Η Στέλα Διακάκη γράφει τις σκέψεις της με αφορμή την παράσταση «Βυσσινόκηπος» του Αντόν Τσέχωφ, όπως όπως τον «φύτεψε» η σκηνοθέτιδα Δέσποινα-Ντορίνα Ρεμεδιάκη στο αρχαιολογικό μουσείο Μεσσαράς την 25η και 26η Αυγούστου 2023
Τι ευαίσθητη, ευφάνταστη, ευρηματική, ευοίωνη σύνθεση ήταν αυτή η συνάντηση!
Αμέσως από την αρχή, κατάφεραν οι συντελεστές να μας μετατρέψουν σε αγώγιμους θεατές, να βρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση ετοιμότητας και ελευθερίας ώστε να παρακολουθήσουμε με ανοιχτούς υποδοχείς αυτήν την κωμωδία κατά την άποψη του ίδιου του συγγραφέα Τσέχωφ ή το τραγικό δράμα κατά τον Στανισλάβσκι που ήταν και ο πρώτος που το σκηνοθέτησε το 1904.
Μεταφερθήκαμε σε έναν κόσμο παραμυθένιο, ονειρικό, ψυχεδελικό, σε μιαν αιώρηση εσωτερική την οποία μας προσέφερε γενναιόδωρα η απολύτως κατάλληλη επιλογή της κινησεολογικής άποψης της παράστασης, ήδη από την εισαγωγή. Διόλου εύκολη μα απαιτητική η κίνηση καθ΄όλη τη διάρκεια ακουμπούσε το ίδιο καλά τη ψυχή και τη φαντασία του νου. Αυτήν που ο νους αποζητά για να αποστασιοποιηθεί από την πραγματικότητα και να βρεθεί κάπου αλλού στον αντικατοπτρισμό του εαυτού του, όπου μπορεί να παρατηρήσει.

Ήταν η κίνηση συγχρονισμένη, συντονισμένη σε έναν προσανατολισμό που δε μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη. Έναν ανίατο προσανατολισμό αγιάτρευτο. Αυτόν της ανθρώπινης ύπαρξης. Ήταν σα βήματα μωρού παιδιού ασταθή και τολμηρά, σα βήματα ταλαιπωρημένου μεθυσμένου, σα βήματα αερικού, σαν το νερό και σαν το σύννεφο μαζί , σαν τον χορό που κρατούν οι φλέβες όταν είμαστε ερωτευμένοι, σαν την κραυγή της θλίψης, σαν την ενέργεια του θυμού, την ασάλευτη ματιά μπροστά στον πανικό.
Σ’ αυτό τον ρέοντα ρυθμό των σωμάτων προστέθηκαν τα πρόσωπα, οι φωνές, η άρθρωση, η εκφορά του λόγου, η εσωτερικότητα, η ειλικρίνεια των ηθοποιών καθιστώντας τους εξαιρετικούς πομπούς. Η εναλλαγή των συναισθημάτων στον καθένα τους ξεχωριστά και άλλοτε σ΄ όλους μαζί τους έκανε να μοιάζουν σα χορός σε αρχαίο δράμα βιώνοντας και μεταγγίζοντας ένα συλλογικό τραύμα. Σα συγκοινωνούντα δοχεία.
Δεν ήταν τυχαία άλλωστε τα τόσα δοχεία που επέλεξε η σκηνοθέτης να χρησιμοποιηθούν σ’ όλη την ανάπτυξη της υπόθεσης. Δοχεία είμαστε οι άνθρωποι. Γεμίζουμε, αδειάζουμε. Γεμίζουνε τα μούτρα μας χώματα, αδειάζουνε τα μάτια από το κλάμα, γεμίζουμε λουλούδια τον εγκέφαλό μας, τον αδειάζει η βία, η απώλεια, η αρπαγή των ονείρων μας, η αρπαγή της αθωότητας μας.
Δεν ήταν τυχαία τα ξύλινα αντικείμενα που θύμιζαν παιχνίδια παιδιού, το περίτεχνο σπιτάκι, η μικρομέγαλη βιβλιοθήκη που οι ηθοποιοί σε μεγάλο μέρος της παράστασης κουβαλούσαν και χρησιμοποιούσαν σαν προέκταση του εαυτού. Μα η παιδική μας ηλικία, τα παιδικά μας βιώματα δεν είναι αυτά που κουβαλούμε ανεξαρτήτως του χωροχρόνου; Ο ίδιος ο Τσέχωφ, ανάμεσα στα άλλα δεν ήθελε μέσα από το έργο αυτό που ήταν και το τελευταίο του θεατρικό έργο, δεν αποζητούσε την ανάδειξη της σημασίας της παιδικής μας ηλικίας στην πορεία της ενηλικίωσης που περιέχει αναπόφευκτα καταστροφή και αναγέννηση;
Ποια άραγε είναι τα όπλα μας για την αντιμετώπιση των τραγικών γεγονότων στη ζωή. Είναι η ελπίδα, ο ενθουσιασμός, η πίστη, η αγάπη, είναι η αυθάδεια στη θλίψη- κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά ενός παιδιού.
Σε όλη την παράσταση μέσω της σκηνοθεσίας και της επιλογής των αντικειμένων από το φρέσκο χώμα, τις καραμέλες μέχρι την μπετονιέρα, ήταν διάχυτη μια παιδικότητα συγκρουόμενη με την κυνικότητα της ενηλικίωσης. Η παιδικότητα, λοιπόν σα σανίδα σωτηρίας ήταν παρούσα σε όλους τους ηθοποιούς χωρίς τούτο να τους καθιστά σαχλούς και πλαδαρούς ήρωες.
