Ζήσαμε πριν από λίγες ημέρες την πρώτη ουσιαστική μάχη, που σήμανε και την έναρξη του εμπορικού πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ από τη μια και περίπου ολόκληρου του πλανήτη από την άλλη.
Με την ιδιόρρυθμη έμφαση - έως σημείου υπερβολής - που χαρακτηρίζει τις ενέργειες και την παρουσία του Αμερικανού προέδρου, παρουσίασε τους καταλόγους των χωρών στα προϊόντα των οποίων επιβάλλει δασμούς και μάλιστα σε μέγεθος τέτοιο που να παραπέμπουν σε τόσο κάτι μεγάλο και σημαντικό, όσο και η αναγέννηση της αμερικανικής οικονομίας όπως ισχυρίστηκε.
Εξάλλου, ποτέ δεν κρύφτηκε ο Ντόναλντ Τραμπ. Από την εποχή της πρώτης του θητείας τού άρεσαν τα μεγάλα σχέδια, τα μεγαλεπήβολα έργα, κυρίως όμως τα μεγάλα λόγια.
Σημασία, όμως, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν τα λόγια, αλλά τι κρύβεται πίσω από αυτά και κυρίως ποια θα είναι η “επόμενη μέρα” στο παγκόσμιο εμπόριο, καθώς η “μέρα” αυτή θα επηρεάσει δισεκατομμύρια ανθρώπων στον πλανήτη.
Παρατηρώντας το οικοδόμημα να κλυδωνίζεται και πακτωλό δισεκατομμυρίων να χάνεται στις αγορές, από τις αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου πολλοί, ειδικοί ή λιγότερο ειδικοί, εξέφρασαν την ανησυχία ή και τον πανικό και μίλησαν για το «τέλος του καπιταλισμού» ή το «τέλος του παγκόσμιου εμπορίου».
Για να σχηματίσουμε όμως μια καθαρή εικόνα για το αν πρόκειται για μια κίνηση σκοπιμότητας ή την οριστική επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού, θα πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πιο... μακριά στον χρόνο.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα τι θα κάνουν τελικά οι δασμοί στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και στην οικονομία των ΗΠΑ θα πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορική διαδρομή των δασμών.
Η ιστορία των δασμών
Οι δασμοί, φόροι στα εισαγόμενα (και κάποιες φορές εξαγόμενα) αγαθά χρησιμοποιήθηκαν ήδη από την αρχαιότητα. Όμως, στον 17ο αιώνα βρήκαν νέα, πιο οργανωμένη μορφή υπό το δόγμα του μερκαντιλισμού. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ’, ο υπουργός Οικονομικών Ζαν-Μπατίστ Κολμπέρ χρησιμοποίησε εκτεταμένα δασμούς για να ενισχύσει την ντόπια βιομηχανία και να περιορίσει τις εισαγωγές. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, το κράτος έπρεπε να παρεμβαίνει δραστικά για να ενισχύει την αυτάρκεια και τη δύναμη του έθνους.
Ωστόσο, η μερκαντιλιστική λογική δεν έμεινε αναπάντητη. Οι φυσιοκράτες και αργότερα οι κλασικοί οικονομολόγοι προώθησαν την αντίθετη αρχή του “laissez - faire, laissez - passer” - “αφήστε τους να πράξουν, αφήστε τα προϊόντα να περάσουν” ή σε πιο ελεύθερη μετάφραση “ελεύθερο επιχειρείν, ελεύθερη διακίνηση αγαθών”.
Δασμοί και αντίποινα: Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Πίστευαν πως το κράτος έπρεπε να αποσυρθεί από τον παρεμβατισμό στην οικονομία και πως οι δασμοί παραβίαζαν τη “φυσική τάξη” της αγοράς.
Η φράση αποτέλεσε το σύνθημα του οικονομικού φιλελευθερισμού και εξέφρασε την αρχή της ελεύθερης οικονομίας, χωρίς κρατικούς περιορισμούς.
