Tsipras SYRIZA

Η ώρα της κρίσης για τον ΣΥΡΙΖΑ - Η αποχώρηση Τσίπρα, η αναζήτηση ηγεσίας και τα σενάρια για “μεγάλη προοδευτική παράταξη”

Απόψεις
Η ώρα της κρίσης για τον ΣΥΡΙΖΑ - Η αποχώρηση Τσίπρα, η αναζήτηση ηγεσίας και τα σενάρια για “μεγάλη προοδευτική παράταξη”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δεν ήταν δεδομένο ότι ο Τσίπρας θα παραιτείτο, παρά τις αλλεπάλληλες βαριές ήττες. Ωστόσο, αν μη τι άλλο, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν συνεπής ως προς το “θέλω” του, το εκπεφρασμένο εδώ και καιρό, να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ “κανονικό κόμμα εξουσίας”. Και συμπεριφέρθηκε με τον αναμενόμενο, γι’ αυτήν την ιδιότητα, τρόπο

Αλέξης Τσίπρας, τέλος! Ο άνθρωπος που - για να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι - πήρε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα κόμμα του 4% και, εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες, το οδήγησε αρχικά στην αξιωματική αντιπολίτευση και στη συνέχεια στην κυβέρνηση, ένα από τα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού κόμματα στην Ευρώπη που φέρουν τον προσδιορισμό “αριστερό” και έχουν σχηματίσει κυβέρνηση.

Από την άλλη, ο ίδιος άνθρωπος είναι ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ που έχει υποστεί αλλεπάλληλες εκλογικές ήττες και μάλιστα οι δύο τελευταίες, τον Μάιο και πριν από λίγες μέρες, δεν ήταν απλές ήττες, αλλά συντριβές.

Να προχωρήσουμε λοιπόν σε κάποιες πρώτες εκτιμήσεις για την αποχώρηση Τσίπρα, τι σημαίνει αυτή για τον ΣΥΡΙΖΑ, πώς θα πορευτεί από εδώ και πέρα το κόμμα και βεβαίως για τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και τα σενάρια που έχουν ήδη αρχίσει (στα κοινωνικά δίκτυα και... όχι μόνο) να “θεριεύουν”.

Η μοιραία αποχώρηση

Στην πολιτική, ο ηγέτης κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και στα κόμματα εξουσίας, από τα εκλογικά αποτελέσματα και αν αυτά συμβαδίζουν με τις δυνατότητες του κόμματος. Στη Νέα Δημοκρατία και στο πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, ένας ηγέτης που ηττείτο εκλογικά... έφευγε με συνοπτικές διαδικασίες. Εκτός κι αν ήταν σε φάση “ανοικοδόμησης” ή “ειδικών συνθηκών” ή ήταν “φρέσκος” από εσωκομματικές εκλογές. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αρχηγός που χάνει τις εκλογές, χάνει και την αρχηγία. Νόμος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς δεν είναι ακόμη κανονικό κόμμα εξουσίας, δεν έχει τέτοιου είδους δομές και έξεις. Δεν ήταν δεδομένο ότι ο Τσίπρας θα παραιτείτο, παρά τις αλλεπάλληλες βαριές ήττες. Ωστόσο, αν μη τι άλλο, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν συνεπής ως προς το “θέλω” του, το εκπεφρασμένο εδώ και καιρό, να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ “κανονικό κόμμα εξουσίας”. Και συμπεριφέρθηκε με τον αναμενόμενο, γι’ αυτήν την ιδιότητα, τρόπο.

Αυτό βεβαίως αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα περίεργο σημείο. Το ότι δε “σηκώθηκε” από την πρώτη ήδη ήττα τεράστιο θέμα εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ, οφείλεται ακριβώς στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα απολύτως προσωποπαγές κόμμα ως προς την εικόνα του προς τα έξω, παρότι εσωτερικά είχε “κανονικά” όργανα και διαδικασίες που αρμόζουν σε ένα κόμμα της Αριστεράς. Τα περισσότερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούν καν να διανοηθούν έναν ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα εξουσίας, του οποίου δε θα ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας. Ακόμη και η “εσωκομματική αντιπολίτευση”, ήταν δομημένη με τρόπο που ήταν “η αντιπολίτευση στον Τσίπρα”, όχι κάποια αυτοκέφαλη τάση στο κόμμα.

