Εκτύπωση

Συγκλονίζει η ιστορία του Ρονάλντο, όπως την αφηγείται ο ίδιος


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Ο Κριστιάνο Ρονάλντο δίνει μαθήματα ζωής μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο για ποδοσφαιρικές στιγμές που χάραξαν την μεγάλη ποδοσφαιρική του πορεία από ηλικία επτά ετων. Επέλεξε να γνωστοποιήσει μία προσωπική του ιστορία με την οποία το απέραντο κοινό του στον ποδοσφαιρικό πλανήτη, μπορεί να κατανοήσει το πως αναδείχτηκε ως τόσο μεγάλος ποδοσφαιριστής και αθλητής και μαζί -πολύ σημαντικό-  γιατί αγαπά τόσο πολύ τα παιδιά.

«Υπάρχει μια πολύ δυνατή ανάμνηση, την οποία έχω από όταν ήμουν επτά χρόνων. Είναι τόσο καθαρή μέσα μου, μπορώ να την κάνω και τώρα εικόνα και πάντα μου προκαλεί ένα αίσθημα ζεστασιάς. Έχει σχέση με την οικογένειά μου.

Μόλις είχα αρχίσει να παίζω πραγματικό ποδόσφαιρο. Πριν από αυτό, απλά έπαιζα με τους φίλους μου στους δρόμους της Μαδέιρα. Και όταν αναφέρομαι σε δρόμους, δεν αναφέρομαι σε άδειους δρόμους, αλλά αυτούς από τους οποίους περνούσαν αυτοκίνητα και έπρεπε να σταματάμε το παιχνίδι πολλές φορές. Ήμουν τόσο χαρούμενος κάνοντας απλά αυτό κάθε μέρα, αλλά ο πατέρας μου ήταν φροντιστής στην Αντορίνα και με ενθάρρυνε λέγοντάς μου ότι θα μπορούσα να παίξω εκεί. Ήξερα ότι αυτό θα τον έκανε υπερήφανο κι έτσι πήγα.

Την πρώτη ημέρα εκεί, μας είπαν πολλούς κανόνες, τους οποίους δεν καταλάβαινα. Ήταν, όμως, υπέροχα. Εθίστηκα στο αίσθημα της νίκης. Ο πατέρας μου ήταν στην άκρη του γηπέδου σε κάθε παιχνίδι με το μακρύ μούσι του και τα βρώμικα από τη δουλειά παντελόνια του. Του άρεσε τόσο πολύ. Η μητέρα μου και οι αδερφές δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο.

Έτσι, κάθε βράδυ την ώρα του δείπνου, ο πατέρας μου τις μουρμούριζε να έρθουν και να με δουν να παίζω. Λειτουργούσε ως ο πρώτος μάνατζέρ μου. Θυμάμαι να επιστρέφουμε μαζί στο σπίτι μετά από έναν αγώνα και να τους λέει: «Ο Κριστιάνο πέτυχε γκολ».

«Α, ωραία» απαντούσαν, αλλά δεν ήταν πραγματικά ενθουσιασμένες, ξέρετε.

Την επόμενη φορά ο πατέρας μου τους έλεγε: «Ο Κριστιάνο πέτυχε δύο γκολ».

Ακόμα και τότε κανένας ενθουσιασμός. Απλά έλεγαν: «Α, αυτό είναι πραγματικά καλο, Κρις».

Επομένως τι μπορούσα να κάνω; Συνέχιζα να σκοράρω και να σκοράρω,

Ένα βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι και ο πατέρας μου είπε: «Ο Κριστιάνο πέτυχε τρία γκολ. Ήταν απίστευτος. Πρέπει να έρθετε να τον δείτε!».

