Αλήθεια τώρα, τι σημαίνει δημοσιογράφος; Τι σημαίνει να υπηρετείς την ενημέρωση, να κρατάς τη γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και την προπαγάνδα, να καταγράφεις τα γεγονότα χωρίς να τα λερώνεις με το προσωπικό σου συμφέρον ή με το αίμα του άλλου; Γιατί, αν κοιτάξει κανείς γύρω του, ειδικά μετά το μακελειό στα Βορίζια, θα δει πως αυτό το λειτούργημα, που κάποτε στεκόταν με αξιοπρέπεια απέναντι στην εξουσία, έχει μετατραπεί σε πεδίο εκμετάλλευσης, καριερίστικης επίδειξης και κακοποιημένης ηθικής.
Δημοσιογράφοι παλιοί και νέοι, με πτυχία, μικρόφωνα και φιλοδοξίες, ευτελίζουν καθημερινά τη δημοσιογραφία, μετατρέποντάς τη σε θέαμα, σε εμπόρευμα, σε πεδίο προσωπικής προβολής πάνω στα αποκαΐδια του ανθρώπινου πόνου. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις ορισμένων συναδέλφων της περιφέρειας ή καλύτερα της επαρχίας, όπως πολύ συχνά αναφέρει απαξιωτικά η Αθήνα. Παλιά, ο δημοσιογράφος ήταν εκείνος που βρισκόταν πρώτος στο πεζοδρόμιο. Έτρεχε με σημειωματάριο και μολύβι, μύριζε τη σκόνη του ρεπορτάζ, άκουγε τον παλμό της κοινωνίας, έψαχνε πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα χαρτιά. Δεν περίμενε δελτίο Τύπου για να γράψει είδηση, ούτε οδηγίες από το control room για το πώς θα στηθεί το story.
Σήμερα, βλέπεις “ρεπόρτερ του καναπέ”, “δημοσιογράφους της καφετέριας” και “ταγούς της ενημέρωσης”, που δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους σε ένα χωριό, δε μίλησαν ποτέ με έναν μάρτυρα, δεν ένιωσαν το τρέμουλο του ανθρώπου που χάνει το παιδί του. Παρ’ όλα αυτά, παριστάνουν τους ανακριτές, τους κοινωνιολόγους, τους κριτές και τους τιμητές των πάντων. Έχουν “χτίσει” καριέρες πάνω σε αναρτήσεις, σε φωτογραφίες και σε τίτλους που στάζουν αίμα. Δε γράφουν για να ενημερώσουν, αλλά για να προκαλέσουν. Το μακελειό στα Βορίζια, αυτό το τραγικό γεγονός που συγκλόνισε όλη την Κρήτη, έγινε άλλη μια “ευκαιρία”. Μια ευκαιρία για τηλεοπτικά πάνελ, για δραματικούς τίτλους, για συναισθηματικούς μονολόγους από “συγκλονισμένους” παρουσιαστές, που ούτε ήξεραν πού βρίσκονται τα Βορίζια στον χάρτη. Γιατί, βλέπεις, δεν έχει σημασία η αλήθεια, ούτε ο πόνος, ούτε το δράμα. Σημασία έχει η τηλεθέαση. Να σπάσει το κοντέρ, να ανέβει η απήχηση, να γεμίσει το timeline με συγκλονιστικές αποκαλύψεις. Και το χειρότερο; Το κοινό, εθισμένο κι αυτό στην υπερβολή, καταναλώνει το αίμα σαν να είναι θέαμα.
Κάπως έτσι, το ρεπορτάζ έγινε σόου. Ο ρεπόρτερ έγινε influencer και η δημοσιογραφία, από φάρος αλήθειας, έγινε εργαλείο παραπληροφόρησης και εντυπωσιοθηρίας. Όσο πιο τραγικό, όσο πιο “ζουμερό”, τόσο το καλύτερο. Μικρόφωνα στήνονται μπροστά σε ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να θρηνήσουν, κάμερες μπαίνουν στα σπίτια του πόνου, και ο ανθρώπινος σεβασμός θυσιάζεται στον βωμό της τηλεοπτικής στιγμής. Κανείς δε σταματά να αναρωτηθεί: “Τι κάνουμε εδώ;”. Το πιο τραγικό και ορισμένα νέα παιδιά στον χώρο της δημοσιογραφίας, που βρέθηκαν από τύχη ή και αίγλη στο επάγγελμα, γίνονται επικίνδυνα “όπλα” στα μαγαζιά που εργάζονται, μιας και δεν έχουν καμία απολύτως αίσθηση του ρεπορτάζ, όμως έχουν άποψη... δυστυχώς!
