Μια πρόσφατη έρευνα “Flash Ευρωβαρόμετρο - Social Media Survey 2025” του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναδεικνύει μια καίρια επικοινωνιακο-γνωσιακή μετατόπιση στο ενημερωτικό τοπίο: Οι Έλληνες στρέφονται πρωτίστως στα κοινωνικά δίκτυα για κοινωνικοπολιτική ενημέρωση, ενώ η τηλεόραση και οι εφημερίδες υποχωρούν.
Η μετάβαση αυτή, σε συνδυασμό με την έξαρση παραπληροφόρησης και την κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς ενημέρωσης και πολιτικής, εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία της Δημοκρατίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανασύνθεση της δημόσιας σφαίρας, από ένα σχετικά κοινό οικοσύστημα μέσων σε ένα κατακερματισμένο ψηφιακό σύμπαν, όπου αλγόριθμοι, δίκτυα επιρροής και διαδικτυακές κοινότητες αναδιαμορφώνουν την πρόσβαση στην πληροφορία, τα φίλτρα αξιοπιστίας και, τελικά, τις μορφές συμμετοχής.
Δίαυλοι ενημέρωσης στον ψηφιακό δημόσιο χώρο: η άνοδος των κοινωνικών δικτύων
Σε ευρωπαϊκή κλίμακα, η τηλεόραση παραμένει η συχνότερη πηγή ενημέρωσης για κοινωνικά πολιτικά θέματα (71%). Στην Ελλάδα όμως, το πρότυπο αυτό ρηγματώνεται: μόλις 54% δηλώνουν ότι ενημερώνονται από τηλεόραση, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα (Facebook, Instagram, TikTok κ.ά.) αναδεικνύονται στην κύρια πηγή ενημέρωσης για το 56% των πολιτών, ποσοστό αισθητά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (40%). Η χρήση πλατφορμών όπως το YouTube αγγίζει το 41%, μεταξύ των υψηλότερων στην Ε.Ε. Παράλληλα, η ανάγνωση εφημερίδων ή των sites τους περιορίζεται στο 34% (έναντι 41% στην Ε.Ε.), ενώ το ραδιόφωνο υποχωρεί από τις κορυφαίες επιλογές.
Η μετατόπιση είναι ηλικιακά ασύμμετρη. Οι νεότεροι (15-24) προσλαμβάνουν την επικαιρότητα σχεδόν αποκλειστικά μέσω κινητού και βίντεο, ενώ οι μεγαλύτερες γενιές παραμένουν πιο συνδεδεμένες με τηλεόραση και έντυπα. Έτσι, η οικογενειακή “επικοινωνιακή ασυμμετρία ενημέρωσης” γίνεται καθημερινό φαινόμενο: Διαφορετικές γενιές καταναλώνουν διαφορετικά μείγματα ειδήσεων, με άνισες προσδοκίες για μορφή, ρυθμό και αξιοπιστία.
Η διττή υπόσχεση της επικοινωνιακής δυναμικής των ψηφιακών πλατφορμών
Η ανάδυση των κοινωνικών μέσων ως βασικού καναλιού ενημέρωσης έχει δύο όψεις. Από τη μία, πολλαπλασιάζει τις φωνές και μειώνει τα εμπόδια εισόδου: Μειονοτικές ή περιφερειακές οπτικές αποκτούν ορατότητα, τοπικά γεγονότα διαχέονται ταχύτερα, οι πολίτες γίνονται εν δυνάμει πομποί. Από την άλλη, η κατανάλωση γίνεται αποσπασματική και αλγοριθμικά επιμελημένη: Οι ροές δίνουν προτεραιότητα σε ό,τι προβλέπεται να μας “κρατήσει” στην οθόνη, αναμειγνύοντας σοβαρές ειδήσεις με την αλγοριθμική προτεραιοποίηση του ελκυστικού και εύπεπτου περιεχομένου (snippets). Δεν αναζητούμε πάντα ενεργά ενημέρωση, συχνά εκτιθέμεθα σε τυχαία πληροφορία μέσω γνωσιακής μεροληψίας. Η ψηφιακή περιήγηση μοιάζει με ξεφύλλισμα εφημερίδας χωρίς σταθερή δομή: Ένα viral βίντεο γειτνιάζει με μια ανάλυση για τον πληθωρισμό, ένα meme με μια είδηση πολέμου. Το αποτέλεσμα είναι μια “ρευστή” ενημέρωση, όπου το πλαίσιο και η ιεράρχηση θολώνουν.
