Ρούτσι
Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ

“Αστόχημα βολής”

Απόψεις
“Αστόχημα βολής”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λάθος της πολιτικής αλλά και της φυσικής ηγεσίας της Δικαιοσύνης η διαχείριση των αιτημάτων εκταφής

«Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, με αφορμή δημοσιεύματα του Τύπου, σχετικά με υποβληθέντα αιτήματα εκταφής θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών, ανακοινώνει ότι τα εν λόγω αιτήματα που αποβλέπουν σε εξακρίβωση και πιστοποίηση της ταύτισης ή μη του DNA των σορών, που παραδόθηκαν, προς ταφή, κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, με το DNA των ήδη αιτούντων την εκταφή προσώπων, μελετώνται και πρόκειται σύντομα να απαντηθούν, από τους αρμόδιους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους». 

Τα αιτήματα των συγγενών των θυμάτων, όμως, αφορούν κατά κύριο λόγο την αιτία θανάτου και δευτερευόντως «την εξακρίβωση και πιστοποίηση της ταύτισης ή μη του DNA των σορών που παραδόθηκαν προς ταφή».

Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία δεν είναι αρμόδια να τα εξετάσει, όφειλε να τα διαβιβάσει ασχολίαστα στον πρόεδρο Εφετών Λάρισας, προκειμένου να τα εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη κατά την εξέτασή τους τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, σύμφωνα με τα οποία: 
Ι. «1. Οι δικαστές δεν ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων, αιτιολογώντας πάντοτε ειδικά και εμπεριστατωμένα με ποια αποδεικτικά μέσα και με ποιους συλλογισμούς σχημάτισαν τη δικανική τους κρίση». 

ΙΙ. «1. Στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων. Κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι: α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. 

2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές “και οι εισαγγελείς” είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια». 

Από την απλή ανάγνωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει αβίαστα ότι ο εφέτης ανακριτής Λάρισας, αναζητώντας απερίσπαστα, ελεύθερα, χωρίς υποδείξεις και προτροπές την αλήθεια, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής του, μπορεί ακόμη χωρίς αίτημα των συγγενών των θυμάτων να διατάξει τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί η αιτία θανάτου των θυμάτων. 

Δεν είμαι σε θέση, ούτε υπάρχει λόγος να σχολιάσω την απόρριψη των αιτημάτων που υποβλήθηκαν από τον ανακριτή γιατί δε γνωρίζω τους λόγους της απόρριψής τους, ούτε έχω γνώση της δικογραφίας, μπορώ όμως να παρατηρήσω ως πολίτης κυρίως ότι οι αντιφατικές ανακοινώσεις και παρεμβάσεις της πολιτικής ηγεσίας της Δικαιοσύνης βλάπτουν σοβαρά την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, η οποία πρέπει να διαφυλαχθεί απ’ όλους, δεδομένου ότι αποτελεί, ούτως ή άλλως, το τελευταίο αποκούμπι των πολιτών. 

Η εναγώνια προσπάθεια του υπουργού Δικαιοσύνης, να οδηγηθεί άρον-άρον η υπόθεση των Τεμπών στις δικαστικές αίθουσες, εκτός του ότι προκαλεί την οργή των συγγενών των θυμάτων, δυστυχώς, ενέπλεξε και τη φυσική ηγεσία της Δικαιοσύνης σε ανούσιες αντιπαραθέσεις με τους συγγενείς των θυμάτων και με την κοινωνία εντέλει. Η παρερμηνεία των αιτημάτων των συγγενών των θυμάτων, η οποία υιοθετήθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης, έδωσε την αφορμή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης μόνο για την ταυτοποίηση των θυμάτων, αποκλείοντας έτσι τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων για τα αίτια θανάτου τους. 

Όποιοι υποστηρίζουν, και δεν είναι λίγοι αυτοί, ότι οι συγγενείς των θυμάτων μπορούν να επαναφέρουν τα αιτήματά τους σε κάθε στάδιο της διαδικασίας - έχουν δίκιο διαδικαστικά - αλλά δε λαμβάνουν υπόψη τους ότι στην περίπτωση αυτή η καθυστέρηση της δίκης θα είναι μεγαλύτερη λόγω του όγκου της δικογραφίας, του αριθμού των θυμάτων, των διαδίκων, των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, των δικηγόρων και των τεχνικών συμβούλων, ιδίως δε αν το αίτημα ικανοποιηθεί με καθυστέρηση, τότε υπάρχει κίνδυνος να παραγραφούν ακόμη και κακουργηματικές πράξεις. Η αυτεπάγγελτη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων, η οποία δυστυχώς δεν έγινε έγκαιρα, αν δε γίνει ούτε τώρα, οι κινητοποιήσεις των πολιτών θα διογκωθούν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και του πολιτικού συστήματος. Δηλαδή, ενώ η καθυστέρηση δύο ή τριών μηνών ακόμη δε δημιουργεί κανένα απολύτως πρόβλημα, η τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος αυτού από το Δικαστήριο μπορεί να προκαλέσει ακόμη και κίνδυνο παραγραφής ορισμένων τουλάχιστον πράξεων. 

Όποιοι, τέλος, υποστηρίζουν ή είναι βέβαιοι ότι δεν υπήρξε συγκάλυψη ή έστω απόπειρα συγκάλυψης με το “μπάζωμα”, έχουν κάθε λόγο να γίνουν δεκτά τα αιτήματα των ηρωικών γονιών που έχουν το κουράγιο να ζήσουν μια διαδικασία που δεν πρόκειται να ξεχάσουν ποτέ, αρκεί να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο για να βρεθεί η αλήθεια. 

Η σύγκριση των αποτελεσμάτων των τοξικολογικών εξετάσεων με τα συμπεράσματα των δικαίως και ευλόγως αμφισβητούμενων αντιφατικών πραγματογνωμοσυνών θα συμβάλλει ούτως ή άλλως στην αναζήτηση της αλήθειας, όποια κι αν είναι αυτή. 

* Ο Ευριπίδης Κουκιαδάκης είναι δικηγόρος Ηρακλείου. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News