Στα Βορίζια είδαμε το απόλυτο ξεγύμνωμα μιας δημοσιογραφίας που έχει χάσει κάθε έννοια ηθικής. Δημοσιογραφάκια, γιατί δεν τους αξίζει ο τίτλος του δημοσιογράφου, να ψάχνουν το πλάνο που θα πουλήσει και τα υπόλοιπα μπροστά στα πληκτρολόγια να γράφουν για αποκλειστικά. Να περιγράφουν τον θάνατο σαν να πρόκειται για σενάριο σειράς, να παίζουν με τον πόνο σαν να είναι σκηνικό. Οι ίδιοι άνθρωποι που δεν έχουν βρεθεί ποτέ σε ένα αστυνομικό ρεπορτάζ, οι ίδιοι που αντιγράφουν αναρτήσεις από τα social media, έγιναν ξαφνικά “ειδικοί” στην ψυχολογία του δράστη και στην “παθογένεια της Κρήτης”. Ναι, γιατί πάντα η Κρήτη φταίει. Πάντα η Κρήτη γίνεται ο εύκολος στόχος. Όταν συμβαίνει ένα έγκλημα στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, είναι «ένα τραγικό περιστατικό». Όταν όμως συμβαίνει στην Κρήτη, γίνεται «κοινωνικό φαινόμενο». Τότε όλοι θυμούνται να μιλήσουν για βεντέτες, για νοοτροπίες, για βαριά αντριλίκια. Κανείς όμως δεν τολμά να κοιτάξει στον καθρέφτη των αθηναϊκών media, που εδώ και χρόνια καλλιεργούν αυτήν την τοξική εικόνα του “βίαιου νησιού”. Είναι τα ίδια media που, ενώ θα έπρεπε να κάνουν ρεπορτάζ με σεβασμό και ισορροπία, καταφεύγουν σε στερεότυπα και εύκολους χαρακτηρισμούς για να πουλήσουν και έτσι, η Κρήτη δεν είναι απλώς ένα νησί, είναι ένα αφήγημα. Ένα αφήγημα που πουλά. Γιατί το αίμα στην Κρήτη έχει “brand”. Έχει τηλεθέαση, έχει συναισθηματικό φορτίο, έχει κλικ. Και οι “δημοσιογράφοι” που το ξέρουν αυτό, το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Από την ασφάλεια του στούντιο, με ύφος ανήσυχου ρεπόρτερ διαχειρίζονται τον θάνατο σαν να είναι σενάριο. Λες και ο ανθρώπινος πόνος είναι υλικό παραγωγής.
Όμως η ευθύνη δε βαραίνει μόνο αυτούς. Βαραίνει κι εμάς, το κοινό, που επιβραβεύουμε αυτή τη σαπίλα. Που κάνουμε share το βίντεο, που πατάμε play στο “συγκλονιστικό απόσπασμα”. Γιατί, όσο υπάρχει κοινό που διψά για αίμα, θα υπάρχουν και “δημοσιογράφοι” που θα το προσφέρουν. Το πρόβλημα είναι συλλογικό. Ζούμε στην εποχή που ο πόνος έγινε περιεχόμενο και η τραγωδία έγινε trending και όσο αυτό συνεχίζεται, η δημοσιογραφία θα βυθίζεται πιο βαθιά στη λάσπη.
Ευτυχώς εμείς εδώ στην Κρήτη, που υπηρετούμε τη δημοσιογραφία, όχι όλοι αλλά αρκετοί, προσπαθούμε απέναντι σε αυτή τη λαίλαπα της παραπληροφόρησης και ευτυχώς ο κόσμος το αντιλαμβάνεται. Οι παλιοί δημοσιογράφοι, αυτοί που δούλευαν με σεβασμό και αίσθημα ευθύνης, βλέπουν σήμερα αυτό το χάλι και νιώθουν ντροπή. Γιατί ήξεραν ότι το μικρόφωνο δεν είναι όπλο, είναι ευθύνη. Ότι το ρεπορτάζ δεν είναι θέαμα, είναι μαρτυρία. Η δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα. Είναι λειτούργημα και όποιος τη βλέπει αλλιώς, είναι επικίνδυνος. Γιατί η ενημέρωση είναι δύναμη και η δύναμη στα λάθος χέρια γίνεται όπλο. Γίνεται μηχανισμός χειραγώγησης, γίνεται φτηνό θέατρο. Το βλέπουμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων που μοιάζουν με reality, πρωινές εκπομπές που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο για λίγα δευτερόλεπτα συγκίνησης.
