ελιες

Συνήθειες μιας άλλης εποχής

Απόψεις
Συνήθειες μιας άλλης εποχής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αν σε φέρει τώρα ο δρόμος να διαβείς από κείνο το μέρος, το διάσπαρτο με το ευλογημένο δέντρο του Θεού, την ελιά, δεν θα ακούσεις μήτε τραγούδια μήτε συνομιλίες ανθρώπων

Πέρα ’κει, μακριά από το μικρό χωριουδάκι, στη Μεγάλη Λάκκα, που κάποτε έσφυζε από ζωή στο λιομάζωμα, τώρα βασιλεύει η ερήμωση και η σιωπή.

Την εποχή του φθινοπώρου, αρχές του Οκτώβρη, το μήνα του Αγίου Δημητρίου, όταν πλησίαζες σε κείνο το μέρος άκουγες, εκτός από τα διάφορα τραγούδια που έλεγαν οι λιομαζοχτάδες, άνδρες και γυναίκες, επί το πλείστων τραγούδια του έρωτα και της αγάπης ή της ξενιτιάς, αφουγκραζόσουνα και λογής – λογής κελαηδήματα πουλιών και ευφραινότανε η ψυχή σου. Όμορφες, αξέχαστες, χαρούμενες εποχές!

Αν σε φέρει τώρα ο δρόμος να διαβείς από κείνο το μέρος, το διάσπαρτο με το ευλογημένο δέντρο του Θεού την ελιά, δεν θα ακούσεις μήτε τραγούδια μήτε συνομιλίες ανθρώπων. Θ’ αφουγκραστείς μόνο λίγα κελαηδήματα από τα ελάχιστα πουλιά που απομείνανε, που και αυτό βάλθηκε ο άνθρωπος να τ’ αποτελειώσει σκορπίζοντας διάφορα δηλητήρια δίχως έλεος κι απερίσκεπτα.

Στέρεψε και η πηγή με το γάργαρο της νερό, που όταν το άκουγες κάποτε να κυλάει ανάλαφρα στην ρεματιά έμοιαζε με νανούρισμα μικρομάνας προσπαθώντας να αποκοιμίσει το βυζασταρούδι της στην πρόχειρη κούνια του. Τώρα δεν θα τ’ ακούσεις ποτέ πια. Ακόμα, ξεράθηκαν και τα αιωνόβια πλατάνια που με την πρασινάδα τους στόλιζαν τη ρεματιά. Σήμερα μοιάζουν σαν σκιάχτρα όμοια με κείνα τα τοποθετημένα στ’ αμπέλια να σκιάζουν τα πουλιά για να μην τρώνε τις ρόγες των σταφυλιών στα κλήματα. Τώρα μήτε αμπέλια πρασινίζουν γύρω από κείνον τον τόπο όπως τα παλιά χρόνια, αλλά και οι χιλιόχρονες ελιές που κάποτε τα κλαριά τους φορτωμένα με καρπούς θα έλεγε κανείς ότι λυγισμένα όπως ήταν ευχαριστούσαν τη μάνα γη.

Η εικόνα της εγκατάλειψης φαντάζει περίτρανα. Πολλές απ’ αυτές μισόξερες πια, τις έχει σκεπάσει ο ανελέητος κισσός πίνοντας τους χυμούς της ζωής τους. Μονάχα λίγες κορφές πρασινίζουν, χορεύοντας στο ρυθμό του αέρα, με ελάχιστους μπερετινιασμένους λιόκαρπους, αδιάψευστοι μάρτυρες μιας όμορφης περασμένης εποχής.

Χέρσωσε και το μικρό μονοπάτι, που ακολουθώντας το σ’ έβγαζε στο μικρό εκκλησάκι στην καρδιά του καστανοδάσους. Το πνίξανε οι ακραβάτοι, οι ασπάλαθοι και τα πουρνάρια. Κανένας δεν ζυγώνει πια να ανάψει το καντήλι του Αγίου του και να προσευχηθεί και να ξαποστάσει στον δροσερό ίσκιο της γέρικης βελανιδιάς. Μα κι εκείνη που το συντηρούσε και άσπριζε τους φαγωμένους τοίχους του από την σκαπάνη του αδυσώπητου χρόνου, η κυρά Λίενα, αποδήμησε πια στα ουράνια σκηνώματα πριν από χρόνια. Τώρα, στο πανηγύρι του Αγίου, δεν συνάσσονται πια μήτε οι ελάχιστοι εναπομείναντες χωριανοί, μήτε πανηγυριώτες το επισκέπτονται να γλεντήσουν και να χορέψουν και να κάνουν τάματα οι μανούλες παρακαλώντας τη χάρη του να φυλάει τα ξενιτεμένα παιδιά τους που η οργή του πολέμου και ο εμφύλιος σπαραγμός τα έδιωξε από την ζεστή αγκαλιά του ζείδωρου τόπου τους.

