτης: δείχνει τι θα συμβεί και σε άλλα κρίσιμα ζητήματα αν η Αθήνα συνεχίσει να πορεύεται χωρίς σχέδιο και μόνο με «συμμαχικές προσδοκίες».
Και όπως στη Μαύρη Θάλασσα, έτσι και στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στο Καστελόριζο, ο Ελληνισμός δεν έχει πολυτέλεια να περιμένει τι θα πει κάθε φορά η εκάστοτε μεγαλοδύναμη. Αν δε μάθει να επενδύει στη δική του αυτονομία, οι χάρτες θα ξαναγραφτούν ερήμην του.
Η Κρήτη μέσα σε αυτό το τοπίο - το ανατολικό φρούριο που δε βλέπει κανείς
Η Κρήτη εμφανίζεται πάντα στους χάρτες ως «σταθερή αξία». ΝΑΤΟϊκές βάσεις, αεροπορική ισχύς, κομβική θέση. Ναι, αλλά η σταθερότητα δεν είναι δεδομένη όταν αλλάζει όλο το περιφερειακό σκηνικό. Αν η Κύπρος αποσταθεροποιηθεί, η Κρήτη μετατρέπεται αυτόματα σε πρώτη γραμμή.
Όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά ενεργειακά, διπλωματικά, μεταναστευτικά, επιχειρησιακά. Η Βάση της Σούδας δεν είναι “άγκυρα ειρήνης”. Είναι άγκυρα ισχύος - και όλες οι άγκυρες έχουν βάρος.
Όταν το περιβάλλον γύρω τους αλλάζει, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο σε βλέπουν οι σύμμαχοι και αυτοί που δεν είναι σύμμαχοι. Γι’ αυτό το κρητικό βλέμμα στα γεωπολιτικά είναι πάντα πιο ρεαλιστικό από το αθηναϊκό: εδώ ξέρουμε ότι οι μεγάλοι δε διστάζουν ποτέ όταν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν έναν τόπο για τα δικά τους παιχνίδια. Κι όταν οι χάρτες ξαναγράφονται, συνήθως δε ρωτούν τον ιδιοκτήτη του χάρτη.
Δυστυχώς, ζούμε σε μία ώρα της στρατηγικής ωριμότητας που δεν ήρθε ποτέ στην πατρίδα μας και το πολιτικό σύστημά της.
Αν κάτι χρειάζεται επειγόντως η Ελλάδα, δεν είναι νέες αναλύσεις, ούτε νέα «εθνική αφήγηση».
Είναι στρατηγική αντοχή. Η ικανότητα να βλέπει πέντε κινήσεις μπροστά, όχι να περιμένει τις εξελίξεις για να αποφασίσει αν θα αντιδράσει.
Ηγεσία που δε βλέπει τον κόσμο που αλλάζει
Η χώρα έχει ηγεσία που συνεχίζει να λειτουργεί με το παλιό manual της δεκαετίας του ’90: «με τους Αμερικανούς καλά, με τους Ευρωπαίους καλύτερα». Μόνο που ο κόσμος δε λειτουργεί πλέον έτσι:
- Η Ευρώπη χάνει ισχύ.
- Η Αμερική αλλάζει προτεραιότητες.
- Η Ασία ανεβαίνει.
- Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού όλων.
- Η Τουρκία παίζει πολυδιάστατο παιχνίδι.
- Και η Ρωσία, είτε μας αρέσει είτε όχι, παραμένει ένας παράγοντας που μπορεί να καθορίσει ισορροπίες.
Η Ελλάδα, όμως, εγκλωβισμένη στη θύμηση της “ευρωπαϊκής κανονικότητας”, δείχνει να μη βλέπει την επόμενη μέρα.
Το μάθημα που δε μάθαμε
Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα μικρών χωρών που πίστεψαν πως είχαν στήριξη υπερδυνάμεων, μέχρι που την έχασαν.
- Το 1922, οι Δυτικοί είχαν ήδη εγκαταλείψει την Ελλάδα στη Μικρά Ασία.
- Οι Κούρδοι δεκάδες φορές προδόθηκαν από τους κατά καιρούς “συμμάχους”.
- Τώρα βιώνει κάτι ανάλογο και η Ουκρανία.
Το ζήτημα δεν είναι “αν” χάνεις. Το ζήτημα είναι σε ποιον πόλεμο χάνεις. Στον δικό σου ή σε πολέμους άλλων.
Και η Ελλάδα έχασε σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός της.
Αν κάτι μένει από αυτή την τριετία γεωπολιτικής υπερβολής, είναι η απλή διαπίστωση ότι οι χώρες που επιβιώνουν δεν είναι εκείνες που φωνάζουν περισσότερο, ούτε εκείνες που τρέχουν να μπουν πρώτες σε κάθε διεθνή σταυροφορία.
Είναι εκείνες που ξέρουν να ζυγίζουν:
- πότε μιλούν και πότε σωπαίνουν,
- πότε παρεμβαίνουν και πότε κρατούν αποστάσεις,
- πότε προστατεύουν συμφέροντα και πότε αποφεύγουν παγίδες.
Η Ελλάδα, στο Ουκρανικό, δεν το έκανε. Και τώρα, με την πιθανότητα ρωσικής αναθεώρησης στο Κυπριακό και στα θαλάσσια ζητήματα να παραμένει στο τραπέζι, ο πραγματικός λογαριασμός αρχίζει να χτυπά την πόρτα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα τον ανοίξει κάποιος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα προλάβει να διορθώσει κάτι έστω, πριν ο λογαριασμός γίνει οριστικός.