Γυναικοκτονία

Στις πόσες γυναικοκτονίες θα αναμετρηθούμε με το πρόβλημα;

Απόψεις
Στις πόσες γυναικοκτονίες θα αναμετρηθούμε με το πρόβλημα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

H τραγική αποτυχία της “οργανωμένης Πολιτείας” να μπει φραγμός στις γυναικοκτονίες

Κάθε φορά που βρίσκει τραγικό θάνατο μια γυναίκα από το χέρι του συζύγου, του εραστή, του βιαστή, του συγγενούς, του φίλου, φωνάζουμε «ποτέ ξανά» και «ας είναι η τελευταία», μέτρα εξαγγέλλονται, καινούργια προγράμματα ανακοινώνονται, η σχετική αρθρογραφία πυκνώνει.

Όμως, στην πραγματικότητα, και κατά βάθος το γνωρίζουμε όλοι, απλώς μετράμε αντίστροφα για την επόμενη γυναικοκτονία.

Μερικές εβδομάδες πριν είχαμε την άγρια δολοφονία της Κυριακής Γρίβα έξω από ένα αστυνομικό τμήμα και μπροστά στα μάτια του φρουρού, την ώρα ακριβώς που τηλεφωνούσε για να ζητήσει βοήθεια και προστασία από τον δολοφόνο της. 

Πλήθος τα δημοσιεύματα και οι αναλύσεις για το πρόβλημα, εξίσου πολλές και οι διαβεβαιώσεις των αρμοδίων ότι λαμβάνονται επιπλέον μέτρα σε μια χώρα όπου το 2023 κάθε 45 λεπτά καταγγελλόταν και μια υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας. 

Είχε πει τότε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης «όταν σκοτώνεται μία νέα κοπέλα, ένας άνθρωπος έξω από ένα Αστυνομικό Τμήμα, δεν μπορεί να πει κανείς ότι κάτι δεν πήγε καλά... Έπρεπε να γίνουν πολλά παραπάνω ώστε να μη δολοφονηθεί αυτή η κοπέλα». Είχε μιλήσει για «μία τραγωδία, μία γυναικοκτονία» και είχε υπογραμμίσει «θα ήμασταν πολιτικοί απατεώνες αν λέγαμε ότι θα εξαφανίσουμε φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας, ωστόσο έχουν ληφθεί πολλά μέτρα για την αντιμετώπισή της». 

Τα «πολλά μέτρα» όμως δεν απέδωσαν ούτε προ ημερών, και μια γυναίκα δολοφονήθηκε στο Μενίδι από τον πρώην σύντροφό της. Είχαμε μάλιστα επανάληψη του ίδιου εγκληματικού και εξοργιστικού τρόπου αντιμετώπισης: παρότι είχε κάνει επανειλημμένες καταγγελίες και μήνυση σε βάρος του μετέπειτα δολοφόνου της, ούτε η Αστυνομία ούτε η Δικαιοσύνη μπόρεσαν τελικά να σώσουν τη ζωή της. 

Και δυστυχώς μπορεί κανείς να σκεφτεί πλήθος ανάλογα περιστατικά, είτε είχαν τραγική κατάληξη είτε όχι. 
Όλα αυτά αποτυπώνουν το σκηνικό μιας τραγικής αποτυχίας. Την ώρα που υποτίθεται ότι η «ασφάλεια» είναι η πρώτη προτεραιότητα, αποδεικνύεται ότι η Ελληνική Αστυνομία είναι πολύ πιο έτοιμη και ικανή να κινητοποιήσει δεκάδες αστυνομικούς για να εκκενώσει μια κατάληψη, παρά για να σώσει τη ζωή μιας γυναίκας που την απειλεί ο σύντροφός της.

Και αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με κενά στη νομοθεσία, ούτε καν με κενά στα «επιχειρησιακά σχέδια» που υπάρχουν τουλάχιστον στα χαρτιά. Δεν έχει καν να κάνει μόνο με την Αστυνομία.

