Εφτακόσιες ημέρες έχουν περάσει από τότε που τα ρολόγια για 57 οικογένειες σταμάτησαν στις 23:21, 700 ημέρες που πολλές οικογένειες ζητούν για τους νεκρούς το αυτονόητο: ΔΙΚΑΙΩΣΗ. Το τρομακτικό δυστύχημα στα Τέμπη έκανε όλη την Ελλάδα να κοιτάει μουδιασμένη τις εξελίξεις και σχεδόν δύο χρόνια αργότερα οι Έλληνες έδειξαν πως δεν ξέχασαν αυτό το έγκλημα, αφού από τις πιο κεντρικές πλατείες της χώρας μέχρι τα πιο ακριτικά νησιά βγήκαν στον δρόμο ζητώντας ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ για τους 57 νεκρούς.
Αφορμή για το μεγαλειώδες αυτό συλλαλητήριο ήταν ένα ηχητικό ντοκουμέντο της Μάρθης - λίγο πριν καεί ζωντανή μέσα στο βαγόνι του τρένου - ακούγεται μια φωνή γεμάτη φόβο και απελπισία ζητώντας βοήθεια. «Ναι; Βοήθεια, βοήθεια», «έχω ελάχιστο οξυγόνο» «κι εγώ σε αγαπώ», «με πονάτε, με πονάτε», «βοήθεια!», «θα πεθάνουμε» ήταν μερικές από τις τελευταίες φράσεις της άτυχης Μάρθης.
«Μάρθη, σ’ αγαπώ!».
Δεν ξέρω πώς να νιώσω, πέρα από ανατριχίλα και φόβο, σκεπτόμενη ότι αυτές οι 57 ψυχές, μαζί με τον αγωνιστή - με όλη τη σημασία της λέξης - Γεράσιμο, ένιωθαν το σώμα τους να καίγεται. Γιατί, όπως μας είπε τότε η κυβέρνηση, η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή, που δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν, όμως αυτό το ηχητικό έρχεται να διαψεύσει τον ισχυρισμό αυτό.
Αν και δεν είμαι μητέρα, κόρη, αδελφή, σύζυγος και φίλη σε κανέναν από τα θύματα, πόνεσα τόσο για όλους εκείνους που χάθηκαν, σαν να ήταν δικοί μου άνθρωποι μέσα στα βαγόνια που εξαϋλώθηκαν από τη φωτιά. Δεν μπορώ να φανταστώ τον πόνο που ένιωσε η μάνα, όταν της είπαν για το δυστύχημα. Η πρώτη σκέψη μου είναι ότι θα αναρωτήθηκε: «Γιατί το παιδί μου και όχι εγώ;». Γιατί ως είθισται το παιδί θάβει τον γονιό και όχι το αντίθετο. Τώρα θα μου πεις: τι έθαψαν αυτές οι οικογένειες; Ό,τι... βρήκαν, όπως δήλωσαν κι εκείνοι.
Σαν τώρα θυμάμαι όλα αυτά που έγιναν εκείνες τις ημέρες, τις φράσεις και τα μηνύματα που ακούστηκαν, «θα σε πάρω όταν φτάσω» μια φράση- “γροθιά στο στομάχι”, που με έκανε να αλλάξω τρόπο σκέψης. Αυτή η τραγωδία είναι αλήθεια ότι με άλλαξε, άλλαξε τον τρόπο που σκέφτομαι και αντιδρώ, καθώς στέλνω μήνυμα πλέον σε όλους τους δικούς μου που ταξιδεύουν, με όποιο μέσο, για να ρωτήσω αν έφτασαν ασφαλείς στον προορισμό τους ή στέλνω εγώ στους δικούς μου, ενημερώνοντάς τους ότι έφτασα στον προορισμό μου και είμαι καλά, ώστε να μην ανησυχούν.
Τα περισσότερα παιδιά που “έφυγαν” τόσο άδικα ήταν στην ίδια ηλικία με έμενα. Για εκείνα ο χρόνος “σταμάτησε” στη δεύτερη δεκαετία της ζωής τους, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο ζωής... ανολοκλήρωτο. Δεν έζησαν να γιορτάσουν την αποφοίτησή τους, δεν έζησαν να κάνουν ό,τι κάνει κάθε παιδί αυτής της ηλικίας, να προχωρήσουν στη ζωή τους, να κάνουν όνειρα, να αποκατασταθούν επαγγελματικά ή να δημιουργήσουν οικογένεια.
Σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι εγώ μέσα σε αυτό το τρένο, το τρένο που σκόρπισε τον θάνατο, τη δυστυχία, τον πόνο και τα δάκρυα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να ήταν ο αδελφός μου ή κάποιος από τους φίλους μου και “μουδιάζω”. Μάλλον «ζούμε από τύχη», είναι ένα συμπέρασμα που βγάζω, ωστόσο με αισιοδοξία και αγωνιστικότητα θα πω ότι όσο ζούμε σε αυτόν τον κόσμο θα πρέπει να παλεύουμε για ένα καλύτερο μέλλον, τόσο το δικό μας, όσο και για τις επόμενες γενιές.
Δεν ξεχνώ! Δε θέλω να ξεχάσω!