Η ημερομηνία που γιορτάζει ο Άγιος και που κάποτε γιόμιζε με προσκυνητές η χάρη του έχει σχεδόν λησμονηθεί και το προαύλιο του μικρού ναού από την πλήρη εγκατάλειψη έχει γιομίσει με φωλιές των εκατοντάδων ερπετών. Δεν ανταμώνονται πια όπως τότε οι κρυφές ματιές των ερωτοχτυπημένων νέων και δεν ακούγονται τραγούδια από τις ζυγιές των οργάνων μήτε στρώνεται πια το τραπέζι όπως τότε, το γιομάτο με λογής -  λογής εδέσματα, τα ετοιμασμένα από τα πιτήδεια χέρια των νοικοκυράδων του χωριού, να φάνε όλοι ντόπιοι και πανηγυριώτες. Δεν ακούγονται πια στίχοι αγάπης βγαλμένοι από τα τρίσβαθα της ψυχής των ερωτευμένων, που αντικατοπτρίζουν τον πόθο που έτρεφαν μέσα τους για την εκλεκτή της καρδιάς τους, που με άλλον τρόπο δεν μπορούσαν να τον αποκαλύψουν. Δεν ακούγονται πια μήτε στα λιομαζώματα όπως τότε γιατί δεν γίνονται πια πύρινοι στίχοι όπως τον παρακάτω:

     Μην κλεις το παραθύρι σου καλή μου όταν διαβαίνω,

όταν γυρνώ απ’ το λιόγερμα, γιατί με τυραγνάς.

Από καρδιάς στ’ ορκίζομαι για σένα πως πεθαίνω,

σταλιά δεν έχεις πάνω σου, λάδι, δεν με πονάς;

 

Για να απαντήσει η κοπελιά, που κι εκείνης της λιώνει την καρδιά ο έρωτας και η αγάπη που για κείνον θρέφει στα σπλάχνα της:

Αλίμονο μου όταν με δει ο κύρης μου να στέκω

όρθια στο παράθυρο... με πέτρες θα το κλείσει

κι ας με θωρεί πως τάχατες την προίκα μου πως πλέκω...

κι αν δε σε βλέπω η ανάσα μου καλύτερα να σβήσει.

 

Αυστηρός ο πατέρας, ήθελε την κόρη του να την ζητήσει ο καλός της κι όχι αγάπες στα κρυφά. Ποιος όμως θνητός νίκησε τον έρωτα και την αγάπη; Κανένας!

Μπορεί όμως τους άλλους, πατέρα, αδελφούς, ή γειτόνους και χωριανούς να τους κορόιδευε η ερωτευμένη κοπέλα κατά κάποιον τρόπο, την μάνα όμως δεν μπορούσε να την κοροϊδέψει. Της καλής μάνας το ένστικτο δεν λαθεύει ποτέ. Καταλαβαίνει από την πρώτη κιόλας στιγμή το ερωτευμένο παιδί της, ή είναι κόρη ή αρσενικό, αγόρι. Δεν μπορεί να γελαστεί η μάνα και με στοργή και με περίσσια αγάπη κάνει το παιδί της και το μαρτυράει τι είναι κείνο το σαράκι που του βασανίζει την ψυχή και πράττει ανάλογα. Αλλά εκείνος που έγραψε τον στίχο για την αγάπη ότι ‘’από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει’’, αλήθεια, πόσο σοφός πρέπει να ήταν εκείνος ο άνθρωπος!

Δυστυχώς όμως την σημερινή εποχή όλα τα πράγματα έχουν αλλάξει εντελώς. Μήτε και τα λιομαζώματα έχουν εκείνη την ομορφιά. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και τα γρανάζια των μηχανών της έχουν συνθλίψει και έχουν πάρει άλλη μορφή όλα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Μήτε το λιομάζωμα έχει εκείνες τις χαρές που είχε κάποτε, μήτε ο τρύγος, μήτε το όργωμα των χωραφιών κ.τ.λ. Έχουν πάρει άλλη όψη όλα, άγνωστη για τις παλιές, τις δικές μου γενιές. Εκείνο όμως που με βαλαντώνει προσωπικά περισσότερο απ’ όλα είναι η ερήμωση των χωριών μας και η πλήρη εγκατάλειψη των απομάχων που απόμειναν στην ύπαιθρο. Χρήζουν καλύτερης διαχείρισης από το κράτος, τα προβλήματα που τους ταλανίζουν. Π.χ. δεν μπορώ να είμαι ούτε ευχαριστημένος δίνοντας στον απόμαχο από την αρένα της ζωής 400 ευρώ σύνταξη. Γνωρίζω πολύ καλά πως τα χρήματα που παίρνουν δεν φτάνουν μήτε για τα φάρμακά τους, γιατί και αυτά τα πληρώνουν.

Αν μη τι άλλο, και κλείνω το σημερινό άρθρο μου τονίζοντας ότι έχουν το δικαίωμα να πεθάνουν με αξιοπρέπεια!

Ο κ. Δημήτρης Κ. Τυραϊδής είναι συγγραφέας – ποιητής, μέλος της Παγκοσμίου Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος των Πνευματικών Δημιουργών νομού Χανίων και άλλων πολλών πολιτιστικών συλλόγων.

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News