Οφείλεται κυρίως στο ότι μπορεί να μιλάμε για το πρόβλημα της έμφυλης βίας, να χρησιμοποιούν πια ακόμη και οι υπουργοί τον όρο “γυναικοκτονία”, να γίνονται καμπάνιες ενημέρωσης, όμως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ούτε το βάθος, ούτε την ουσία του φαινομένου.

Δε συνειδητοποιούμε, δηλαδή, ότι αυτό που κάνει αστυνομικούς να μην αντιδρούν, δικαστές και εισαγγελείς να μην κινητοποιούνται έγκαιρα, γείτονες και φίλους να κάνουν ότι δεν αντιλήφθηκαν κάτι μεμπτό, δεν είναι ότι απουσιάζει το νομικό πλαίσιο ή οι οδηγίες αντιμετώπισης.

Είναι ότι εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι αυτά είναι κατά βάση “οικογενειακά προβλήματα” που μπορούν να επιλυθούν ή ακόμη χειρότερα “ιδιωτικά ζητήματα”, όπως και ότι βλέπουμε τα πράγματα υπό το πρίσμα μιας βαθιά ριζωμένης πατριαρχικής και σεξιστικής οπτικής, που ακόμη και εάν δε λέει «κάτι θα έκανε και αυτή», εξακολουθεί να νομιμοποιεί διάφορες μορφές ανδρικής επιβολής. 

Ακόμη χειρότερα, στη δημόσια σφαίρα συναντά ακόμη κανείς το «μας έπρηξαν και αυτές οι φεμινίστριες» και πλήθος άλλα συντηρητικά αντανακλαστικά.

Μόνο που όλα αυτά συμβάλλουν στο να αναπαράγεται το έδαφος για την έμφυλη βία και να συντηρούνται τα στερεότυπα που την κρίσιμη στιγμή οπλίζουν χέρια γυναικοκτόνων.

Προφανώς και η βαθιά κοινωνική αλλαγή που απαιτείται για να απαλλαγούμε από αντιλήψεις και στάσεις που καταλήγουν στις γυναικοκτονίες δε θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Και δεν αφορά μόνο τη «λήψη μέτρων», αλλά μια συνολική κινητοποίηση όλων των φορέων, από την εκπαίδευση και τα ΜΜΕ μέχρι την οικογένεια και την Εκκλησία.

Όμως, την ίδια στιγμή υπάρχει και η ανάγκη άμεσης δράσης, τι κάνουμε εδώ και τώρα. Υπάρχει ένα πραγματικό ζήτημα προστασίας για όλα τα υποψήφια θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Ένα θέμα ασφάλειας πολύ πιο σημαντικό και επείγον από αρκετά άλλα που κυριαρχούν συχνά στη δημόσια σφαίρα.

Να το πω απλά: το να μην μπορούν οι Αρχές να εξασφαλίσουν πως η καταγγελία μιας γυναίκας ότι κινδυνεύει από τον σύζυγο ή τον σύντροφό της θα συνεπάγεται πραγματική προστασία και ασφάλεια γι’ αυτή τη γυναίκα, θα εξασφαλίζει ότι η ζωή της θα σωθεί και δε θα χαθεί, είναι η σαφέστερη απόδειξη που μπορώ να σκεφτώ για ένα αποτυχημένο κράτος. Όσο δεν διασφαλίζεται ούτε αυτό, όσες εξαγγελίες για εξειδικευμένα αυστηρά μέτρα και αν γίνουν θα πέφτουν στο κενό και όσα δάκρυα και αν χύνονται θα είναι κροκοδείλια. 

Όμως κάποια στιγμή οι δικαιολογίες και τα ευχολόγια τελειώνουν, τα λόγια στερεύουν, η ανοχή εξαντλείται και η αποφυγή από την οργανωμένη Πολιτεία ανάληψης της ευθύνης και αποτελεσματικής δράσης γίνεται συναυτουργία σε έγκλημα. 

Οφείλουμε επιτέλους να αναμετρηθούμε με το πρόβλημα. Δεν έχουμε το δικαίωμα απλώς να παρακολουθούμε άβουλοι την αντίστροφη μέτρηση για την επόμενη γυναικοκτονία.
Και η λήψη μέτρων γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου. Κυριολεκτικά. 

* Πρώτη δημοσίευση στο in.gr.
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News