Κατεχόμενα

Κυπριακό και Ηνωμένο Βασίλειο: Ο ρόλος των βάσεων και οι προοπτικές μιας βιώσιμης λύσης

Απόψεις
Κυπριακό και Ηνωμένο Βασίλειο: Ο ρόλος των βάσεων και οι προοπτικές μιας βιώσιμης λύσης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το Κυπριακό παραμένει μία από τις πιο επίμονες και πολύπλοκες διεθνείς συγκρούσεις της μεταπολεμικής εποχής. Παρά τις πολυετείς διαπραγματεύσεις και τις επανειλημμένες προτάσεις λύσεων, οι περισσότερες ιδέες - και κυρίως το σχήμα της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας - δείχνουν στην πράξη να είναι δύσκολα εφαρμόσιμες

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου: ως εγγυήτρια δύναμη, κάτοχος κυρίαρχων βάσεων και ενεργός γεωπολιτικός παράγοντας με διττά συμφέροντα. Οι δομικές αδυναμίες των προτεινόμενων λύσεων συνδέονται άμεσα με τις βρετανικές πολιτικές επιλογές, διαμορφώνοντας παράλληλα κρίσιμα διπλωματικά διλήμματα για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η έννοια της «βιωσιμότητας» σε ένα σύστημα διακυβέρνησης δεν αφορά μόνον τη νομική ή θεσμική επάρκεια, αλλά κυρίως τη λειτουργικότητα και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης σταθερότητας. Μία λύση που διατηρεί δομές και μηχανισμούς που ενυπάρχουν στην πρακτική της διαίρεσης, της εξάρτησης ή του εξωτερικού ελέγχου, είναι καταδικασμένη να λειτουργήσει ως προσωρινός μηχανισμός παρά ως τελική διευθέτηση. Η αξιολόγηση των διεθνών εισηγήσεων για την Κύπρο πρέπει επομένως να ξεκινήσει από την κριτική ερώτηση: «Θα παράγει το προτεινόμενο σχήμα ένα λειτουργικό, κυριαρχικά ανεξάρτητο και ενιαίο κράτος;»

Οι κυριότερες προτάσεις που έχουν επανειλημμένα προωθηθεί παραμένουν δύο: (α) η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα μεταξύ των δύο συνιστωσών, και (β) συστήματα εγγυήσεων ή διεθνών μηχανισμών ασφάλειας που περιλαμβάνουν τρίτες δυνάμεις. Και οι δύο επιλογές εμπεριέχουν δομικά προβλήματα:

Πρώτον, η μορφή της «πολιτικής ισότητας» με εκτεταμένα βέτο και ειδικά δικαιώματα εθνικής εκπροσώπησης δημιουργεί συχνά θεσμικές ασυμμετρίες που οδηγούν σε παραλυσία. Όταν θεσμικοί μηχανισμοί επιβραβεύουν τη βέτο αντί της συναίνεσης, το αποτέλεσμα είναι συστημική αστάθεια και αδυναμία λήψης κρίσιμων αποφάσεων. Η εμπειρία των σχεδίων και των αναφορών της τελευταίας τετραετίας επιβεβαιώνει ότι τέτοιες παγιώσεις συχνά μετατρέπονται σε νομιμοποιημένη διχοτόμηση, υπό κάλυμμα «συνομοσπονδιακής» ή «ομοσπονδιακής» ορολογίας.

Δεύτερον, η εξάρτηση των κατεχομένων από την Άγκυρα - σε στρατιωτικό, οικονομικό και διοικητικό επίπεδο - σημαίνει ότι κάθε συμφωνία που δεν διασφαλίζει την αποδέσμευση αυτής της δομής θα αποτύχει. Η ύπαρξη εξωτερικού παράγοντα με ισχυρή επιρροή στο τοπικό πολιτικό σύστημα υπονομεύει ουσιωδώς την αυτονομία λήψης αποφάσεων και την ειλικρινή διακυβέρνηση εντός ενιαίου κράτους.