Το άλλο δεδομένο είναι ότι, παρά το πολιτικό κεφάλαιο που έχουν συγκεντρώσει μερικά (μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού) στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ουδείς εξ αυτών έχει δείξει αρχηγικές δυνατότητας. Η Δούρου, πριν περάσει... στις εφεδρείες και την αφάνεια, προβαλλόταν από συγκεκριμένους κύκλους ως η “φύσει” διάδοχη κατάσταση του κόμματος, αλλά... είπαμε, περίπου... αγνοείται και θεωρείται ότι έχει υποστεί σημαντική φθορά εξαιτίας... γεγονότων του παρελθόντος. Γενικώς δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε ένα στέλεχος το οποίο να συνδυάζει ηγετικά χαρακτηριστικά, ένα μίνιμουμ χαρισματικότητας, στοιχειώδη πολιτική ευφυία και “ειδικό βάρος”, ώστε να αποτελέσει μια “φυσική” διάδοχη κατάσταση για τον Αλέξη Τσίπρα.

Βεβαίως η επιλογή ηγέτη/ιδας για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη δοκιμασία. Και είναι βεβαίως κρίσιμη στην πορεία για την ενηλικίωσή του και για το αν θα συνεχίσει στο μέλλον να είναι μια αυτόνομη πρόταση εξουσίας. Δίχως να εξαρτώνται τα πάντα από το πρόσωπο, σαφώς και η επιλογή του προσώπου θα δείξει το προς τα πού θέλει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στο μέλλον. Ένα μέλλον που έχει μια... πελώρια νάρκη να τον περιμένει άμεσα.

Η παγίδα της “μεγάλης κεντροαριστεράς”

Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου η δικομματική κουλτούρα έχει διαποτίσει βαθύτατα το εκλογικό σώμα. Τόσο βαθιά, που μόλις η κοινωνία πήρε χαμπάρι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απολύτως και 100% δοσμένος στο να σχηματίσει μόνος του κυβέρνηση, τον... μαύρισε αλύπητα!

Ναι, προφανώς και είναι υπεραπλούστευση και μερικώς μόνο ακριβές το παραπάνω, αλλά σαφέστατα και έπαιξε σοβαρό λόγο στην εκλογική συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ η εμμονή στις μετεκλογικές συνεργασίας, που από το εκλογικό σώμα (που ως μάζα, σκέφτεται απλοϊκά) ερμηνεύτηκε ως “σημάδι αδυναμίας” και “ηττοπάθεια”.

Οπότε ζούμε μια εποχή-μεταίχμιο, με τον ακατανίκητο στην Ελλάδα δικομματισμό (μόνο στις ΗΠΑ και στη Βρετανία υπάρχει τόσο σταθερός δικομματισμός όσο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη έχουμε πολυκομματικές κυβερνήσεις συνεργασίας και συνασπισμούς κομμάτων) για πρώτη φορά να μην είναι δεδομένο, αλλά ζητούμενο. Αφού πλέον δεν υπάρχουν δύο πόλοι εξουσίας, αλλά... ένας! Και η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει ούτε καν τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών για να καταθέσει μόνη της πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης! Αδιανόητα πράματα για την Ελλάδα αυτά.

Οπότε, η λογική λέει ότι, εφόσον τα κόμματα της Κεντροαριστεράς (και ο ΣΥΡΙΖΑ προφανώς τέτοιο είναι, ήδη από το 2014) δε θέλουν να κάθονται να βλέπουν τον Μητσοτάκη να μετατρέπεται σε Έλληνα... Ερντογάν και να κερδίζει τις εκλογές μέχρι το 2040, θα πρέπει να “τα βρουν” με κάποιον τρόπο και να δημιουργήσουν αυτόν τον δεύτερο πόλο εξουσίας.

Αυτά λέει η λογική. Αλλά η πολιτική λογική λέει... άλλα πράματα.

Ένα συν ένα... δεν κάνει δύο

Καθώς ακούγονται ήδη πολλές φωνές για την “ένωση της κεντροαριστεράς” σε ένα... μεγάλο νέο ΠΑΣΟΚ (το ΠΑΣΟΚ με την έννοια της κυβερνητικής Κεντροαριστεράς, όχι... κυριολεκτικά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη) και μάλιστα από πρόσωπα που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα.

Να πούμε καταρχήν ότι δεν προβλέπεται να κινηθούν τέτοιου είδους διαδικασίες άμεσα. Ούτε καν ως “ζυμώσεις”. Αυτό που μπορεί να γίνει (αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι θα υλοποιηθεί) είναι να υπάρξουν περισσότερες συνεργασίες στο πλαίσιο των αυτοδιοικητικών εκλογών, ως και μία “πρώτη πρόβα”. Με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται και για τους δύο χώρους κάτι τέτοιο.