Παραπληροφόρηση και κρίση εμπιστοσύνης
Η χαμηλού κόστους παραγωγή και η υψηλής ταχύτητας διάδοση περιεχομένου ευνοούν τη διασπορά παραπληροφόρησης. Πάνω από ένας στους τρεις Ευρωπαίους (35%) δηλώνει ότι εκτέθηκε συχνά ή πολύ συχνά σε ψευδείς ειδήσεις την τελευταία εβδομάδα, στην Ελλάδα το ποσοστό εκτινάσσεται περίπου στο 42%. Παρά την αυξημένη καχυποψία, οι αμυντικοί μηχανισμοί των πολιτών είναι άνισοι: Αρκετοί διασταυρώνουν πληροφορίες από πολλαπλές πηγές ή εξετάζουν τον αποστολέα, άλλοι ελέγχουν σχόλια και εικόνες, ενώ ένα μη αμελητέο 10% δεν προβαίνει σε κανέναν έλεγχο. Αυτό το “έλλειμμα κριτικής επιμέλειας” συνδέεται άμεσα με ελλείμματα ψηφιακής παιδείας, αλλά και με κόπωση από τον όγκο αντιφατικών σημάτων.
Παράλληλα, οι ιεραρχίες αξιοπιστίας αναδιατάσσονται. Σε επίπεδο Ε.Ε., οι πολίτες δηλώνουν ότι εμπιστεύονται πρωτίστως τον στενό τους κύκλο και τους επιστήμονες (περίπου 45%), ενώ οι δημοσιογράφοι και οι θεσμοί συγκεντρώνουν χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης (περί το 13%), και οι πολιτικοί ακόμη χαμηλότερα. Στην Ελλάδα, όπου η δημόσια συζήτηση έχει σημαδευτεί από σκάνδαλα και πολιτικές παρεμβάσεις στα media, η φθορά της θεσμικής αξιοπιστίας είναι εντονότερη. Η “μεταφορά εμπιστοσύνης” από επαγγελματικές πηγές σε άτυπα δίκτυα φίλων και γνωστών δημιουργεί ένα νέο παράδοξο: Η εγγύτητα εκλαμβάνεται ως εγγύηση αμεροληψίας, ακόμη κι όταν απουσιάζουν επαληθεύσιμα κριτήρια.

Η μετάβαση σε ένα πολυκεντρικό επικοινωνιακό σύστημα
Η θεωρία της δημόσιας σφαίρας περιγράφει τον χώρο όπου συγκροτείται η κοινή γνώμη μέσω ελεύθερης, τεκμηριωμένης συζήτησης. Στον 20ό αιώνα, ο χώρος αυτός ήταν σχετικά ενοποιημένος: κοινά δελτία, κυρίαρχες εφημερίδες, περιορισμένοι πομποί. Σήμερα, η σφαίρα γίνεται πολυκεντρική και κατακερματισμένη. Ο καθένας παράγει και επιμελείται τη δική του εξατομικευμένη “εφημερίδα” μέσω αλγοριθμικά διαμορφωμένων ψηφιακών πλατφορμών, ζώντας σε πληροφοριακές “φυσαλίδες”. Η πολυφωνία αυξάνει, αλλά ο κοινός παρονομαστής συρρικνώνεται. Χωρίς κάποια ελάχιστη συνεκτική ατζέντα, η συλλογική συζήτηση δυσκολεύεται: Ο διάλογος εκτρέπεται σε παράλληλες νησίδες, όπου η συνάντηση ανόμοιων επιχειρημάτων είναι σπάνια και η σύνθεση δυσεύρετη. Στο πλαίσιο αυτό, η επικοινωνιακή λογική των ψηφιακών πλατφορμών ενισχύει τον κατακερματισμό: Προβάλλει την εξατομίκευση ως ελευθερία, αλλά στην πράξη οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση πληροφορίας.