Αυτό δε σημαίνει φυσικά πως το ελεύθερο εμπόριο επικράτησε στο παγκόσμιο εμπόριο στους δύο αιώνες περίπου που ακολούθησαν.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μεγάλες οικονομίες επιδίωξαν να αποφύγουν τον προστατευτισμό του Μεσοπολέμου και να δημιουργήσουν ένα πιο ανοιχτό και σταθερό παγκόσμιο εμπορικό σύστημα.
Έτσι γεννήθηκε η GATT (General Agreement on Tariffs and Trade - Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) το 1947, μια διεθνής συμφωνία που έθετε κανόνες για τη μείωση των δασμών και των εμπορικών φραγμών. Αν και δεν ήταν θεσμικός οργανισμός, αποτέλεσε το βασικό πλαίσιο για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις για σχεδόν πέντε δεκαετίες.
Το 1995, τη GATT διαδέχεται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), ένας πλήρως θεσμοθετημένος οργανισμός με έδρα τη Γενεύη, που αναλαμβάνει την επίβλεψη της τήρησης των εμπορικών συμφωνιών, τη διευθέτηση διαφορών μεταξύ κρατών και τη διευκόλυνση νέων διαπραγματεύσεων. Ο ΠΟΕ λειτουργεί σήμερα ως ο βασικός διεθνής θεσμός για την οργάνωση του παγκόσμιου εμπορίου.
Έτσι φτάσαμε στο σήμερα. Η ιστορία, λοιπόν, επαναλαμβάνεται. Οι δασμοί επανέρχονται - ή, ίσως, ποτέ δεν έφυγαν πραγματικά από το προσκήνιο. Υπήρχαν. Ήταν επουσιώδεις και δυσδιάκριτοι και έτσι δεν αποτελούσαν πρόβλημα για κανέναν, αφού θεωρούνταν «φυσιολογικοί».
Μέχρι σήμερα...
Τα αντικίνητρα
Το αναφέραμε και προηγούμενα. Στον Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να καταλογίσει αρκετά κανείς, ακραία σκέψη, ακραίο τρόπο, έλλειψη διπλωματίας και πολλά-πολλά άλλα. Δεν μπορεί όμως να του καταλογίσει ότι δε γνωρίζει πώς λειτουργεί η οικονομία.
Δεν μπορεί οι αποφάσεις του για επιβολή δασμών να είναι ούτε αποτέλεσμα άγνοιας, ούτε ιδεολογικός παροξυσμός. Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας δε θα έκανε τόσο τραγικά λάθη, πόσω μάλλον ένας πρόεδρος που είναι επιτυχημένος επιχειρηματίας.
Είναι αδύνατον ο ίδιος να μη γνωρίζει ότι η εποχή του Κολμπέρ βρίσκεται πολύ μακριά από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Όταν η επιβολή δασμών είναι μονομερής έχει αποτελέσματα όπως οι συνθήκες επέτρεπαν να συμβαίνει τον 17ο αιώνα. Όταν όμως η σύγχρονη πραγματικότητα έχει πολλούς παίκτες που ανταποδίδουν με το ίδιο μέτρο, τότε ποιο είναι το νόημα.
Ποιο είναι το νόημα να επιβάλλει 30% δασμούς στα εισαγόμενα γερμανικά αυτοκίνητα, ενώ κάνει το ίδιο με τον εισαγόμενο χάλυβα, τον οποίο θα χρησιμοποιήσει ως πρώτη ύλη η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία - με δεδομένο ότι ο αμερικάνικος δεν επαρκεί - ή τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα από την Κίνα ή άλλες χώρες της Άπω Ανατολής.