Τρίτον, η εισαγωγή εξωτερικών εγγυήσεων από τρίτες δυνάμεις είναι παγίδα: ενώ παρέχει μια άμεση «αίσθηση» ασφάλειας για κάποιους, ταυτόχρονα εισάγει μηχανισμούς δικαιωμάτων επέμβασης και μονομερών δικαιωμάτων που υπονομεύουν την κυριαρχία. Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι εγγυήσεις που παραχωρούν δικαίωμα επέμβασης σε τρίτους αποτελούν μακροπρόθεσμη απειλή για την αυτοδιαχείριση του κράτους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο εισήλθε στην κυπριακή συνθήκη του 1960 όχι μόνο ως συμβαλλόμενο μέρος αλλά και ως εγγυήτρια δύναμη, διατηρώντας παράλληλα κυρίαρχα εδάφη (Sovereign Base Areas — SBAs) στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια. Αυτό το ιδιότυπο καθεστώς προσδίδει στο Λονδίνο έναν διπλό ρόλο: θεσμική υποχρέωση προστασίας της κυπριακής ανεξαρτησίας και πρακτικό συμφέρον διατήρησης στρατηγικών βάσεων. Η νομική και ιστορική διάσταση των πράξεων και παραλείψεων του βρετανικού κράτους κατά το 1974 έχει αναλυθεί εκτενώς στη βιβλιογραφία, με συμπεράσματα που επιρρίπτουν στην Βρετανία σημαντικές ευθύνες για την πρακτική πορεία της κρίσης.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, οι SBAs προσδίδουν στο Λονδίνο δυνατότητες επιχειρησιακής προβολής στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο· λειτουργούν δε ως κρίσιμος κόμβος για συλλογικές επιχειρήσεις συμμαχικών δυνάμεων. Η διατήρηση των βάσεων υπό κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου εξηγεί, εν μέρει, την επιφυλακτικότητα του Λονδίνου σε πολιτικές που θα έθεταν σε κίνδυνο το στρατηγικό του αποτύπωμα στην περιοχή.

Η βρετανική επιλογή μη-επεμβάσεως κατά την κρίσιμη περίοδο του 1974 και οι μετέπειτα πολιτικές ισορροπίας μεταξύ Άγκυρας και Λευκωσίας έχουν δημιουργήσει πολιτική δυσπιστία. Η Βρετανία, ενώ διατηρεί τη νομική ιδιότητα του εγγυητή, συχνά συμπεριφέρεται με τρόπο που προκρίνει τη διατήρηση στρατηγικών συμμαχιών εντός ΝΑΤΟ· αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη ευκαιριών πίεσης προς την Τουρκία για αποχώρηση ή ουσιαστική απομείωση της στρατιωτικής της παρουσίας. Η διπλή αυτή στάση έχει μακροχρόνιες συνέπειες: πείθει μέρος της κυπριακής και ελληνικής κοινής γνώμης ότι το Λονδίνο προτάσσει περισσότερο τα γεωστρατηγικά από τα νομικά του καθήκοντα.

Κατά τις διαπραγματεύσεις του 1960 συμφωνήθηκε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα κατέβαλλε, ανά πενταετία, ένα ποσό χρηματικής ενίσχυσης προς την Κυπριακή Δημοκρατία για τη χρήση των εγκαταστάσεων, των χώρων και των υποδομών που συνδέονταν με τη λειτουργία των βάσεων (αλλά όχι για τις ίδιες τις βάσεις). Πράγματι, έως το 1965 η Βρετανία κατέβαλε το ποσό των 12 εκατομμυρίων λιρών. Το 1965, μετά την τουρκική ανταρσία και την αποχώρηση Τουρκοκυπρίων από τη δημόσια διοίκηση, το Λονδίνο ενημέρωσε τη Λευκωσία ότι η περαιτέρω καταβολή της ενίσχυσης θα ανασταλεί, εκτός εάν μπορούσε να διασφαλιστεί ίση κατανομή των ποσών μεταξύ των δύο κοινοτήτων, χωρίς να έχει επανέλθει ουσιαστικά μέχρι σήμερα. Το γεγονός αυτό συνιστά διαχρονική πηγή πολιτικής και νομικής δυσαρέσκειας, καθώς αποτυπώνει τη συνέχιση μιας άνισης σχέσης κυριαρχίας και οικονομικής εκμετάλλευσης εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις περί “οικονομικής συνδρομής” ή “αντισταθμιστικών ωφελημάτων”, το καθεστώς παραμένει αμετάβλητο, ενισχύοντας την εντύπωση ότι οι βάσεις λειτουργούν υπό προνομιακό καθεστώς, αποκομμένο από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τη δίκαιη ανταπόδοση προς το κράτος που τις φιλοξενεί.

