Η πολιτική υποκρισία στην Ελλάδα δε γεννήθηκε χθες. Δεν ανακαλύφθηκε με κάποιο σκάνδαλο, ούτε ξεπήδησε από κάποια διάτρητη δημόσια υπηρεσία. Είναι ένα βαθύ χρόνια ριζωμένο σύστημα νοοτροπίας, που ενεργοποιείται, μιλά, κλαίει και οδύρεται μόνο όταν συμβεί το χειρότερο και αυτό το χειρότερο, το απόλυτο δράμα, είναι όταν χάνεται ένα νέο παιδί που υπηρετεί στον Ελληνικό Στρατό.
Τότε είναι που το πολιτικό σύστημα στήνει το πιο καλοστημένο θέατρο, το θέατρο της υποκρισίας, των δακρύων μπροστά στις κάμερες και των δήθεν δεσμεύσεων για άμεση διερεύνηση, λήψη μέτρων και απόδοση ευθυνών. Και τελικά, τι γίνεται; Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Οι υποσχέσεις εξατμίζονται, οι ευθύνες σβήνουν, οι φάκελοι μπαίνουν σε συρτάρια και ο κύκλος συνεχίζεται. Μέχρι το επόμενο φέρετρο. Μέχρι το επόμενο άδικο χαμόγελο, που θα γίνει μαύρη κορδέλα. Μέχρι το επόμενο τηλεφώνημα που θα διαλύσει μια οικογένεια.
Η περίπτωση του Ραφαήλ από το Τυμπάκι, αλλά και κάθε Ραφαήλ που χάθηκε άδικα πριν από αυτόν, δεν πρέπει να γίνει απλώς άλλο ένα όνομα στη μακρά λίστα νέων που έπεσαν θύματα αδιαφορίας, παραμέλησης, προχειρότητας και κακοσυντηρημένων υποδομών. Πρέπει να γίνει απόδειξη ότι το ελληνικό κράτος, παρά τα μεγάλα λόγια για εκσυγχρονισμό και θωράκιση, εξακολουθεί να λειτουργεί με λογικές δεκαετιών, λογικές από άλλες εποχές, τότε που ο φαντάρος ήταν υποχρέωση και όχι άνθρωπος. Ότι στις Ένοπλες Δυνάμεις ιδιαίτερα σε καιρούς ειρήνης οι απώλειες δεν είναι ατυχήματα αλλά προϊόν συστημικών προβλημάτων, για τα οποία κανείς δε λογοδοτεί.
Εδώ ακριβώς ξεκινά η μεγάλη υποκρισία. Οι πολιτικοί εμφανίζονται στις κηδείες με ύφος σοβαρό, το βλέμμα χαμηλωμένο, τα χέρια σφιγμένα πίσω από την πλάτη. Καταθέτουν στεφάνια, υποκλίνονται μπροστά στη σημαία, ψιθυρίζουν λόγια παρηγοριάς σε ανθρώπους που βρίσκονται σε απόλυτο σοκ. Υπόσχονται ότι θα γίνει ό,τι χρειαστεί για να μην επαναληφθεί. Μιλούν για δίκαιη διερεύνηση και απαραίτητες αλλαγές και μετά φεύγουν, μπαίνουν στο αυτοκίνητο με τη σημαία στο καπό και επιστρέφουν στη βολή τους. Το θέμα έχει κλείσει. Οι κάμερες έφυγαν.
Η κοινωνία κατά τη γνώμη τους θα ξεχάσει. Ο πόνος της οικογένειας δεν τους αγγίζει. Ίσως λίγα δευτερόλεπτα συγκίνησης, που εξαφανίζονται μέχρι να επιστρέψουν στα πολιτικά γραφεία τους. Όμως η κοινωνία δεν ξεχνά. Οι οικογένειες δεν ξεχνούν και σίγουρα δεν ξεχνούν οι επόμενοι φαντάροι που μπαίνουν σε στρατόπεδα με εγκαταστάσεις της δεκαετίας του ’70, με οχήματα που έχουν ξεπεράσει τη διάρκεια ζωής τους, με εξοπλισμό σκουριασμένο, με εκπαίδευση που γίνεται όπως-όπως, με διαδικασίες που παραμένουν επικίνδυνες επειδή κάποιοι βαριούνται να τις αναθεωρήσουν.
Δε γίνεται στον 21ο αιώνα, σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αντιμετωπίζουμε τη στρατιωτική θητεία ή ακόμα και τη μονιμότητα σαν καταναγκασμό, αντί ως θεσμό που πρέπει να προστατεύει πρώτα τον άνθρωπο. Δε γίνεται να φτάνουν πάλι και πάλι φέρετρα σκεπασμένα με την ελληνική σημαία στα σπίτια οικογενειών που έδωσαν το παιδί τους στον Στρατό και το πήραν πίσω νεκρό. Δε γίνεται η ελληνική κοινωνία να ζει με τη φράση «τι να κάνουμε... συμβαίνουν αυτά». Δε συμβαίνουν. Τα προκαλεί η αδιαφορία. Όταν ένα νέο παιδί χάνει τη ζωή του την ώρα της υπηρεσίας, αυτό δεν είναι τραγωδία μόνο για την οικογένειά του. Είναι ντροπή για το κράτος. Είναι κατάρρευση της στοιχειώδους υποχρέωσης που έχει η Πολιτεία να προστατεύει τον πολίτη που της εμπιστεύεται τη ζωή του. Να διασφαλίζει ότι ο φαντάρος, ο οπλίτης και ο μόνιμος, ανεξάρτητα από καταγωγή, μόρφωση, κοινωνική τάξη, θα επιστρέψει στο σπίτι του ασφαλής. Όχι ηρωικά. Όχι γενναίος. Απλώς ασφαλής.