Πώς είναι δυνατόν να βελτιωθεί η θέση των αμερικανικών αγροτικών προϊόντων έναντι των αυστηρά δασμολογημένων εισαγόμενων, όταν επιβάλλονται δασμοί ισοδύναμου ποσοστού στα εισαγόμενα λιπάσματα που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί αγρότες.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι δασμοί πλήττουν κυρίως αυτές τις χώρες που έχουν μεγάλες εξαγωγές. Οι ΗΠΑ, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023, ήταν ο δεύτερος εξαγωγέας στον κόσμο με αξία λίγο πάνω από τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Εκεί όμως που πραγματικά η αμερικανική οικονομία εκτίθεται σε κίνδυνο δεν είναι τα χαρακτηριστικά εμβληματικά brands της αυτοκινητοβιομηχανίας, των τροφίμων ή των ποτών, αλλά οι τεχνολογικοί γίγαντες που διατηρούν στενούς δεσμούς με πολλές χώρες του πλανήτη, παρέχουν υπηρεσίες πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ και είναι ευάλωτες σε αντίποινα.
Μαζί με τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας ευάλωτες σε αντίποινα είναι και οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες που έχουν μεγάλο μέρος του τζίρου τους στα διεθνή αεροδρόμια εκτός των ΗΠΑ.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε την πολεμική βιομηχανία των ΗΠΑ. Κατά το οικονομικό έτος 2023, οι πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού των ΗΠΑ προς ξένες κυβερνήσεις αυξήθηκαν κατά 16%, φτάνοντας σε 238 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Σύμφωνα, δε, με το Ινστιτούτο Ερευνών για τη Διεθνή Ειρήνη της Στοκχόλμης, οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν το μερίδιό τους στις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων από 34% την περίοδο 2014-2018 σε 42% την περίοδο 2019-2023.
Αν και ποσοστιαία οι εξαγωγές όπλων συμμετέχουν μόνο ως το 11% περίπου στο σύνολο των αμερικανικών εξαγωγών και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς επιβολή δασμών σε οπλικά συστήματα, μια πολιτική σύγκρουση με επίκεντρο τους δασμούς είναι δυνατόν να δημιουργήσει σημαντικές ζημιές. Τόσο οικονομικές όσο και γεωπολιτικές. Εξάλλου και σε αυτά τα “προϊόντα” υπάρχουν νέοι ταχέως αναπτυσσόμενοι παραγωγοί που... καραδοκούν.

Ποια είναι η αιτία του πολέμου
Με δεδομένα τα παραπάνω, γιατί οι ΗΠΑ μπήκαν σε έναν πόλεμο που είναι δυνατόν να τους προκαλέσει σημαντικές απώλειες και όχι κέρδη;
Η απάντηση βρίσκεται στην απλότητα των αριθμών, αλλά και στα λεγόμενα του Ντόναλντ Τραμπ, έστω και αν συνήθως αναφέρει τη μισή... αλήθεια.
Σύμφωνα με τους αριθμούς λοιπόν, η για δεκάδες χρόνια δεσπόζουσα εμπορική δύναμη στον κόσμο βλέπει πλέον στο άμεσο μέλλον την... άβυσσο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία μιας δικής της υπηρεσίας, της CIA, που δημοσιεύονται στο Factbook του 2024, πρώτη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο για το 2023 είναι η Κίνα, με εξαγωγές αξίας περίπου 3,511 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με εξαγωγές αξίας περίπου 3,072 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Γερμανία με εξαγωγές αξίας περίπου 1,960 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Στην τέταρτη η Μεγάλη Βρετανία με εξαγωγές αξίας περίπου 1,071 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Και στην πέμπτη η Γαλλία με εξαγωγές αξίας περίπου 1,050 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Φαίνεται από αυτά τα στοιχεία, αλλά και από την πορεία των εξαγωγών των δύο χωρών που κυριαρχούν στις εξαγωγές ότι η αύξηση για τις ΗΠΑ από το 2014 (1,6 τρισ. δολάρια) ήταν σχεδόν 100%, ενώ για την Κίνα η αύξηση από το 2014 (2,34 τρισ. δολάρια) ήταν περίπου 50%.
Όμως ο οικονομικός ανταγωνισμός με την Κίνα είναι ασύμμετρος. Όχι μόνον λόγω κόστους εργασίας και παραγωγής, αλλά και τελείως διαφορετικών κανόνων και ρυθμίσεων που καθορίζουν την παραγωγή και τη διακίνηση αγαθών.