Δημοκρατική ανθεκτικότητα στην εποχή της ψηφιακής διαμεσολάβησης
Η πρόκληση δεν είναι αν θα “επιστρέψουμε” σε ένα χαμένο μονοπώλιο πληροφόρησης, αυτό ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό είναι. Το ζητούμενο είναι να διασφαλίσουμε θεσμικά και παιδευτικά αντίβαρα, ώστε ο πλουραλισμός να μη μετατρέπεται σε θόρυβο.
Πρώτον, απαιτείται συστηματική ψηφιακή παιδεία σε όλες τις ηλικίες: Δεξιότητες επαλήθευσης, κατανόηση αλγοριθμικών προκαταλήψεων, βασικές αρχές επιστημονικής μεθόδου και στατιστικής παιδείας.
Δεύτερον, χρειάζονται διαφανείς κανόνες λογοδοσίας για τις πλατφόρμες: Πρόσβαση σε δεδομένα για ανεξάρτητη έρευνα, σαφείς διαδικασίες σήμανσης/απομάκρυνσης παραπληροφόρησης και αναλογικότητα μέτρων, ώστε να μην πλήττεται η ελευθερία της έκφρασης.
Τρίτον, τα παραδοσιακά ΜΜΕ οφείλουν να αναβαθμίσουν πρακτικές διασταύρωσης, να επενδύσουν σε επεξηγηματική δημοσιογραφία και να ξανακερδίσουν εμπιστοσύνη μέσω διαφάνειας (διορθώσεις, ανοικτά δεδομένα, κώδικες δεοντολογίας).
Τέταρτον, η δημόσια διοίκηση και οι θεσμοί μπορούν να υιοθετήσουν μοντέλα ανοικτής διακυβέρνησης και συμμετοχικών διαδικασιών, που μειώνουν το έδαφος για φήμες και ενισχύουν την κοινωνική λογοδοσία.
Θεωρητική αναστοχαστικότητα και προοπτικές δημοκρατικής ενημέρωσης
Η καθημερινή τελετουργία της ψηφιακής ενημέρωσης υποκαθιστά τη γραμμική τηλεοπτική εμπειρία, εκφράζοντας μια βαθύτερη μετατόπιση της επικοινωνιακής δομής και του καθεστώτος πληροφόρησης. Αν και δε συνιστά από μόνη της δημοκρατική παλινδρόμηση, η επικοινωνιακή αρχιτεκτονική των πλατφορμών επεκτείνει τον πλουραλισμό της δημόσιας έκφρασης, αλλά παράλληλα εντείνει τον γνωσιακό κατακερματισμό, την πληροφοριακή ασάφεια και την επιτελεστική χειραγώγηση.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα, υψηλή εξάρτηση από κοινωνικά δίκτυα, έντονη έκθεση σε παραπληροφόρηση και διάχυτη δυσπιστία προς θεσμικούς πομπούς, καθιστά το διακύβευμα οξύ. Αν δεν υφίστανται ελάχιστα κοινά σημεία αναφοράς, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να εκτρέπεται σε θόρυβο και πόλωση. Αντιστρόφως, με επένδυση σε ψηφιακή παιδεία, μετρήσιμη διαφάνεια πλατφορμών και θεσμική αναβάθμιση της δημοσιογραφίας, η δημόσια σφαίρα μπορεί να καταστεί πιο συμπεριληπτική και γνωστικά στιβαρή.
Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε “παλιά” και “νέα” μέσα, αλλά ανάμεσα σε μια κουλτούρα ορθολογικού ελέγχου και ευθύνης και σε μια κουλτούρα ψηφιακής εντυπωσιοθηρίας και συμβολικής υπερέκθεσης. Η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου δεν περιγράφει απλώς μια τάση κατανάλωσης, αλλά λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η ποιότητα της ενημέρωσης είναι άρρηκτα δεμένη με την ποιότητα της δημοκρατίας.
* Ο Νικόλαος Μωραϊτάκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης.
