Το 1997 με τον Νόμο 2503 (άρθρο 18, παράγραφος 5) θεσπίστηκε ο θεσμός των Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών, σύμφωνα τα όσα εκεί ορίζονται, ο χαρακτηρισμός αποδίδεται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται έπειτα από πρόταση του υπουργού Εσωτερικών και κατόπιν εισήγησης τριμελούς επιτροπής, η οποία υποβάλλει αιτιολογημένη πρόταση για την απονομή του σχετικού χαρακτηρισμού.
Η πρώτη επιτροπή, που ανέλαβε να εξετάσει τις αρχικές 43 αιτήσεις, που είχαν τότε κατατεθεί από πόλεις και χωριά, θεώρησε πως έπρεπε να καθορίσει ενιαία κριτήρια για όλες τις περιπτώσεις και στο πλαίσιο αυτό κατέληξε στα εξής 3 κριτήρια για να χαρακτηριστεί μια πόλη μαρτυρική ή ένα χωριό μαρτυρικό:
* Ολική καταστροφή κατοικιών από πυρπόληση.
* Απώλεια του 10% επί του συνόλου του τοπικού πληθυσμού της περιόδου από ομαδικές εκτελέσεις.
* Καταστροφή των κατοικιών που να προσεγγίζει το 80% επί του συνόλου τους από πυρπόληση και απώλεια πληθυσμού της περιόδου 1941-1944 που να προσεγγίζει το 10% επί του συνόλου, από ομαδικές εκτελέσεις.
Σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτών των κριτηρίων, η τριμελής επιτροπή εισηγήθηκε τον Ιούλιο του 1998 να γίνουν δεκτές οι 28 από τις 43 προαναφερθείσες αιτήσεις. Να σημειωθεί βεβαίως πως σε αυτήν την πρώτη ομάδα αιτημάτων περιλαμβάνονταν όλες οι εμβληματικές περιπτώσεις θηριωδιών και καταστροφών των ναζί, όπως το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, η Βιάννος, το Κομμένο, το Λιδωρίκι κ.λπ.
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η πρώτη επιτροπή αποτελούνταν από τα μέλη: Κωνσταντίνο Σβολόπουλο (1939-2019), καθηγητή Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με αναπληρωτή τον Αντώνη Λιάκο, καθηγητή του ιδίου Πανεπιστημίου, τον δήμαρχο Καλαβρύτων Πάνο Πόλκα (1920-2002), ως εκπρόσωπο της ΚΕΔΚΕ, με αναπληρωτή τον Κωνσταντίνο Πανακούλια, πρόεδρο της Κοινότητας Κομμένου Άρτας, την Αγγελική Κουτσιάνα, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διοίκησης της Κεντρικής Υπηρεσίας του υπουργείου Εσωτερικών, με αναπληρωτή τον Ανδρέα Σταυρόπουλο, προϊστάμενο του Τμήματος Αποκέντρωσης. Γραμματέας της Επιτροπής ήταν ο υπάλληλος Περικλής Οικονόμου.
Τα κριτήρια έτσι όπως έχουν θεσπιστεί και ισχύουν από το 1998, λόγω της έλλειψης σχετικών μελετών που να τεκμηριώνουν τις απώλειες κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ειδικά σε ό,τι αφορά τον ανά αυτοδιοικητική οντότητα αριθμό νεκρών απ’ όλες τις αιτίες, π.χ. εκτελέσεις, ασθένειες, πείνα, θάνατοι κατά τη διάρκεια ομηρίας εντός ή εκτός Ελλάδος, έχει μέχρι στιγμής φέρει ως αποτέλεσμα ελάχιστες πόλεις να περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 130 ανακηρυχθέντων μέχρι τώρα Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών. Μέχρι σήμερα μόνον δύο, το Δοξάτο και η Θεσσαλονίκη, έχουν χαρακτηριστεί «Μαρτυρικές Πόλεις», ενώ όλα τα άλλα είναι χωριά και οικισμοί.
Πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή είχαν προηγηθεί δύο συγκεκριμένες και αλληλένδετες πολιτικές πρωτοβουλίες που έλαβαν χώρα στα τέλη του 1995: Στις 14 Νοεμβρίου επιδόθηκε στη γερμανική κυβέρνηση ρηματική διακοίνωση που έθετε το θέμα των επανορθώσεων που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα (δηλαδή επανορθωτικές οφειλές προς το ελληνικό κράτος, αποζημιώσεις προς τα θύματα και τις οικογένειές τους και επιστροφή των κλαπέντων πολιτιστικών θησαυρών και την επιστροφή του κατοχικού δανείου), πράξη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το “κύκνειο άσμα” του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος μία εβδομάδα μετά θα αποχωρούσε για πάντα από την πολιτική σκηνή για λόγους υγείας. Παράλληλα, στις 27 Νοεμβρίου, με πρωτοβουλία του τότε νομάρχη Βοιωτίας Ιωάννη Σταμούλη, κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς η αγωγή των κατοίκων του Διστόμου για τη γνωστή σφαγή από τα γερμανικά στρατεύματα τον Ιούνιο του 1944. Ακολούθησε γενική κινητοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε επίπεδο Νομαρχιών, Δήμων και χωριών, συνέπεια της οποίας ήταν η προσφυγή αρκετών Δήμων και χωριών στη βάση του παραδείγματος του Διστόμου. Γεγονός όμως είναι ότι 3-4 όλες κι όλες ήταν οι περιπτώσεις που τελεσιδίκησαν αμετάκλητα εντός Ελλάδος, από αυτές μόνον η περίπτωση του Διστόμου συνεχίζει να διαγράφει μια ήδη 29χρονη ιστορική πορεία ενώπιον των εθνικών, των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι μέχρι την υλοποίηση από 1/1/1999 του Νόμου 2539/1997, γνωστού ως “Νόμου Καποδίστρια”, ίσχυε ακόμη η παλαιά προ-καποδιστριακή διοικητική διαίρεση των Δήμων και των χωριών/Κοινοτήτων και κατά συνέπεια οι αιτήσεις υποβάλλονταν ακόμα και από μικρές αυτοδιοικητικές οντότητες, δηλαδή χωριά. Σήμερα με τη διεύρυνση των ΟΤΑ Α’ βαθμού, μικρές αυτοδιοικητικές οντότητες μπορούν να προσφύγουν, στη διαδικασία ανακήρυξης, μόνον μέσω του Καλλικρατικού Δήμου στον οποίο ανήκουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η θέσπιση του θεσμού τότε, 1997, πρέπει να συσχετιστεί με τη συνολική στρατηγική της εποχής και της παρεπόμενης κινητοποίησης της κοινωνίας σε μια κατεύθυνση που αφορούσε τόσο τη μνήμη όσο και τη διεκδίκηση. Έκτοτε η μεν Γερμανία, υπεύθυνη για μεγάλο μέρος των καταστροφών του πολέμου και της Κατοχής, έχει ανταποκριθεί απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο ελληνικών διεκδικήσεων, είτε αυτό αφορά τη μακρά μοναχική πορεία του Διστόμου, είτε την πιθανότητα διεκδικήσεων σε τοπικό ή σε κεντρικό κρατικό επίπεδο, και η ανταπόκριση αυτή αφορά: 1. μια στρατηγική θεραπείας του αιτήματος απότισης σεβασμού στα θύματα και στους απογόνους τους (δηλώσεις και παραστάσεις επισήμων, Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας), 2. ένα πλήθος μελετών και ερευνητικών προγραμμάτων σε ό,τι αφορά τα ιστορικά δεδομένα της περιόδου του πολέμου και της Κατοχής, ενέργειες που σημαίνουν σημαντικές και μακρόπνοες χρηματοδοτήσεις, 3. μια κυριολεκτικά λυσσώδη μάχη για να μην τελεσφορήσει η δικαίωση των θυμάτων του Διστόμου που χρόνια τώρα διεξάγεται τόσο στα ιταλικά δικαστήρια όσο και στο Δικαστήριο της Χάγης.
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ’ όψιν, αλλά και την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας και των εξελίξεων σε θέματα ανθρωπιστικού δικαίου, εγκλημάτων πολέμου κ.λπ., το θεσμικό πλαίσιο των Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών θα έπρεπε ίσως να αναμορφωθεί. Αναμόρφωση για την οποία θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν, πέραν άλλων δεδομένων και την εμπειρία των μέχρι τώρα υποβληθέντων φακέλων, τόσο όσων έχουν οδηγήσει στην απονομή του χαρακτηρισμού, αλλά και όσων έχουν απορριφθεί, εκφεύγοντας από τα αυστηρά αριθμητικά κριτήρια.
Παράλληλα θα ήταν θετική η κινητοποίηση ιδιωτικών ή κρατικών πόρων, έτσι ώστε να ισορροπήσει η από την πλευρά της Γερμανίας ενδελεχής, διαρκής και οργανωμένη ενασχόληση με θέματα ιστορικής έρευνας και διαχείρισης της μνήμης.
* Χριστίνα Σταμούλη, διαχειρίστρια Αρχείου Ιωάννη Ε. Σταμούλη
Μάρκος Χαρίτος, υπεύθυνος Επικοινωνίας Αρχείου Ιωάννη Ε. Σταμούλη.
