Στην εποχή της ταχύτητας, της εικόνας και της αλγοριθμικής απήχησης, ο πολιτικός λόγος έχει χάσει το βάθος του και έχει μετατραπεί σε προϊόν κατανάλωσης. Δεν έχει σημασία τι λες, αλλά πώς φαίνεσαι να το λες. Μέσα σε έναν συνεχή θόρυβο, όπου η πληροφορία συγχέεται με τη γνώμη και η επικοινωνία υποκαθιστά την πολιτική, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πια ποιος πείθει, αλλά ποιος ακούγεται.
Κάποτε η πολιτική και η σύγκρουση στηριζόταν στον λόγο, στη δομημένη επιχειρηματολογία, στη δημόσια αντιπαράθεση. Σήμερα, συχνά αρκεί ένα σύντομο βίντεο στο TikTok για να καθορίσει τη συζήτηση της ημέρας.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικοί επικοινωνούν με το κοινό και το βήμα της Βουλής δεν είναι πλέον το κέντρο του πολιτικού λόγου. Η γλώσσα έχει απλοποιηθεί, η εικόνα έχει πάρει τη θέση της ανάλυσης και η ταχύτητα έχει υπερκεράσει τη σκέψη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πολιτικός λόγος απογυμνώνεται από βάθος και μετατρέπεται σε επικοινωνιακή στρατηγική.
Αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όχι μόνο χώρες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία, αλλά και οι ΗΠΑ, στη χώρα μας ωστόσο φαίνεται να αποκτά ιδιαίτερη ένταση τον τελευταίο χρόνο.
Είναι χαρακτηριστικό πως στην Ελλάδα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακτήσει την κορυφή ως το βασικό κανάλι ενημέρωσης για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, περισσότεροι από πέντε στους δέκα πολίτες (56%) στρέφονται σε πλατφόρμες όπως το Facebook, το X (πρώην Twitter) και το Instagram, για να παρακολουθήσουν την επικαιρότητα - ποσοστό που ξεπερνά για πρώτη φορά εκείνο της τηλεόρασης, η οποία ακολουθεί με 54%. Η Ελλάδα, λοιπόν, δείχνει να βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή μιας ευρύτερης μετατόπισης: της μετάβασης από τα παραδοσιακά μέσα στα ψηφιακά, όπου η πληροφόρηση συνυπάρχει - και συχνά συγχέεται - με τη γνώμη, την προπαγάνδα και τον θόρυβο των αλγορίθμων.
Η πολιτική του TikTok όμως δεν αφορά τα επιχειρήματα, τον ορθό λόγο και την πειθώ, αλλά την εντύπωση. Οι αλγόριθμοι ευνοούν την υπερβολή, το συναίσθημα, την αντιπαράθεση. Έτσι, το περιεχόμενο που κυριαρχεί είναι εκείνο που προκαλεί, όχι εκείνο που εξηγεί. Ο δημόσιος διάλογος αντικαθίσταται από μια σειρά “ψηφιακών μονομαχιών”, όπου η ουσία συχνά χάνεται μέσα στη ρητορική του θυμού και της ειρωνείας και η διαδικασία αυτή ενισχύει την πόλωση. Έτσι, η πολιτική, αντί να ενώνει ή να πείθει, καταλήγει να διχάζει. Όσο περισσότερο διχάζει κάποιος, τόσο περισσότερο θεωρεί ότι επηρεάζει και πείθει το κοινό του. Δεν αποτελεί, άλλωστε, τυχαίο γεγονός πως από την κυριαρχία αυτή των social media στην πολιτική ευνοούνται κυρίως τα άκρα.
Η ψηφιακή δημοκρατία είναι πιο άμεση και συμμετοχική, θα πει κάποιος, αγνοώντας όμως σκόπιμα πως είναι και πιο ευάλωτη στη δημαγωγία και την παραπληροφόρηση, καθώς, αν δεν υπάρχει φίλτρο κριτικής σκέψης, η πληροφορία γίνεται εύκολα προπαγάνδα.
Η πολιτική σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει την ψηφιακή εποχή, αλλά δεν πρέπει να υποταχθεί σ’ αυτήν, δεν μπορεί να χάνεται το περιεχόμενο, η ουσία και η αλήθεια πίσω από την εικόνα. Και εδώ η πραγματική πρόκληση είναι να ξαναδοθεί νόημα στη δημόσια συζήτηση, σε μία εποχή που αυτό φαντάζει όχι απλά αγώνας δρόμου, αλλά μαραθώνιος, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν οι δρομείς εκείνοι που θέλουν ή μπορούν να πείσουν. Η πολιτική χρειάζεται έναν νέο εξελιγμένο ρυθμό που “συνταξιοδοτημένοι” ως προς τις ιδέες τους δρομείς δεν μπορούν να τον προσφέρουν.
Και εδώ, δυστυχώς, φοβάμαι ότι και πάλι οι ακραίες και πιο... ζωηρές φωνές θα είναι αυτές που τελικά θα βγουν κερδισμένες, εκμεταλλευόμενες όχι μόνο τα εργαλεία, αλλά και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που έχει διαμορφωθεί γύρω από την πολιτική και τους πολιτικούς. Όχι γιατί έχουν τις ιδέες ή τις προτάσεις, αλλά γιατί διαθέτουν επικοινωνιακή άνεση.