Λένε πως στην αρχή κάνα-δυο τολμηροί ή απογοητευμένοι απ’ τη ζωή τους ανέβηκαν σε ένα κορμό δέντρου και έκαναν μερικά μέτρα μέχρι να πέσουν.
Μετά σκάλισαν ένα κοίλωμα στον κορμό, μπήκαν μέσα και πήγαν λίγο παραπέρα.
Κατόπιν έφτιαξαν κάτι που έμοιαζε με κανό, αλλά λίγα πράγματα κι αυτό, μετά κάτι σαν βάρκα και για να μην πολυλογούμε και πολυγράφουμε, κάποια στιγμή έφτασαν στο σημείο να πάνε με έναν σκυλοπνίχτη μέχρι την Ντία κι από ’κει να αρχίσουν να αρμενίζουνε στα πέλαγα φτάνοντας στα πέρατα του κόσμου, μέχρι και στην “Τζαμάικα” του Μάνου Λοΐζου. Λένε.
Βέβαια, ωραία να τα λες και να τα γράφεις όλα αυτά από την ασφάλεια του γραφείου σου και πάνω στην ειδική γι’ αυτού του είδους τα κείμενα καρέκλα, όμως σκέψου πόσοι άνθρωποι θυσιάστηκαν για να φτάσουμε σήμερα εμείς στο σημείο να έχουμε τόσους πολλούς θαλασσόλυκους, ώστε να είναι πιο εύκολο να βρεις θέση στάθμευσης για το αυτοκίνητό σου στο κέντρο του Ηρακλείου παρά δύο δέστρες κι ένα αγκυροβόλιο στο μικρό λιμάνι για το νέο, πανάκριβο και πλήρως συνδεδεμένο με την τεχνολογία ταχύπλοό μας τύπου Opekepe III.
Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, όμως κάποιοι λένε πως πριν μερικές δεκαετίες η σημερινή αστραφτερή και ακμάζουσα μεγαλούπολή μας ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, στην οποία κυκλοφορούσαν αστικά λεωφορεία με εισπράκτορα και ταμπελίτσες πως “απαγορεύεται το πτύειν”, είχε ελάχιστα αυτοκίνητα, πέντε ανεμότρατες, τρία γρι-γρι, κάμποσα τρεχαντήρια, μερικές βάρκες και δυο κότερα, το ένα της αμερικανικής Βάσης και το άλλο ενός εργοστασιάρχη.
Όπως οι σημερινοί, έτσι και οι τότε πιτσιρικάδες ερχότανε καθημερινά αντιμέτωποι με τις κάθε λογής απορίες και ερωτήματα αυτής της ζωής, μόνο που τότε δεν υπήρχε Google και διαδίκτυο να πατήσεις ένα κουμπί και να μάθεις μέσα σε ένα λεπτό πώς λένε τον διάδοχο του Σουλτάνου του Μπρουνέι και πόσες Rolls Royce έχει, άλλα στην καλύτερη περίπτωση είχαν μια εγκυκλοπαίδεια* και στη χειρότερη μια καλοκάγαθη γιαγιά, που όταν τη ρωτούσες ας πούμε πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, σου έλεγε: «Να σου πω καλύτερα πώς ο παππούς σώθηκε όταν ναυάγησε στον Αφορεσμένο;».
Μπαινοβγαίνανε λοιπόν στο λιμάνι τα καΐκια, απόγευμα φεύγανε, ξημερώματα γυρνούσανε με γεμάτα ψάρια τα τελάρα, κατέβαιναν στον μόλο οι μανάβηδες να τα παζαρέψουν και να τα πάνε στην αγορά και στα σπίτια των ανθρώπων, όμως κανείς τους δεν ήξερε πώς τα κατάφερναν οι καπετάνιοι της “τέχνης”, έτσι έλεγαν τους εμπειρικούς καπεταναίους, που όχι μόνο ήξεραν τους ψαρότοπους, αλλά και το πώς να κινούνται μέσα στις θεοσκότεινες και πολλές φορές αγριεμένες θάλασσες και να βρίσκουν λιμάνια αποφεύγοντας ξέρες και υφάλους, μια τέχνη αιώνων που δυστυχώς πάει χάθηκε μαζί με τους τελευταίους των Μοϊκανών, όπως τον βατικιώτη καπετάν Κυριάκο, που είχε καταγράψει στο μυαλό του όλο το Αιγαίο, ή τον καπετάν Κώστα, που πρόσεχε τους ψαρότοπους και τον γόνο σαν τα μάτια του.