Αλλά ας πούμε ότι αρχίζουν να σκέφτονται σοβαρά τη συνεργασία σε βάθος χρόνου.

Στα υπέρ είναι ότι και τα δύο κόμματα που θα ηγηθούν αυτής της κίνησης (ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ) έχουν κάτι να προσφέρουν σε μια τέτοια ένωση, που δεν έχει ο άλλος. Ας πούμε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια πιο καλή σχέση με ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος και δεν έχει πραγματικές αμαρτίες (σκάνδαλα, “λαδιές”, πλουτισμό από την πολιτική κ.λπ.) στις πλάτες των στελεχών του. Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να έχει έναν μηχανισμό που είναι ισχυρότερος και με βαθύτερες ρίζες στην κοινωνία, τον συνδικαλισμό κ.λπ. απ' οτιδήποτε έχει καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ την τελευταία 12ετία της ανόδου του. Επίσης, υπάρχει ένα πλούσιο στελεχιακό δυναμικό ανεκμετάλλευτο, το οποίο γνωρίζει το πολιτικό παιχνίδι, στο ΠΑΣΟΚ. Ένα τμήμα ωστόσο (όχι μικρό) αυτού του στελεχιακού δυναμικού είναι... last year. Παρωχημένο, πώς να το πούμε πιο απλά.

Ωστόσο και τα δύο κόμματα θα πρέπει να εγκαταλείψουν πολλά για να ευοδωθεί μια τέτοια ένωση. Εντάξει, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αρχηγό και όποιος και αν εκλεγεί, για να έχει μια ουσιαστική νομιμοποίηση, θα πρέπει να εκλεγεί από τη βάση του κόμματος. Και αυτό... θέλει δουλίτσα και χρόνο. Το ΠΑΣΟΚ έχει αρχηγό και φρέσκο κιόλας. Βεβαίως στις φετινές δίδυμες εκλογές αποδείχτηκε ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν έχει τον “αέρα” που θα ήθελαν τα στελέχη του να έχει. Και γενικώς το “ταβάνι” του σημερινού ΠΑΣΟΚ είναι χαμηλό - στην παρούσα συγκυρία το έφτασε, με αυτό το μάλλον πενιχρό 11,8% σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου συνετρίβη ο άμεσος αντίπαλος που “ψαρεύει” από την ίδια (κεντροαριστερή) δεξαμενή ψήφων.

Επίσης υπάρχουν σοβαρότατα ζητήματα πολιτικής ταυτότητας. Τα δύο κόμματα έχουν πολλές ομοιότητες ως προς τις πολιτικές επιλογές τους, όπως έχουν και ομοιότητες με τη Νέα Δημοκρατία στο ίδιο αυτό θέμα. Ωστόσο το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο μέσο της απόστασης μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Οπότε, αν θέλουν στον ΣΥΡΙΖΑ να τακιμιάσουν μόνιμα με το ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει να μετακινηθούν... στις θέσεις του ΠΑΣΟΚ. Διότι αυτό θα απαιτήσουν και τα συμφέροντα που συνεχίζουν να στηρίζουν ΠΑΣΟΚ (το οποίο, παρά την περιορισμένη απήχησή του στο εκλογικό σώμα, συνεχίζει να στηρίζεται από σημαντικά οικονομικά συμφέροντα του τόπου).

Με άλλα λόγια, θα πρέπει να μικρύνουν την απόστασή τους με τη Ν.Δ. από το 50% (αυτός είναι ο αριθμός των νομοσχεδίων της κυβέρνησης Μητσοτάκη που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ την περασμένη τετραετία) στο 75% (αυτός είναι ο αριθμός των ν/σ της Ν.Δ. που ψήφισε το ΠΑΣΟΚ την ίδια περίοδο). Για ορισμένα στελέχη (ιδιαίτερα τους πασοκογενείς) δεν είναι κάνα... μεγάλο άλμα. Ίσα ίσα. Για ορισμένα άλλα όμως θα είναι... πολύ δύσκολο. Και αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μια ισχυρή και μη αμφισβητούμενη ηγεσία να επιβάλλει τέτοιες “ζόρικες” επιλογές, όπως έκανε ο Αλέξης Τσίπρας.

Βεβαίως δε θα μπούμε σε αυτό το πρώτο σημείωμα περί της παραίτησης Τσίπρα σε ερωτήματα του τύπου “αυτό είναι που έχει πραγματικά ανάγκη η χώρα, μια πιο... πράσινη Νέα Δημοκρατία;”. Αυτά είναι ερωτήματα για μελλοντικές αναλύσεις και... θα απαντηθούν. Εν καιρώ.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News