Σήμερα, νέες γραμμές μάχης χαράσσονται στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Στο προσκήνιο βρίσκονται τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ισχύος και οι εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου. Όμως, στο κέντρο όλων παραμένει το φυσικό αέριο.
Για να διατηρήσουν το 70% του παγκόσμιου μεριδίου στην τεχνητή νοημοσύνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειαστούν έως το 2028 επιπλέον 50 GW ηλεκτρικής ισχύος. Μια απαίτηση ισοδύναμη με 40-50 νέους μεγάλους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Σε όρους αποκλειστικά LNG, αυτό μεταφράζεται σε 12 νέες μονάδες υγροποίησης. Όμως, μέχρι το 2027 θα έχουν ολοκληρωθεί μόλις 4-5. Το εξαγωγικό ενεργειακό κενό είναι εμφανές. Οι ανάγκες των data centers των Ηνωμένων Πολιτειών θα αγγίξουν τα 12 δισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου ημερησίως, ισοδύναμο με τη συνολική ηλεκτροδότηση της χώρας. Το χάσμα αυτό δημιουργεί νέα γεωπολιτικά ρήγματα, ανεβάζει τα λειτουργικά κόστη και περιορίζει τις εξαγωγικές δυνατότητες. Η Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας να διπλασιάσει τις εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: Πώς να καλύψει ταυτόχρονα την εκρηκτική ζήτηση της τεχνητής νοημοσύνης και τις στρατηγικές δεσμεύσεις της απέναντι στους συμμάχους. Η απάντηση οδηγεί στην αναζήτηση νέων κοιτασμάτων, εντός και εκτός συνόρων, και στην επιτάχυνση επενδύσεων σε υποδομές που θα καθορίσουν τον ενεργειακό χάρτη της επόμενης δεκαετίας.
Η Ανατολική Μεσόγειος και η Βόρεια Αφρική μετατρέπονται σε πεδία σκληρής ενεργειακής διεκδίκησης. Στο επίκεντρο, η Ελλάδα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να συνδέσουν τα Βαλκάνια με την κεντρική Ευρώπη μέσω εισαγόμενου LNG. Με τις υποδομές της σε Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη, η χώρα αποκτά στρατηγικό ρόλο ως πύλη εισόδου και διαμετακομιστής LNG. Από το 2026, με την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού αερίου, Βουλγαρία, Σερβία και Βόρεια Μακεδονία θα τροφοδοτούνται μέσω Αλεξανδρούπολης. Το πρόγραμμα επεκτείνεται σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία, ενισχύοντας την περιφερειακή διασύνδεση.
Σήμερα, οι εξαγωγές φυσικού αερίου προς την περιοχή παραμένουν περιορισμένες: 2 δισ. κυβικά μέτρα στη Βουλγαρία, 1 στη Ρουμανία, 4 στην Ουκρανία. Ο στόχος, όμως, είναι φιλόδοξος: Να αυξηθούν στα 25-30 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως. Ένα άλμα που θα απαιτήσει μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Η Ελλάδα, με μελλοντικούς αυξανόμενους όγκους διέλευσης, σχεδιάζει να μειώσει κατά 10% τα τέλη μεταφοράς, ενισχύοντας τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα και εδραιώνοντας τη θέση της ως κρίσιμος κόμβος σε αυτήν την ενεργειακή σκακιέρα της Ευρώπης.
Η Αδριατική και το Ιόνιο αναδεικνύονται σε έναν άλλο κάθετο ενεργειακό διάδρομο. Σταθμοί αεριοποίησης νότια της Βενετίας και της Ραβένας, μαζί με τον σταθμό επαναεριοποίησης στο νησί Κρκ της Κροατίας, δημιουργούν μια συνολική δυναμικότητα περίπου 20 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως, με την Αλβανία πιθανά να προσφέρει τη μελλοντική θέση για έναν τέταρτο σταθμό επαναεριοποίησης. Αυτή η συγκέντρωση υποδομών εξηγεί και το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το μπλοκ 2 του Ιονίου, δυτικά της Κέρκυρας. Η περιοχή συνδέεται πλέον όχι μόνο με την προοπτική παραγωγής υδρογονανθράκων, αλλά και με την ένταξή της σε έναν ευρύτερο ενεργειακό άξονα, ως γέφυρα μεταξύ Μεσογείου και Κεντρικής Ευρώπης.
Από την άλλη μεριά, η Τουρκία εξακολουθεί να στηρίζεται στις εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου από τη Ρωσία, διατηρώντας μια στρατηγική σχέση που της προσφέρει ενεργειακή ασφάλεια. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, καθυστερεί την επέκταση των εξαγωγών του κοιτάσματος “Λεβιάθαν” προς την Αίγυπτο. Η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική, είναι πολιτική. Προτάσσει την εσωτερική ασφάλεια, θέλοντας να διασφαλίσει επάρκεια για την εγχώρια αγορά και σταθερές τιμές για τους καταναλωτές, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας. Η Κύπρος σχεδιάζει να ξεκινήσει εξαγωγές προς την Αίγυπτο από το 2027. Όμως βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: πώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την ανάγκη για εσωτερική επάρκεια. Τα κοιτάσματα “Αφροδίτη” και “Κρόνος” δημιουργούν ευκαιρίες, αλλά η στρατηγική της πρέπει να διασφαλίσει ότι η χώρα δε θα μείνει εκτεθειμένη σε μελλοντικές κρίσεις.
Η Ελλάδα δε διαθέτει δική της παραγωγή φυσικού αερίου. Εισάγει και διαμετακομίζει, χωρίς να έχει την ευελιξία του παραγωγού. Οι εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας είναι τριπλάσιες από τις εξαγωγές και παραμένει ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τιμή γύρω στα 130 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εξάρτηση από εισαγόμενο αέριο καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε κρίσεις, σε διακυμάνσεις τιμών και σε εξωτερικές πιέσεις. Μπορεί να είναι πύλη εισόδου για την περιοχή, αλλά χωρίς δική της παραγωγή παραμένει εκτεθειμένη. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως καταναλωτής και διαμετακομιστής ή αν θα διεκδικήσει τον ρόλο του παραγωγού και στρατηγικού παίκτη στην ενεργειακή σκακιέρα. Η Ευρώπη και η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσουν: Θα μείνουν απλοί καταναλωτές ή θα διεκδικήσουν ενεργό ρόλο ως παραγωγοί και στρατηγικοί παίκτες; Το 2030 πλησιάζει. Η ενεργειακή αυτονομία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ζήτημα κυριαρχίας.
* Ο Γιάννης Μπασιάς είναι ενεργειακός αναλυτής και άλλοτε πρόεδρος της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων.