Τραμπ
Φωτ. shutterstock

Οι εκατό ημέρες που δεν άλλαξαν τον κόσμο

Απόψεις
Οι εκατό ημέρες που δεν άλλαξαν τον κόσμο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μια αποτίμηση της πορείας και των συνεπειών της πολιτικής Τραμπ στο εσωτερικό και τη διεθνή σκηνή

Οι πρώτες εκατό ημέρες ενός νέου προέδρου θεωρούνται ορόσημο στις ΗΠΑ, και για κάθε πρόεδρο, τα τελευταία 80 χρόνια τουλάχιστον, διεξάγονται δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να μετρηθεί η αποδοχή στο έργο και των πρώτων ημερών της διακυβέρνησής του. 

Το ενδιαφέρον γι’ αυτές τις δημοσκοπήσεις, που αποτελούν και μια πρώτη κρίση των Αμερικανών για τον πρόεδρό τους, ήταν αυξημένο αυτή τη φορά, καθώς οι συνθήκες είχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο πρόεδρος Τραμπ κέρδισε τους δημοκρατικούς με τρόπο αδιαμφισβήτητο στην κάλπη, υποσχόμενος ένα... τσουνάμι αλλαγών στην πολιτική των ΗΠΑ εντός και εκτός συνόρων. 

Έτσι, πριν από 100 ημέρες περίπου, στις 20 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος Τραμπ ορκίστηκε 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ, προκαλώντας έντονα συναισθήματα τόσο στους Αμερικανούς πολίτες, όσο και σε λαούς και ηγέτες ανά την υφήλιο. Μπορεί τα συναισθήματα αυτά να ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα, αλλά δεν άφηναν περιθώρια για αδιαφορία για τις αποφάσεις και τις ενέργειες του νέου Αμερικανού προέδρου. 

Το μεγάλο στοίχημα των δασμών: Τελικά είναι “όπλο” στα χέρια του Αμερικανού προέδρου ή “μπούμερανγκ”;

Τα ευρήματα που είδαν το φως της δημοσιότητας πριν από λίγες ημέρες ήταν για άλλους αναμενόμενα, ενώ για άλλους έκπληξη. Πάντως, για όλους ήταν ενδιαφέροντα. Σύμφωνα με αυτά, η αποδοχή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά τις πρώτες 100 ημέρες της δεύτερης θητείας του παραμένει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, η μέση αποδοχή του ανέρχεται στο 45%, ποσοστό που είναι το χαμηλότερο για οποιονδήποτε εκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Τραμπ
Φωτ. shutterstock

Οι δημοσκοπήσεις 

Η δημοσκόπηση της Gallup από την 1η έως τις 14 Απριλίου 2025 κατέγραψε αποδοχή 44% και αποδοκιμασία 53%. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο το 37% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων ενέκρινε την απόδοσή του, ποσοστό που έχει μειωθεί κατά 9 μονάδες από την αρχή της θητείας του. 

Άλλες δημοσκοπήσεις επιβεβαίωσαν αυτήν την τάση:

Η δημοσκόπηση της Washington Post-ABC News-Ipsos (18-22 Απριλίου 2025) κατέγραψε αποδοχή 39%. 

Η δημοσκόπηση της CNN-SSRS έδειξε αποδοχή 41%, το χαμηλότερο ποσοστό για πρόεδρο στις πρώτες 100 ημέρες από την εποχή του Αϊζενχάουερ. 

Η δημοσκόπηση της Marist κατέγραψε αποδοχή 42%, με το 44% των ερωτηθέντων να του αποδίδουν βαθμολογία “F” για την απόδοσή του. 

Με την εικόνα να μην είναι η καλύτερη για τον Τραμπ, τους επικριτές του να επιχαίρουν γι’ αυτό και τους υποστηρικτές του να καλούν σε υπομονή έως ότου αποδώσουν καρπούς οι πολιτικές της νέας διοίκησης, είναι σημαντικό να δούμε τι υποσχέθηκε και τι έπραξε αυτές τις πρώτες ημέρες ο Αμερικανός πρόεδρος.

Τι υποσχέθηκε και τι έκανε στο εσωτερικό ο Τραμπ 

Όσον αφορά στην εσωτερική πολιτική, τα μέτρα που υποσχέθηκε ο Τραμπ ήταν: 

- Μείωση φόρων για άτομα και επιχειρήσεις, με παράταση των φοροελαφρύνσεων του 2017. 

- Κατάργηση του “deep state” και εκκαθάριση της ομοσπονδιακής διοίκησης από “ανεξέλεγκτους γραφειοκράτες”. 

- Καταπολέμηση του πληθωρισμού μέσω αύξησης της εγχώριας παραγωγής και επαναφοράς της ενεργειακής ανεξαρτησίας.

- Υποστήριξη της παραδοσιακής ενέργειας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακας) και ακύρωση πράσινων πολιτικών της κυβέρνησης Μπάιντεν. 

- Διορισμοί “πατριωτών” δικαστών που θα υπερασπίζονται το Σύνταγμα, το δικαίωμα στην οπλοκατοχή και τη θρησκευτική ελευθερία. 

Για τη μετανάστευση και τη φύλαξη των συνόρων: 

- Ολοκλήρωση του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό και ενίσχυση της συνοριοφυλακής. 

- Μαζικές απελάσεις παράτυπων μεταναστών και δημιουργία “στρατοπέδων κράτησης”. 

- Τερματισμός της αυτόματης υπηκοότητας για παιδιά παράτυπων μεταναστών.

- Επαναφορά της πολιτικής “Remain in Mexico” για αιτούντες άσυλο. 

Για την υγεία και την κοινωνική πολιτική: 

- Κατάργηση της “κουλτούρας woke” στα σχολεία, με νόμους κατά της θεωρίας της φυλετικής ταυτότητας και των LGBTQ+ προγραμμάτων.

- Προώθηση πατριωτικής εκπαίδευσης, επαναφορά της “1776 Commission”. 

- Κατάργηση υποχρεωτικών εμβολιασμών και υποστήριξη της “ιατρικής ελευθερίας”. 

Για την εφαρμογή του νόμου και τις ατομικές ελευθερίες: 

- Χρήση της Εθνοφρουράς σε πόλεις με “υψηλή εγκληματικότητα” αν οι τοπικές Αρχές “αποτυγχάνουν”.

- Πλήρης προστασία της Δεύτερης Τροπολογίας (δικαίωμα οπλοκατοχής).

- Διώξεις κατά “διεφθαρμένων” πολιτικών και υπηρεσιών ασφαλείας, όπως FBI και υπουργείο Δικαιοσύνης. 

Για τον ψηφιακό κόσμος και την τεχνολογία: 

- Απαγόρευση κινεζικών social media (TikTok κ.λπ.) και ενίσχυση της ψηφιακής ασφάλειας. 

- Ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να “μην απειλεί την ελευθερία έκφρασης”.

Για όλες τις παραπάνω δεσμεύσεις του ο Τραμπ έκανε κάποια ενέργεια κυρίως με τη μορφή εκτελεστικού διατάγματος, καθώς οι νόμοι, όπως αυτός για τη μείωση της φορολογίας περνούν από το Κογκρέσο, με αποτέλεσμα η διαδικασία να είναι χρονοβόρα. 

Σε άλλα ζητήματα όπως οι μαζικές απελάσεις μεταναστών, οι διορισμοί «πατριωτών» δικαστών και διώξεις κατά στελεχών και υπηρεσιών ασφαλείας, το αμερικανικό σύστημα διοίκησης δεν επιτρέπει γρήγορες ενέργειες ή δίνει το περιθώριο στους δικαστές να καθυστερήσουν ή να αναιρέσουν ενέργειες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κάθε υπόσχεση που αφορούσε το εσωτερικό των ΗΠΑ και υπήρχε στη λίστα με την ονομασία Agenda 47 ξεκίνησε να υλοποιείται τις πρώτες εκατό ημέρες διακυβέρνησης από τον πρόεδρο. 

Ποια ήταν η εξωτερική πολιτική του 

Στην εξωτερική πολιτική ο Τραμπ υποσχέθηκε: 

* Τον άμεσο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία μέσω διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία, ακόμη και πριν από την ορκωμοσία του. 

* Τη διακοπή της «ατελείωτης ροής αμερικανικού χρήματος» προς την Ουκρανία και απαίτηση από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της υποστήριξης. 

* Την επαναξιολόγηση της συμμετοχής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, με έμφαση στην εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων των συμμάχων. 

* Την αναγνώριση της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία και αποδοχή της ουδετερότητας της Ουκρανίας ως μέρος μιας ειρηνευτικής συμφωνίας. 

* Την απειλή διακοπής της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία εάν δε συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία. 

* Και τέλος, στα πλαίσια της πολιτικής “America first”, επέβαλλε δασμούς καθολικά στις εισαγωγές προϊόντων απ’ όλες τις χώρες του κόσμου και κυρίως από την Κίνα. Το ύψος των δασμών σε κινέζικα προϊόντα προέβλεψε ότι θα φτάσει το 60%. 

Και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε όλα όσα υποσχέθηκε τις πρώτες εκατό ημέρες της διακυβέρνησής του. Τα μέτρα που πήρε προκάλεσαν μια πραγματική κοσμογονία. Ένα σεισμό που απείλησε να γκρεμίσει το σημερινό παγκόσμιο status τόσο στην οικονομία όσο και στη γεωπολιτική.

Ολόκληρη η Ευρώπη, μετά από δεκαετίες αμυντικής κηδεμονίας από τις ΗΠΑ, άρχισε να νιώθει όλο και λιγότερο ότι “ανήκει στη Δύση”, τουλάχιστον αμυντικά. Η συμφωνία για το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία ξεκίνησε με τις απευθείας συνομιλίες με τη Ρωσία χωρίς την Ουκρανία και έκανε τους Ευρωπαίους συμμάχους να χάσουν τον ύπνο τους, αισθανόμενοι ότι η πιθανή ρωσική απειλή θα τους βρει χωρίς την παραδοσιακή προστασία του υπερατλαντικού συμμάχου τους.

Έτσι, η επίκληση του Αμερικανού προέδρου για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ έγινε... πολιτική απόφαση των συμμάχων που εγγυάται την ευρωπαϊκή ασφάλεια. 

Η μείωση της βοήθειας στην Ουκρανία βοήθησε στον έλεγχο της μιας εμπόλεμης πλευράς. Δε βοήθησε όμως στον κατευνασμό της άλλης, ούτε η ρεαλιστική πολιτική στην παραχώρηση εδαφών στη Ρωσία, ούτε η παραδοχή ότι η Ουκρανία δε θα γίνει ποτέ μέλος του ΝΑΤΟ. 

Κι έτσι φτάσαμε πριν από λίγες ημέρες στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ανεξάρτητα αν πρόκειται για τακτικό ελιγμό ή για πραγματικό αδιέξοδο, φαίνεται πως ο δρόμος για την ειρήνη δεν είναι τόσο απλός ή μάλλον τόσο απλοϊκός, όσο φάνταζε λίγους μήνες πριν στο μυαλό του Αμερικανού προέδρου και μάλλον είναι μακρύς και δύσβατος μέχρι την επίτευξη του στόχου. 

τρ
Φωτ. shutterstock

Δασμοί παντού... 

Όσον αφορά στην προστασία της αμερικανικής οικονομίας μέσω της επιβολής δασμών, ο Τραμπ επέβαλε με εκτελεστικό Διάταγμα στις 2 Απριλίου 2025 καθολικό δασμό 10% σε όλες τις εισαγωγές, με ισχύ από τις 5 Απριλίου 2025. Επιπλέον, επέβαλε υψηλότερους δασμούς σε 57 χώρες. Στα προϊόντα από την Κίνα, οι δασμοί έφτασαν σωρευτικά το 145%. Το μέτρο τέθηκε σε ισχύ από τις 9 Απριλίου 2025. 

Παράλληλα, κατάργησε το όριο αφορολόγητων εισαγωγών ύψους 800 δολαρίων από την Κίνα από τις 2 Μαΐου 2025. Έτσι όλα τα πακέτα από την Κίνα υπόκεινται σε δασμούς, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως οι Shein και Temu. 

Τέλος, με εκτελεστικό Διάταγμα στις 24 Μαρτίου 2025 επέβαλε δασμό 25% σε όλα τα προϊόντα από χώρες που εισάγουν πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, ως μέτρο πίεσης για την απομόνωση της κυβέρνησης Μαδούρο. 

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο Τραμπ ήταν συνεπής με το... παραπάνω σε όλες του τις προεκλογικές δεσμεύσεις. 

Αλλά αν αυτό συμβαίνει, ποιος είναι ο λόγος της κακής δημοσκοπικής εικόνας μόλις τρεις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. 

Για να καταλάβουμε το “παζλ” που δημιούργησε αυτήν την εικόνα στο εκλογικό σώμα το οποίο τον στήριξε πριν από έξι μήνες περίπου και τον ανέδειξε πρόεδρο, θα πρέπει να δούμε τις επιπτώσεις των αποφάσεών του για τους Αμερικανούς πολίτες. 