Για αυτό – και πόσο σοφή ήταν- η επιλογή ενός παιδιού για την ενσάρκωση του Φιρς του υπέργηρου υπηρέτη που αφιέρωσε τη ζωή του στο βυσσινόκηπο και τους ανθρώπους του. Το μήνυμα ήταν σαφές. Το εσωτερικό παιδί πάντα θα βρίσκεται μέσα μας , θα ζητά και θα τοποθετείται σα φωτεινός σηματοδότης που δείχνει αδιαπραγμάτευτος τον δρόμο για την αυτοπραγμάτωση.
Κι ύστερα η μπετονιέρα. Η μαύρη τρύπα που μας ρουφά σε ένα αδιάκοπο χτίσιμο. Πρώτα του εσωτερικού μας κόσμου και έπειτα της φύσης. Να χτίσουμε τα δέντρα, να ‘ρθούνε οι τουρίστες, να βγάλουμε λεφτά. Να γίνουμε οι χωριάτες, αστοί. Η ανθρωπογεωγραφική προσέγγιση του Τσέχωφ σαν χρήσιμο κοινωνιολογικό εργαλείο εμφανίζεται σε αυτό το έργο του κάνοντάς το προφητικό και πολυσήμαντο. Αυτή η προσέγγιση, λοιπόν δε θα μπορούσε να αναπαρασταθεί καλύτερα στην σκηνοθεσία –σκηνογραφία παρά μέσα από την έξυπνη σύζευξη της μπετονιέρας και των ελαιόδεντρων του αρχαιολογικού μουσείου ως αναπόσπαστα μέρη του σκηνικού τοπίου.
Μοιάζει ωστόσο, η ανοικοδόμηση, η τουριστικοποίηση, η επίμονη αναζήτηση κεφαλαίου μια μοιραία αλλαγή των πραγμάτων που οι ήρωες δεν ήταν έτοιμοι να υποδεχθούν. Ούτως ή άλλως ολόκληρη η ανθρωπότητα ανεξαρτήτως της ετοιμότητάς της γίνεται αέναα μέρος ενός συμπαντικού σχεδίου. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η αδυναμία του ανθρώπου, η τραγελαφικότητα του, η συνειδητοποίηση της γελοιότητάς του ανθρώπινου εγώ μπροστά στο όλον , η μάταιη άρνηση στην αναπόφευκτη αλλαγή.

H σκηνοθέτιδα της παράστασης Δέσποινα Ντορίνα Ρεμεδιάκη
Τούτη η κωμικοτραγικότητα της ίδιας της ζωής εκεί που το τραγικό γεφυρώνεται με το κωμικό, αποδόθηκε βαθιά από τους ηθοποιούς αφού έγινε δυνατό την ίδια στιγμή να γελάμε και να βιώνουμε το προσωπικό και συνάμα πανανθρώπινο δράμα του ανικανοποίητου.
Ένα ανικανοποίητο που αποτυπώθηκε θαυμάσια στο σχεδιασμό των κοστουμιών του καθενός και όλων μαζί. Μια ενδυματολογική συνολική εικόνα που είχε μέσα το διασκεδαστικό πληθωρικό, το ασφυκτικό αυστηρό, το ανακόλουθο σικ, το αποτυχημένο καθώς πρέπει, το μισερωμένο αθώο, το εξωπραγματικό κιτς.
Η διαρκής ψυχολογική μετάβαση που απαιτούσε η σκιαγράφηση των χαρακτήρων δε θα ήταν τόσο πετυχημένη χωρίς την πρωτότυπη μουσική που πότε ήταν αφαιρετική, απόκοσμη σχεδόν έναστρη και πότε ήταν λαϊκοφανής, σπαραξικάρδια σχεδόν μπαρόκ.
Ο φωτισμός από την άλλη, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας μαγικού ρεαλισμού, στην επιδέξια ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος κατάμεστου από ελαιόδεντρα ως συνέχεια του σκηνικού γίγνεσθαι, και εν τέλει στη διατήρηση της προσοχή του κοινού διαρκώς τεταμένης.
Έτσι λοιπόν, με τη συμβολή όλων των συντελεστών, πέρασε στο κοινό ένα αίσθημα που συνδύαζε με έναν τρόπο απαλό το ρομαντικό, το γκροτέσκο, το σουρεαλ, το αφαιρετικό, το κυνικό μέσω του οποίου τελικά έγινε δυνατή η μετάγγιση της πολυσύνθετης συμβολικής αφήγησης του Βυσσινόκηπου του Τσέχωφ.
Το μοναδικό αρνητικό που θα μπορούσε να ειπωθεί είναι ίσως μια πυκνότητα διακριτή σε όλο το φάσμα της παράστασης που δεν την κατέστησε μεν δύσληπτη ή ατεκμηρίωτη, μαρτυρούσε ωστόσο μια εσωτερική αγωνία για ένα άρτιο αποτέλεσμα αντάξιο ενός τέτοιου έργου. Μια εσωτερική αγωνία να εκφραστεί ένα ευχαριστώ στο Υπουργείο Πολιτισμού που ενέταξε την προσπάθεια αυτή στο θεσμό «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός 2023».
Ένα μεγάλο Μπράβο σε όλους τους συντελεστές και ξεχωριστά στην Δέσποινα Ντορίνα Ρεμεδιάκη για την εξαιρετική πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, στον τόπο καταγωγής της την Κρήτη. Αναμένουμε με χαρά και παιδικό ενθουσιασμό τις επόμενες!