Ναι, η στρατιωτική ζωή έχει κινδύνους. Ναι, ο Στρατός είναι οργανισμός πειθαρχίας, εκπαίδευσης, σωματικής δοκιμασίας. Αλλά ο κίνδυνος πρέπει να είναι απολύτως ελεγχόμενος. Δεν είναι αποδεκτό να υπάρχουν θάνατοι σε ασκήσεις, σε οχήματα που δεν έπρεπε να κυκλοφορούν, σε σκοπιές χωρίς τις απαραίτητες προδιαγραφές ασφαλείας, σε μονάδες που λειτουργούν με προσωπικό ελλιπές ή εξουθενωμένο. Δεν είναι αποδεκτό να αντιμετωπίζεται κάθε απώλεια σαν μεμονωμένο περιστατικό. Πόσα μεμονωμένα περιστατικά πρέπει να συμβούν για να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα είναι συστημικό;
Αν θέλουμε επιτέλους να σταματήσουν τα επόμενα φέρετρα, πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται είναι απόλυτη διαφάνεια. Να σταματήσει η κουλτούρα της απόκρυψης, του κουκουλώματος, της εσωτερικής σιωπηλής διερεύνησης, που στο τέλος δεν καταλήγει πουθενά. Κάθε ατύχημα, κάθε δυσλειτουργία, κάθε παράβαση ασφαλείας πρέπει να δημοσιοποιείται. Πρέπει να διενεργούνται έρευνες από ανεξάρτητους μηχανισμούς, όχι από αυτούς που έχουν ως προτεραιότητα να προστατεύσουν την εικόνα του Στρατού.
Σημαντικό είναι η αναβάθμιση των υποδομών. Όχι με ανακοινώσεις, όχι με μακέτες, όχι με εξαγγελίες σε ημερίδες για την άμυνα. Με έργα. Πραγματικά έργα. Με κονδύλια που πάνε εκεί που πρέπει, όχι σε πελατειακές εξυπηρετήσεις, όχι σε αγορές που δεν έχουν καμία σχέση με την καθημερινή ασφάλεια των στρατευμένων. Με εκσυγχρονισμό οχημάτων, χώρων, εξοπλισμού. Με συντήρηση που να γίνεται εγκαίρως, όχι εκ των υστέρων, όταν είναι πλέον αργά και κυρίως με εκπαίδευση και όχι με λογικές του ποδαριού.
Οι οικογένειες δεν ξεχνούν και σίγουρα δεν ξεχνούν οι επόμενοι φαντάροι που μπαίνουν σε στρατόπεδα με εγκαταστάσεις της δεκαετίας του ’70, με οχήματα που έχουν ξεπεράσει τη διάρκεια ζωής τους, με εξοπλισμό σκουριασμένο, με εκπαίδευση που γίνεται όπως-όπως, με διαδικασίες που παραμένουν επικίνδυνες επειδή κάποιοι βαριούνται να τις αναθεωρήσουν
Η ιστορία του Ραφαήλ από το Τυμπάκι δεν πρέπει να γίνει άλλη μία τραγική υπενθύμιση της ελληνικής κρατικής ανεπάρκειας. Πρέπει να γίνει το τελευταίο σήμα κινδύνου. Πρέπει να γίνει η στιγμή που η κοινωνία θα χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και θα πει ως εδώ. Γιατί αρκετά θρηνήσαμε νέα παλικάρια που έφυγαν χωρίς λόγο. Αρκετά παρακολουθήσαμε τις ίδιες δηλώσεις, τα ίδια λόγια, τις ίδιες υποσχέσεις. Αρκετά αφήσαμε τη μοίρα παιδιών που υπηρετούν τη θητεία τους να εξαρτάται από τη διάθεση κάποιων που δεν ένιωσαν ποτέ τι σημαίνει νύχτα στη σκοπιά, τι σημαίνει να ανεβαίνεις σε όχημα που τρίζει, τι σημαίνει να κάνεις άσκηση με εξοπλισμό που μοιάζει με μουσειακό.
Η Ελλάδα δε χρειάζεται περισσότερες τελετές με σημαίες πάνω σε φέρετρα. Χρειάζεται να σταματήσουν οι τελετές. Χρειάζεται να φτάνει στο σπίτι τους ο φαντάρος χαμογελαστός, κουρασμένος, αλλά ασφαλής.
Ας είναι λοιπόν ο Ραφαήλ το τελευταίο παλικάρι που θρηνήσαμε εξαιτίας της πολιτικής υποκρισίας. Ας γίνει το όνομά του ορόσημο αλλαγής. Όχι άλλο ξύλινο πολιτικό λόγο. Όχι άλλη συγκίνηση μπροστά στις κάμερες. Όχι άλλο “θα δούμε”. Οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να προστατεύουν ζωές και όχι να τις θρηνούν.
Αν το κράτος έχει ακόμα συνείδηση, έστω και για μια φορά, ας πράξει το αυτονόητο, ας θωρακίσει την ασφάλεια των ανθρώπων που υπηρετούν την πατρίδα. Για να μη χρειαστεί άλλη μάνα να σφίξει στο στήθος της ένα φέρετρο καλυμμένο με τη γαλανόλευκη. Για να μην ξαναζήσει καμία οικογένεια τον ίδιο εφιάλτη. Για να μη γίνει ποτέ ξανά ο θάνατος ενός νέου παιδιού αφορμή για πολιτικές φιέστες και κροκοδείλια δάκρυα.
Για να είναι πραγματικά ο Ραφαήλ από το Τυμπάκι το τελευταίο παλικάρι. Αλήθεια, πόσα ακόμα παιδιά πρέπει να θρηνήσουμε στον Ελληνικό Στρατό;