Η εξήγηση της κακής δημοσκοπικής εικόνας 

Η επιβολή εκτεταμένων δασμών από τον πρόεδρο Τραμπ συνιστά μια από τις πιο επιθετικές παρεμβάσεις στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1930. Με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας, την αποκατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου και την πίεση σε ανταγωνιστικές οικονομίες - κυρίως την Κίνα - η διοίκηση Τραμπ υιοθέτησε ένα μοντέλο προστατευτισμού, που στη θεωρία ενισχύει την εθνική παραγωγή. Στην πράξη, όμως, οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν πολύπλευρες και αντιφατικές. 

Οι καθολικοί δασμοί 10% σε όλες τις εισαγωγές και οι ειδικοί δασμοί που άγγιξαν το 145% για κινεζικά προϊόντα προκάλεσαν άμεση αύξηση τιμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές. 

Είδη καθημερινής χρήσης, όπως ρούχα, ηλεκτρονικά, οικοδομικά υλικά και οχήματα, επηρεάστηκαν σημαντικά, καθώς το κόστος μετακυλίστηκε στους τελικούς καταναλωτές. 

Οι αναλυτές του Tax Foundation εκτίμησαν ότι το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό επιβαρύνθηκε με επιπλέον 1.200 έως 1.500 δολάρια ετησίως. 
Η αύξηση του κόστους ζωής, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των επενδύσεων, οδήγησε σε μείωση της καταναλωτικής δαπάνης. 

Το πρώτο τρίμηνο του 2025, η αμερικανική οικονομία σημείωσε συρρίκνωση 0,3% στο ΑΕΠ, προκαλώντας ανησυχίες για ύφεση. 

Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές και στον τομέα της απασχόλησης: Επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες περιόρισαν την παραγωγή ή ανέβαλαν επεκτάσεις, οδηγώντας σε απολύσεις και αναστολές εργασίας.

Από την πλευρά των διεθνών σχέσεων, η πολιτική δασμών πυροδότησε εμπορικούς πολέμους. 

Η Κίνα απάντησε με δασμούς έως 125% σε αμερικανικά προϊόντα, πλήττοντας ιδιαίτερα τους αγρότες και τους εξαγωγείς μεταποιημένων προϊόντων στις ΗΠΑ. Παράλληλα, Καναδάς, Μεξικό και Ε.Ε. ανακοίνωσαν αντίμετρα, διαταράσσοντας τις εφοδιαστικές αλυσίδες. 

Το κόστος αυτών των συγκρούσεων αποτυπώθηκε στις διεθνείς χρηματαγορές, με ενίσχυση της αβεβαιότητας και υποχώρηση της εμπιστοσύνης στην προβλεψιμότητα της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής.

Ορισμένοι τομείς, όπως η παραγωγή αλουμινίου και χάλυβα, εμφάνισαν αρχική ανάκαμψη λόγω της προστασίας από τον ανταγωνισμό. 

Ωστόσο, τα οφέλη ήταν περιορισμένα σε σχέση με τη συνολική ζημία που προκλήθηκε στην ευρύτερη οικονομία. Ειδικά η αυτοκινητοβιομηχανία, που βασίζεται σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επλήγη έντονα. 

Μακροπρόθεσμα, οι δασμοί Τραμπ δημιούργησαν ρήγμα στην παγκόσμια εμπορική τάξη, μειώνοντας την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως πυλώνα ελεύθερου εμπορίου. Επίσης, ενίσχυσαν το επιχείρημα υπέρ της αυτάρκειας και της αποσύνδεσης κυρίως έναντι της Κίνας, οδηγώντας σε επανατοποθετήσεις βιομηχανιών. 

Σήμερα, ο πρόεδρος ουσιαστικά ζητά χρόνο για να αποδώσουν τα μέτρα που πήρε. Στο εσωτερικό, με την εξουσία του να του δίνει τον πρώτο ρόλο στην εφαρμογή πολιτικών, αυτό είναι εύκολο. 

Στο διεθνές περιβάλλον όμως, και ειδικά το οικονομικό που εξ ορισμού είναι πολυπαραγοντικό, η επιβολή πολιτικών είναι πολύ δύσκολη. 

Είναι δύσκολο για παράδειγμα οι ΗΠΑ να αντέξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις συνέπειες των δασμών για τους πολίτες τους, αλλά είναι ευκολότερο για την Κίνα όχι μόνο του οικονομικού μοντέλου πάνω στο οποίο έχει βασίσει την ανάπτυξή της, αλλά και γιατί ως καθεστώς μπορεί να αποσβένει την κάθε αντίδραση στο εσωτερικό της χωρίς κόστος.