Εξάλλου, η διατήρηση των «υφιστάμενων μοναδικών διευθετήσεων» γύρω από τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είχε ως στόχο το πρωτόκολλο που συμφωνήθηκε μεταξύ Λονδίνου και Λευκωσίας και περιλαμβάνεται στη Συμφωνία Αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Στα 13 άρθρα του πρωτοκόλλου επαναδιατυπώνεται η ισχύς του δικαίου της ΕΕ στις βάσεις σε συγκεκριμένους τομείς και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου του Brexit στις 31/12/2020, όπως ορίζεται στο Πρωτόκολλο 3 της Πράξης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ.

Εφόσον, βάσει των προβλέψεων αυτών, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, η απουσία οποιουδήποτε αντισταθμιστικού μηχανισμού καθίσταται ακόμη πιο παράδοξη, καθώς αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και αποτυπώνει τη θεσμική ανισορροπία του κυπριακού παραδείγματος.

Επιπλέον, η ίδια η διατήρηση κυρίαρχου εδάφους σε ξένη χώρα φέρει χαρακτηριστικά αποικιοκρατικού καθεστώτος και βρίσκεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες αρχές του διεθνούς δικαίου. Το παράδειγμα του Μαυρικίου είναι χαρακτηριστικό: το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ), με τη γνωμοδότησή του το 2019 σχετικά με το Αρχιπέλαγος Τσάγκος (Chagos Archipelago), έκρινε ότι η απόσχιση και διατήρηση υπό βρετανική κυριαρχία τμήματος εδάφους κατά την ανεξαρτησία του Μαυρικίου ήταν παράνομη και αντίθετη προς το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Κατόπιν ακολούθησε η γνωμοδότηση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (A/RES/73/295, Μάιος 2019), όπου καλείται το ΗΒ να αποχωρήσει από το αρχιπέλαγος Τσάγκος.

Η υπόθεση αυτή δημιουργεί ισχυρό προηγούμενο και ηθικό επιχείρημα, καθώς επιβεβαιώνει ότι η επιμονή του Ηνωμένου Βασιλείου να διατηρεί “κυρίαρχες” βάσεις στην Κύπρο δεν αποτελεί ουδέτερο νομικό γεγονός, αλλά συνέχεια μιας αποικιοκρατικής λογικής που υπονομεύει την πλήρη κυριαρχία και ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. μετατόπισε το πλαίσιο επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι SBAs παρέμειναν υπό βρετανική κυριαρχία, αλλά πλέον η δυνατότητα του Λονδίνου να επηρεάζει ευρωπαϊκά συλλογικά μέτρα μειώθηκε. Το Brexit, με άλλα λόγια, απομάκρυνε ένα στρατηγικό βάρος που μπορούσε παλαιότερα να λειτουργήσει ως «φρένο» στην ευρωπαϊκή πολιτική για το Κυπριακό· ταυτόχρονα όμως έδωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο τη δυνατότητα να ενεργεί πιο ανεξάρτητα στην περιοχή, χωρίς να δεσμεύεται από συλλογικές ευρωπαϊκές γραμμές. Η νέα αυτή ισορροπία απαιτεί από την Ελλάδα και την Κύπρο αναπροσαρμογή της διπλωματικής τους στρατηγικής εντός Ε.Ε. και σε σχέση με το Λονδίνο.

Πρακτικά γεγονότα που αφορούν τη βρετανική διπλωματία προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης ή της «νομιμοποίησης» πράξεων στα κατεχόμενα (π.χ. επισκέψεις αξιωματούχων, διπλωματικές χειρονομίες) προκαλούν έντονες αντιδράσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία και την ελληνική πολιτική σκηνή. Παραδείγματα πρόσφατων περιστατικών καταδεικνύουν ότι οποιαδήποτε αστοχία στην προσέγγιση εκλαμβάνεται ως πολιτικό μήνυμα που ενισχύει τη νομιμοποίηση της κατάστασης που επικρατεί στο βόρειο τμήμα. Η διεθνής αφήγηση —και ειδικότερα η στάση δημόσιων παραγόντων του Ηνωμένου Βασιλείου— έχει επομένως άμεση επίδραση στην αξιοπιστία των διεκδικήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ένα συμπέρασμα: η βιωσιμότητα απαιτεί μετασχηματισμούς τόσο εντός Κύπρου όσο και στις διεθνείς δομές που την περιβάλλουν, όπως:

1. Αποχώρηση ξένων δυνάμεων. Κεντρική προϋπόθεση για την αυτοδύναμη λειτουργία ενός ενιαίου κυπριακού κράτους είναι η μείωση της στρατιωτικής παρουσίας τρίτων κρατών και η αποδέσμευση των κατεχομένων από τον Αττίλα. Χωρίς αυτό το βήμα, κάθε συμφωνία θα λογίζεται ως «κανονικοποίηση» κατοχής.

2. Επανεξέταση του ρόλου των εγγυητριών δυνάμεων. Η διατήρηση επέμβασης σε εγγυητικές συνθήκες είναι ασύμβατη με την έννοια της κυριαρχίας. Μια βιώσιμη λύση απαιτεί την υποκατάσταση των μονομερών εγγυήσεων από συλλογικούς ευρωπαϊκούς ή διεθνείς μηχανισμούς ασφάλειας που θα λειτουργούν με διαφανείς και περιορισμένους κανόνες, χωρίς δικαίωμα μονομερούς επέμβασης.

3. Νομική και οικονομική ενσωμάτωση. Η ενσωμάτωση των θεσμών πρέπει να συνοδεύεται από ρεαλιστικά σχέδια οικονομικής σύγκλισης και από μηχανισμούς αποκατάστασης περιουσιών και εγγυήσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έτσι ώστε το κόστος «διαχωρισμού» να καθίσταται υψηλότερο από το όφελος της διχόνοιας.

4. Διπλωματική στρατηγική Ελλάδας–Κύπρου. Η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να ακολουθήσουν μια διπλή γραμμή: (α) να διεθνοποιήσουν το επιχείρημα της συνέπειας απέναντι στο διεθνές δίκαιο και (β) να στοχεύσουν στη δημιουργία ευρωπαϊκών μηχανισμών που θα αντικαταστήσουν ή θα περιορίσουν τον ρόλο τρίτων εγγυητών. Η στρατηγική αυτή απαιτεί ενεργό συνεργασία με κράτη της Ε.Ε. που έχουν βιώσει απειλή ή κατοχή, καθώς και με θεσμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνών οργανισμών.

Η σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να μετασχηματιστεί από παραδοσιακή αντιπαράθεση σε στοχευμένη ρητορική και διαπραγματευτική πρακτική:

Νομικό – πολιτικό πλαίσιο: Υπενθύμιση των θεσμικών δεσμεύσεων του 1960 και διεκδίκηση λογοδοσίας για ενέργειες και παραλείψεις που αντιβαίνουν στα συμβατικά καθήκοντα. Η προσφυγή σε διεθνή νομικά φόρα ή η αξιοποίηση πολιτικών αποφάσεων της Ε.Ε. μπορεί να ενισχύσει τη θέση αυτή.

Δημόσια διπλωματία: Έμφαση στην αφήγηση ότι οι βάσεις και οι βρετανικές πολιτικές δεν είναι «ουδέτερες», αλλά έχουν γεωπολιτικές επιπτώσεις που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Συνεργασίες: Ενίσχυση συμμαχιών εντός Ε.Ε. και με κράτη που ασκούν πίεση για σεβασμό του διεθνούς δικαίου, με στόχο την εξασφάλιση ευρωπαϊκού πλαισίου εγγύησης και εποπτείας.

Στοχευμένη τεχνική συνεργασία: Προσφορά συνεργασίας και αναπτυξιακών σχεδίων που θα επανατοποθετήσουν τη λειτουργία των SBAs σε πιο διαφανές και συνεργατικό πλαίσιο, χωρίς όμως να αποδεχθούν μονομερείς εξουσίες παρέμβασης.

Οι παραπάνω κατευθύνσεις αποτελούν τη βάση μιας ρεαλιστικής στρατηγικής. Ωστόσο, η αποτελεσματική εφαρμογή τους εξαρτάται από το νέο περιβάλλον ασφάλειας που διαμορφώνεται διεθνώς.

