Είχαμε τα τροχαία, τώρα έχουμε και τα εργατικά ατυχήματα-δυστυχήματα. Το τελευταίο διάστημα, τα εργατικά ατυχήματα αποτελούν μία από τις πιο οδυνηρές όψεις της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο, εκατοντάδες εργαζόμενοι τραυματίζονται σοβαρά ή χάνουν τη ζωή τους εν ώρα εργασίας. Παρότι οι στατιστικές ποικίλλουν ανάλογα με τον κλάδο και την πηγή, η εικόνα είναι σταθερά ανησυχητική: Η Ελλάδα καταγράφει περισσότερα θανατηφόρα ατυχήματα αναλογικά με τον πληθυσμό και το εργατικό δυναμικό της σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Και το ερώτημα γιατί συμβαίνουν τόσα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας είναι εύλογο...
Ο σημαντικότερος ίσως παράγοντας είναι η απουσία βαθιάς κουλτούρας πρόληψης. Στην Ελλάδα, η έννοια της “υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία” συχνά αντιμετωπίζεται τυπικά - ως μια υποχρέωση συμμόρφωσης σε νόμους και κανονισμούς, και όχι ως οργανικό μέρος της καθημερινής λειτουργίας μιας επιχείρησης.
Οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας) δε διαθέτουν ούτε τεχνικό ασφαλείας, ούτε γιατρό εργασίας. Και στην περίπτωση που διαθέτουν, αυτοί συχνά περιορίζονται σε γραφειοκρατική κάλυψη χωρίς ουσιαστική παρέμβαση στους χώρους εργασίας. Η εκπαίδευση του προσωπικού για την αποφυγή κινδύνων είναι συχνά ελλιπής ή ανύπαρκτη.
Η οικονομική κατάσταση της χώρας μας, ιδιαίτερα μετά την κρίση της τελευταίας δεκαετίας, έχει οδηγήσει πολλές επιχειρήσεις να λειτουργούν στα όρια του κόστους. Οι εργοδότες συχνά θεωρούν τα μέτρα ασφαλείας “πολυτέλεια” ή “αναγκαίο κακό”. Σε εργοτάξια, μεταφορές, καθαριότητα ή βιομηχανία, οι εργαζόμενοι πιέζονται να ολοκληρώνουν γρήγορα τις εργασίες τους, ξεχνώντας πολλές φορές να τηρήσουν τους όρους ασφαλείας. Η φράση «άντε τελείωνε» γίνεται συχνά πιο ισχυρή από τη φράση «πρόσεχε». Έτσι, όταν ο χρόνος μετρά περισσότερο από την ασφάλεια, το ατύχημα γίνεται θέμα χρόνου...
Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) υπολειτουργεί εδώ και χρόνια λόγω έλλειψης προσωπικού, πόρων και πολιτικής βούλησης. Οι επιθεωρητές Εργασίας είναι λίγοι σε σχέση με τις χιλιάδες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε όλη τη χώρα.
Επιπλέον, τα πρόστιμα για παραβάσεις συχνά είναι χαμηλά, ενώ οι έλεγχοι μπορεί να ανακοινώνονται εκ των προτέρων ή να περιορίζονται σε τυπικές διαδικασίες. Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα ατιμωρησίας. Η αύξηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, όπως οι εργολαβίες και η προσωρινή εργασία, έχει επιδεινώσει την κατάσταση. Σε πολλούς κλάδους - κατασκευές, logistics, καθαριότητα, τουρισμό - οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται μέσω τρίτων εταιρειών, συχνά χωρίς επαρκή εκπαίδευση ή επίβλεψη.
Η ευθύνη για την ασφάλεια “διαχέεται” και τελικά χάνεται: Ποιος ευθύνεται όταν τραυματίζεται ένας εργολαβικός εργαζόμενος; Η εταιρεία που τον απασχολεί ή η εταιρεία που του αναθέτει το έργο; Αυτό το θολό πλαίσιο επιτρέπει τη μετακύλιση ευθυνών και, συχνά, την αποφυγή λογοδοσίας. Πολλοί εργαζόμενοι, ιδιαίτερα σε χειρωνακτικά επαγγέλματα, δεν έχουν λάβει ποτέ βασική εκπαίδευση για την ασφάλεια. Δε γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν σωστά τον εξοπλισμό ή ποια είναι τα δικαιώματά τους σε περίπτωση κινδύνου. Η έλλειψη ενημέρωσης οδηγεί σε επικίνδυνες πρακτικές - όπως η εργασία χωρίς προστατευτικά μέσα, η χρήση φθαρμένων εργαλείων ή η παράκαμψη ασφαλιστικών μηχανισμών στα μηχανήματα - απλώς και μόνο “για να γίνει η δουλειά”. Την ίδια ώρα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον παράγοντα χρόνο και τη φθορά που έχει προκαλέσει στα μηχανήματα, όπως και τη μη αντικατάστασή τους ελλείψει οικονομικών πόρων σε αρκετές περιπτώσεις ή και λόγω αναβλητικότητας.
Τι μπορεί να γίνει για το σοβαρό αυτό πρόβλημα
Τα εργατικά ατυχήματα δεν είναι “ατυχίες”. Είναι το αποτέλεσμα συστημικών ελλείψεων, κοινωνικών νοοτροπιών και πολιτικών αδυναμιών. Όσο η ασφάλεια θεωρείται δευτερεύον ζήτημα και όχι ανθρώπινο δικαίωμα, οι τραγωδίες θα συνεχίζονται. Η αλλαγή είναι εφικτή - αλλά προϋποθέτει τη συλλογική παραδοχή ότι κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επιστρέφει σώος στο σπίτι του. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνδυασμό μέτρων:
Το κράτος οφείλει να στηρίξει το ΣΕΠΕ με προσωπικό, τεχνολογία και οτιδήποτε άλλα μέτρα χρειάζεται, ώστε να μπορεί να προχωρήσει σε πιο εντατικούς ελέγχους. Οι εργαζόμενοι πρέπει να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τις πρακτικές ασφαλείας. Τα προγράμματα κατάρτισης να γίνουν υποχρεωτικά και ουσιαστικά. Οι εταιρείες που επενδύουν σε ασφάλεια θα πρέπει να επιβραβεύονται - π.χ. με μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών ή δημόσια αναγνώριση. Η ασφάλεια δεν είναι εμπόδιο στην παραγωγικότητα, είναι προϋπόθεσή της. Η ευαισθητοποίηση πρέπει να ξεκινά από το σχολείο και να διαπερνά κάθε βαθμίδα επαγγελματικής ζωής.