Ας πούμε λοιπόν τα πράγματα με το όνομά τους. Η δημοσιογραφία δεν ευτελίζεται μόνη της. Την ευτελίζουν άνθρωποι. Άνθρωποι που μπήκαν στον χώρο χωρίς ήθος, χωρίς σεβασμό, χωρίς παιδεία. Άνθρωποι που νομίζουν ότι το ρεπορτάζ είναι selfie και το σχόλιο είναι hate post. Άνθρωποι που μπερδεύουν τη γνώμη με τη λάσπη. Το μακελειό στα Βορίζια δεν ήταν μόνο μια ανθρώπινη τραγωδία. Ήταν και μια αποκάλυψη ότι η ελληνική δημοσιογραφία (όχι όλοι, εμείς δεν κάνουμε τσουβάλιασμα), όπως τη γνωρίζαμε, πεθαίνει. Πεθαίνει γιατί δεν υπάρχει πια το ρεπορτάζ της καρδιάς, το ρεπορτάζ του δρόμου, της έρευνας. Υπάρχει μόνο το ρεπορτάζ της τηλεθέασης. Πεθαίνει γιατί, αντί για φωνές αλήθειας, έχουμε ψίθυρους συμφερόντων. Γιατί, αντί για ανεξάρτητα μέσα, έχουμε εξαρτημένα γραφεία Τύπου. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: ποιος θα τη σώσει; Ποιος θα ξαναδώσει στη δημοσιογραφία το νόημα που της αξίζει; Δεν είναι ρομαντική ερώτηση, είναι ζήτημα δημοκρατίας. Χωρίς δημοσιογραφία δεν υπάρχει ενημέρωση. Χωρίς ενημέρωση δεν υπάρχει λογοδοσία Και χωρίς λογοδοσία, δεν υπάρχει ελευθερία.
Η αλήθεια είναι πως ακόμη και σήμερα υπάρχουν δημοσιογράφοι που τιμούν τη δουλειά τους. Που ψάχνουν, που σιωπούν εκεί που πρέπει, που γράφουν χωρίς κραυγές. Είναι αυτοί που δε θα γίνουν ποτέ viral, αλλά θα κοιμούνται ήσυχοι. Είναι αυτοί που δε θα μπουν ποτέ σε τηλεοπτικά πάνελ, αλλά θα μείνουν άνθρωποι και αυτοί είναι η τελευταία ελπίδα της δημοσιογραφίας. Γιατί, αν κάτι πρέπει να μας μείνει από τα Βορίζια, δεν είναι μόνο ο πόνος ή η θλίψη. Είναι το μάθημα. Ότι, όταν ο άνθρωπος χάνει την ντροπή, όταν η δημοσιογραφία χάνει την ανθρωπιά της, τότε όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το πραγματικό μακελειό, όχι εκείνο των όπλων, αλλά των συνειδήσεων.
Η δημοσιογραφία, λένε, είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Αν ο καθρέφτης αυτός έχει ραγίσει είναι γιατί κι εμείς έχουμε πάψει να βλέπουμε καθαρά. Αν θέλουμε να τον διορθώσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε στις ρίζες της. Στην αλήθεια, στην εντιμότητα, στον σεβασμό. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα γράφουν με ψυχή, όσο υπάρχουν φωνές που θα λένε τα πράγματα όπως είναι, υπάρχει ελπίδα. Όχι, αγαπητοί, δημοσιογραφία δεν είναι η ηρεμία του πληκτρολογίου, ούτε η λογική του τι δηλώνω. Δυστυχώς, κάποιοι είστε επικίνδυνοι και υπάρχει ευθύνη και σε αυτούς που τους δίνουν τη δύναμη. Γιατί όσο υπάρχουν εγκλήματα θα υπάρχουν και τα “δημοσιογραφάκια” του τίποτα.