Και δεν είναι μόνο η Κίνα οικονομικός αντίπαλος των ΗΠΑ. Υπάρχουν και άλλες αναδυόμενες υπερδυνάμεις, όπως η Ινδία. Το συνολικό ύψος των εξαγωγών για το 2023 στα 800 δισεκατομμύρια δολάρια μπορεί να μην την τοποθετεί στους άμεσους ανταγωνιστές των ΗΠΑ.
Αν ληφθεί υπόψη όμως ότι η αύξηση των εξαγωγών της χώρας αυτής είναι 156% στη δεκαετία, τότε μάλλον μιλάμε για εν δυνάμει πρωταγωνιστή, που τραβά τη διεθνή προσοχή.
Κάπως έτσι, ο Ντόναλντ Τραμπ διαπίστωσε ότι η χώρα του βρίσκεται σε ένα πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού που στο άμεσο μέλλον η θέση της είναι επισφαλής. Ούτε η αυτορρύθμιση της ελεύθερης αγοράς μπορεί να την προστατέψει, ούτε το ισχύον μοντέλο του παγκόσμιου εμπορίου, που δημιουργήθηκε υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές, αλλά κυρίως με διαφορετικούς ανταγωνιστές.
Η ηγεσία των ΗΠΑ είδε στον ορίζοντα τα πυκνά σύννεφα καπνού μιας πυρκαγιάς που αργά ή γρήγορα θα έφτανε στη χώρα και αποφάσισε σήμερα να δημιουργήσει αντιπυρικές ζώνες. Έτσι, θεωρεί ότι πολεμά τη φωτιά με τη φωτιά. Θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμόσει δραστικά αντίμετρα σε μια επείγουσα και δυνητικά επικίνδυνη για την αμερικανική οικονομία κατάσταση.
Φυσικά και δεν πιστεύει ότι οι δασμοί μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες στο διεθνές εμπόριο. Είναι όμως ικανό μέτρο να φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τους αντιπάλους, ώστε να αλλάξουν τους κανόνες. Πριν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων προηγείται πάντα πόλεμος, καθώς οι συνδιαλεγόμενοι θα πρέπει να πειστούν ότι συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση με τη βεβαιότητα ότι θα κάνουν παραχωρήσεις και επώδυνες συμφωνίες.
Τα αποτελέσματα του “πολέμου” - Ποιος θα “νικήσει”;
Σε έναν τέτοιο πόλεμο για την αλλαγή ενός πολυσύνθετου οικονομικού μοντέλου είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν απώλειες, τόσο στοχευμένες όσο και παράπλευρες. Και φυσικά πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός ατυχήματος, που θα πυροδοτήσει μια γενικευμένη κρίση. Αν και ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να δείχνει σίγουρος στο τι λέει και το τι κάνει, με τόσους παράγοντες σε αυτόν τον πόλεμο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιος θα υπερισχύσει έναντι ποιου.
Σήμερα, ζώντας το ξεκίνημα αυτού του “πολέμου”, μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για δύο πράγματα: Νικητές θα είναι όλοι οι οικονομικά ισχυροί αυτού του κόσμου και ηττημένοι όλοι οι πολίτες που θα κληθούν να πληρώσουν τα “σπασμένα” αυτού του “πολέμου” με περισσότερη ακρίβεια και αφόρητο κόστος ζωής.
Αυτό τουλάχιστον επιβεβαιώνει η ιστορία. Ποτέ ένας τέτοιος πόλεμος, από την αρχαιότητα έως το πρόσφατο παρελθόν, δεν ευνόησε τους πολλούς, είτε ήταν παραγωγοί, είτε καταναλωτές, είτε και τα δύο. Πάντα ήταν τα θύματα. Από αυτή τη μοίρα δε φαίνεται ότι θα γλιτώσουν ούτε οι ψηφοφόροι του Ντόναλντ Τραμπ.