Εξάλλου, είναι σχεδόν αδύνατον με την επιβολή δασμών να αλλάξει η εικόνα του παγκόσμιου εμπορίου, όταν για δεκαετίες το παραγωγικό μοντέλο ευνόησε μέσω της παγκοσμοιοποίησης όχι μόνο χώρες όπως οι ΗΠΑ, αλλά κυρίως χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής όπως η Κίνα.
Σήμερα η θεωρητική ενίσχυση της ατζέντας “America First” σκιάζεται από το μεγάλο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος. 

Οι θετικές επιπτώσεις για επιμέρους βιομηχανίες μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα λόγω της επιβάρυνσης των καταναλωτών, την οικονομική επιβράδυνση και την ενίσχυση των διεθνών εντάσεων. 

Μαζί με τους πολίτες αρχίζουν πλέον να νιώθουν την απειλή και οι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν μεγάλο αγοραστικό κοινό στο εξωτερικό και φυσικά είναι εκτεθειμένες σε αντίμετρα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ψηφιακοί κολοσσοί των ΗΠΑ, που υπόκεινται σε εξονυχιστικούς ελέγχους των ρυθμιστικών Αρχών στην Ευρώπη και σε κάποιες περιπτώσεις σε δυσθεώρητα πρόστιμα. 

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα η ευρωπαϊκή αεροπορική εταιρεία Ryanair, ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές αεροσκαφών Boeing όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο που απείλησε με διακοπή του προγράμματος προμήθειας των αμερικανικών αεροσκαφών λόγω δασμών.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι, αν και οι Αμερικανοί πολίτες ψήφισαν τον Τραμπ με κριτήριο την οικονομία και προκειμένου να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση, λίγους μήνες μετά είναι αντιμέτωποι με μια τελείως διαφορετική δυσμενή κατάσταση. 

Είναι γεγονός ότι οι προσδοκίες είναι το ισχυρότερο κίνητρο στην ανθρώπινη φύση. Όταν μάλιστα γεννιούνται από μεγαλοϊδεατισμό που συνοδεύεται από πομπώδη ρητορική που υπόσχεται μεγάλες αλλαγές προς το καλύτερο στη ζωή των ανθρώπων. 

Αυτές οι προσδοκίες εκφράστηκαν στην αμερικανική κάλπη του Νοεμβρίου. 

Εξίσου όμως μεγάλο κίνητρο είναι και η διάψευση των προσδοκιών στην πράξη. Είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος.

Και μάλιστα ανάλογη των προσδοκιών που δεν επαληθεύτηκαν. 

Σήμερα ο πρόεδρος Τραμπ αντιλαμβάνεται δημοσκοπικά αυτήν την απογοήτευση των Αμερικανών πολιτών.

Η συνέπεια δεν εγγυάται την επιτυχία 

Αν και ο ίδιος δικαιούται να λέει ότι ήταν συνεπής στους λόγους και τις πράξεις του δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι οι παγκοσμοποιημένες συνθήκες της οικονομίας δεν επιτρέπουν πλέον κυριαρχικούς ρόλους που επιβάλλονται μάλιστα μέσω μονομερών αποφάσεων και διαταγμάτων. 

Είναι κατανοητός ο ρόλος που επέλεξε για τις ΗΠΑ ο πρόεδρος Τραμπ, απομονωτικός και συναλλακτικός στη διεθνή σκηνή, προκειμένου να ενισχύσει το εσωτερικό του. Και είναι αλήθεια ότι ο ρόλος αυτός θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να ανασχέσει κάποιες χαίνουσες πληγές της αμερικανικής οικονομίας, όπως το μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ.

Δεν είναι όμως αυτός ο ρόλος που άλλαξε τους όρους του παγκόσμιου εμπορίου και μαζί τον ίδιο τον κόσμο στις προηγούμενες 100 ημέρες και δε θα το κάνει ούτε μετά από τέσσερα χρόνια στο “τιμόνι” των Ηνωμένων Πολιτειών ο πρόεδρος Τραμπ. 

Ο Τραμπ τήρησε τις υποσχέσεις του. Αλλά η συνέπεια δεν εγγυάται επιτυχία όταν οι πράξεις γεννούν κόστος και οι απαντήσεις της πραγματικότητας είναι πιο σκληρές από τα συνθήματα. Οι πρώτες 100 ημέρες δεν άλλαξαν τον κόσμο - μόνο υπενθύμισαν πόσο δύσκολο είναι να τον αλλάξεις. 


 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News