Η μεταψυχροπολεμική ισορροπία έχει διαρραγεί: ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ενεργειακές ανακατατάξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναζωπύρωση του ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων επανακαθορίζουν το πλαίσιο ασφάλειας της περιοχής. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παθητικός κρίκος ανάμεσα σε συμμαχίες, αλλά ως ενεργός πυλώνας ευρωπαϊκής και περιφερειακής σταθερότητας. Η ανάγκη διασφάλισης ενεργειακών διαδρομών, θαλασσίων επικοινωνιών και ψηφιακών υποδομών προσδίδει στο νησί στρατηγική σημασία που υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η ελληνική και κυπριακή διπλωματία οφείλουν να αξιοποιήσουν αυτό το νέο γεωπολιτικό υπόβαθρο για να εντάξουν τη λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, παρουσιάζοντάς την όχι μόνο ως εθνικό ζήτημα, αλλά ως προϋπόθεση συνοχής και αξιοπιστίας του ευρωπαϊκού συστήματος.

Το βασικό συμπέρασμα είναι διπλό και σαφές:

1. Οι προτεινόμενες παραδοσιακές λύσεις του Κυπριακού είναι μη βιώσιμες εάν διατηρούν ή νομιμοποιούν τη δομή της εξάρτησης και την παρουσία τρίτων δυνάμεων με δικαίωμα επέμβασης.

2. Ο ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου - ως εγγυητή και ως ιδιοκτήτη κυρίαρχων βάσεων - αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που απαιτεί στοχευμένη διπλωματική προσέγγιση.

Η Ελλάδα και η Κύπρος, αντί να αποδέχονται την «προσαρμογή» στις υπάρχουσες προτάσεις, οφείλουν να επαναδιατυπώσουν το αίτημα σε όρους βιωσιμότητας: ένα ενιαίο, λειτουργικό κράτος, χωρίς εξωτερικά δικαιώματα επέμβασης και με σαφείς μηχανισμούς αποκατάστασης δικαιωμάτων.

Η μετάβαση σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν είναι απλή· απαιτεί συστηματική διπλωματική προσπάθεια, νομική τεκμηρίωση και ικανότητα συμμαχιών εντός της Ευρώπης. Ωστόσο, χωρίς αυτήν την προσέγγιση, τυχόν «λύσεις» θα παραμείνουν τεχνητές συμβιβαστικές διατάξεις που απλώς αναπαράγουν το πρόβλημα με άλλο όνομα. Η πολιτική ωριμότητα απαιτεί πλέον να αξιολογούμε κάθε πρόταση όχι με το κριτήριο του «αισιόδοξου εγχειρήματος», αλλά με τη ρεαλιστική της ικανότητα να παράγει λειτουργικότητα, κυριαρχία και ειρήνη.

Αν οι παραδοσιακές λύσεις παραμείνουν αμετάβλητες, η Κυπριακή Δημοκρατία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει πολιτική αστάθεια και έλλειμμα κυριαρχίας, με τον κίνδυνο να εδραιωθεί η διχοτόμηση υπό νέο πολιτικό ή νομικό μανδύα. Αν, αντίθετα, εφαρμοστούν οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις - με αποστρατιωτικοποίηση, περιορισμό των εξωτερικών επεμβάσεων και ρεαλιστική ενσωμάτωση των θεσμών -μπορεί να δημιουργηθεί ένα κράτος πραγματικής κυριαρχίας και πολιτικής σταθερότητας, όπου η ειρήνη και η σταθερότητα δεν θα εξαρτώνται από την παρεμβολή τρίτων δυνάμεων. Η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής απαιτεί πολιτική βούληση, διεθνή στήριξη και συντονισμένη διπλωματική δράση, αλλά προσφέρει το μοναδικό ρεαλιστικό μονοπάτι για βιώσιμη λύση.

Σε τελική ανάλυση, το Κυπριακό δεν αποτελεί ένα διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα, αλλά κρίσιμη δοκιμασία για την ίδια την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και κυριαρχίας· η ικανότητα της Ένωσης να υπερασπίζεται την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία ενός κράτους-μέλους της συνιστά προϋπόθεση αξιοπιστίας για ολόκληρο το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News