Μετά ήρθε η απόσυρση των ξύλινων σκαφών από την Ε.Ε., γέμισαν οι αλάνες με κατακρεουργημένα κουφάρια περήφανων σκαφών, άρχισαν να κλείνουν οι παραδοσιακοί ταρσανάδες και οι μάστορες να βγαίνουν στη σύνταξη χωρίς να αφήνουν διαδόχους να συνεχίσουν την τέχνη.
Πάει η τέχνη να φτιάχνεις όμορφα σκαριά, η τέχνη να τα ταξιδεύεις, καθώς και η τέχνη να ψαρεύεις «σαν τον άνθρωπο», που έλεγε κι ο καπετάν Νικόλας, άλλος ένας θρύλος του λιμανιού. Η “αυλαία” θα πέσει με το GPS, τα ραντάρ και τα ηλεκτρονικά συστήματα που σε πάνε, σε φέρνουν και στο ενδιάμεσο σε πληροφορούν για το είδος, την ποσότητα, το μέγεθος και το ποινικό μητρώο των ψαριών που είναι από κάτω.
Όλοι GPS και ξερό ψωμί λοιπόν, GPS για να βρεις την ταβέρνα, το φιλικό σπίτι ή εκείνη την παραλία που δεν την ξέρει κανείς και περιμένει εσένα και το αυτοκίνητό σου να την ανακαλύψεις, GPS που σε πάει παντού, πιο σίγουρα, πιο σύντομα και πιο εύκολα, άσχετα αν σε κατ’ ίδιαν συζητήσεις οι ιστορίες για μεγαλοπρεπείς αστοχίες και γκάφες του ηλεκτρονικού αυτού βοηθήματος είναι πολλές και σπαρταριστές και συναγωνίζονται αυτές του ποδοσφαιρικού στερεώματος.
Κι αν ας πούμε μια ταλαιπωρία του να σε βγάλει σε ένα αδιέξοδο αντί για παραλία, το πολύ-πολύ να σου κοστίσει κάποια νεύρα και μερικά λίτρα βενζίνης, τι γίνεται όταν βγαίνεις για περπάτημα στα βουνά, βασίζεσαι 100% σ’ αυτό και ξαφνικά χάνεις το μονοπάτι και τον κόσμο, είτε γιατί δεν έχει σήμα ή δεδομένα ή κάποιον που δεν έχει GPS, όμως έχει καταγράψει τη διαδρομή και κρατάει πάντα μαζί του μια πυξίδα, ο φίλος μου ο Κ.Κ. ή αλλιώς Μαγγελάνος, λόγω της τυφλής αφοσίωσής του στο GPS, κάτι ξέρει απ’ αυτό. Φυσικά με τα παραπάνω δεν εννοώ πως δεν πρέπει να έχουμε GPS και να γυρίσουμε στα άστρα και τον ήλιο, απλά λέω πως ένας συνδυασμός ηλεκτρονικής τεχνολογίας και ενός πεπειραμένου ορειβάτη κι αν είναι δυνατόν παράλληλα και γνώστη της εστίασης στο νησί, μόνο καλό θα κάνει τόσο στην παρέα, όσο και στη φήμη και πελατεία της ντόπιας εστίασης, καθώς και στην αξιοπιστία των ηλεκτρονικών βοηθημάτων.
* Εγκυκλοπαίδεια: τόμοι βιβλίων, τα οποία στις προ Google εποχές τροφοδοτούσαν με γνώση τον κόσμο.