Τα τελευταία χρόνια τα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων φαίνεται να αυξάνονται, ή τουλάχιστον να γίνονται πιο ορατά μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και τα ΜΜΕ. Για έναν γονέα, κάθε τέτοια είδηση είναι μια "γροθιά στο στομάχι". Η ανησυχία δεν αφορά μόνο την πιθανότητα ... το δικό μας παιδί να γίνει θύμα. Εξίσου επώδυνη - κι ανομολόγητη – είναι η σκέψη ότι το ίδιο μας το παιδί μπορεί να γίνει ο θύτης. Και μόνο η σκέψη γεννά ντροπή, φόβο και μια αόριστη αίσθηση ανεπάρκειας, σαν ως γονείς να αποτυγχάνουν στον ρόλο τους.
Οι γονείς παλεύουν να καταλάβουν τι σηματοδοτούν οι ανησυχητικές συμπεριφορές: απότομες αλλαγές στον χαρακτήρα, επιθετικότητα, απομόνωση ή παρέες με προβληματική δυναμική. Όμως "χάνονται" ανάμεσα στους ειδικούς και μη, μην ξέροντας τελικά πού να απευθυνθούν.
Στην πραγματικότητα, στη χώρα μας δεν υπάρχει ένα οργανωμένο, ενιαίο πλέγμα πρόληψης, καθοδήγησης και υποστήριξης για οικογένειες που βλέπουν τα παιδιά τους να παρεκκλίνουν ή να δυσκολεύονται συναισθηματικά. Η ευθύνη μετακυλίεται στον γονιό, που νιώθει ότι πρέπει μόνος του να βρει λύσεις, να αξιολογήσει ειδικούς και να αποκωδικοποιήσει σημάδια που συχνά δεν είναι καθόλου ξεκάθαρα.
Η κοινή γνώμη, από την άλλη; Βιαστικά τείνει να αντιμετωπίζει τους ανήλικους με επιθετική ή παραβατική συμπεριφορά ως «μικρούς εγκληματίες». Μια οπτική αναμφίβολα απλουστευτική και βαθιά άδικη. Πίσω από κάθε παιδί που ασκεί βία υπάρχουν συναισθηματικά κενά, δυσκολίες στις σχέσεις, ανάγκη αναγνώρισης, φόβος ή ακόμη και το δικό του τραύμα. Η δαιμονοποίηση δεν είναι παρά ένα κάλυμμα που κρύβει την πραγματική "ρίζα" του προβλήματος και ταυτόχρονα αποθαρρύνει τους γονείς από το να ζητήσουν βοήθεια εγκαίρως, μην τυχόν στιγματιστούν.
Η πρόληψη, όμως, δεν είναι πολυτέλεια. Αντιθέτως είναι ανάγκη. Πόσοι, αλήθεια, απευθύνονται σε συμβούλους ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, πριν προκύψει το πρόβλημα; Αλήθεια, πόσες πιθανότητες έχουν τα δημόσια σχολεία που παλεύουν ως ... τα τέλη της χρονιάς με ελλείψεις εκπαιδευτικών και διαχρονικά προβληματικές υποδομές, να ελπίσουν ότι θα ενταχθούν κάποτε σταθερά στο δυναμικό των σχολείων σχολικοί ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί; Και μια ερώτηση ρητορική - τουλάχιστον για την Κρήτη: Πώς μπορεί ένας γονιός να νιώσει ασφάλεια ότι, αν προκύψει ένα πρόβλημα, υπάρχει δίκτυο δημόσιων παιδοψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων και επαρκείς υποδομές αξιολόγησης του δικού του παιδιού;
Οι διάφορες γραμμές υποστήριξης για παιδιά, γονείς κι εφήβους προσπαθούν να καλύψουν ένα μέρος από το τεράστιο κενό που η Πολιτεία, ως σήμερα, έχει αφήσει. Η Πολιτεία, που αποδεικνύεται ανέτοιμη, έρχεται να ακολουθήσει την σκληρή πραγματικότητα του "κόσμου των ανηλίκων", με μέτρα που έρχονται εκ των υστέρων, με βαρύγδουπες (σίγουρα και φιλόδοξες) δηλώσεις που ακούσαμε προ μηνών. Όμως ... μια που τις ακούσαμε και μια που τις ξεχάσαμε. Κι όλοι επέστρεψαν στην καθημερινότητα και την πραγματικότητά τους.
Πρόληψη λοιπόν. Για τη μικρή μας χώρα μοιάζει πολυτέλεια, ίσως κι αστείο. Όμως πάνω και πρώτα απ' όλα, χρειάζεται πίεση για μια συνολική αναδιάρθρωση του πλαισίου πρόληψης. Η κοινωνία δεν μπορεί να απαιτεί από τα παιδιά να «συμμορφώνονται» χωρίς να προσφέρει δίχτυ προστασίας. Η έγκαιρη στήριξη, η εκπαίδευση στις δεξιότητες ζωής και η συστηματική παρέμβαση στις οικογένειες πρέπει να είναι αυτονόητες υπηρεσίες – όχι μια δύσκολη προσωπική αναζήτηση.
Τα παιδιά δεν γεννιούνται «δυνάμει εγκληματίες». Γίνονται αυτό που τους επιτρέπουμε, αυτό που τους δείχνουμε και αυτό που τα βοηθάμε να γίνουν. Και οι γονείς - όμως πρωτίστως τα παιδιά - αξίζουν ένα σύστημα που θα τους στηρίζει σε αυτή τη δύσκολη, πολύτιμη διαδρομή.