Ακόμα και τότε, κοίταζα στις εξέδρες την ώρα του αγώνα και έβλεπα εκεί τον πατέρα μου μόνο του. Και μια μέρα, δεν θα ξεχάσω αυτή την εικόνα, έκανα ζέσταμα και ξαφνικά είδα τη μητέρα μου και τις αδερφές μου να είναι εκεί. Έμοιαζαν… πως να το πω; Έμοιαζαν παράταιρες. Ήταν η μία πολύ κοντά στην άλλη, δεν φώναζαν, απλά μου έγνεφαν, σαν να ήταν παρέλαση ή κάτι τέτοιο. Ήταν φανερό πως δεν είχαν βρεθεί ξανά σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Ήταν εκεί, όμως. Αυτό με ένοιαζε.

Αισθάνθηκα τόσο όμορφα. Σήμαινε πολλά για εμένας. Ήταν σαν κάτι να άλλαξε μέσα μου. Ήμουν, αλήθεια, περήφανος. Τότε δεν είχαμε λεφτά. Η ζωή μας στη Μαδέιρα ήταν σκληρή. Για να παίξω φορούσα κάτι παλιά παπούτσια του αδερφού μου ή άλλα φορεμένα ήδη από τα ξαδέρφια μου. Όταν είσαι παιδί, όμως, δεν σε νοιάζουν τα χρήματα. Θέλεις να νιώσεις ικανοποίηση μέσα σου, όπως αυτή που αισθάνθηκα εγώ εκείνη την ημέρα. Ένιωσα ότι με αγαπούν και με προστατεύουν. Στην Πορτογαλία λέμε menino querido da família.

Σκέφτομαι όλα αυτά με νοσταλγία, διότι αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν σύντομη. Το ποδόσφαιρο μου έδωσε τα πάντα, αλλά με πήρε και μακριά από το σπίτι μου, όταν ακόμα δεν ήμουν έτοιμος γι΄ αυτό. Στα 11 έφυγα από το νησί για τις ακαδημίες της Σπόρτινγκ Λισαβόνας και ήταν αυτή η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου.

Είναι τρελό τώρα που το σκέφτομαι. Ο γιος μου, ο Κριστιάνο τζούνιορ, είναι 7 ετώω, τώρα που γράφω όλα αυτά. Και σκέφτομαι πως θα ένιωθα αν έπρεπε να του ετοιμάσω μια τσάντα και να τον στείλω στο Παρίσι ή στο Λονδίνο. Μου φαίνεται αδύνατο. Και σίγουρα έτσι σκέφτηκαν τότε και οι δικοί μου γονείς.

Ήταν, όμως, η ευκαιρία να κυνηγήσω το όνειρό μου. Έτσι, με άφησαν να φύγω. Έκλαιγα σχεδόν κάθε μέρα. Ήμουν ακόμα στην Πορτογαλία, αλλά ένιωθα σαν να είχα φύγει σε άλλη χώρα. Η προσφορά στην πρωτεύουσα ήταν διαφορετική, ήταν σαν να μιλούσα άλλη γλώσσα. Η κουλτούρα, επίσης, ήταν διαφορετική. Δεν ήξερα κανέναν, ήμουν μόνος. Η οικογένειά μου, για οικονομικούς λόγους, μπορούσε να έρχεται μόνο κάθε τέσσερις μήνες. Μου έλειπαν τόσο πολύ που κάθε μέρα ήταν μαρτύριο.

Το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που με κράτησε. Εξελίχθηκα. Ήξερα ότι στο γήπεδο έκανα πράγματα, τα οποία δεν μπορούσαν να κάνουν τα άλλα παιδιά στις ακαδημίες. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ένα άλλο παιδί είπε σε κάποιο άλλο: «Είδες τι έκανε; Αυτός ο τύπος είναι ένα τέρας».

Άρχισα να το ακούω όλο και περισσότερο, ακόμα και από τους προπονητές. Και τότε υπήρχε κάποιος που είπε: «Ναι, αλλά είναι ντροπή, είναι τόσο μικρός».

Και, είναι αλήθεια, ήμουν… σκελετός. Δεν είχα μύες. Και έτσι στα 11 μου πήρα την απόφαση, γνωρίζοντας ότι έχω πολύ ταλέντο, να δουλέψω πιο σκληρά από οποιονδήποτε άλλο. θα σταματούσα να παίζω σαν παιδί, θα άρχισα να κάνω προπόνηση για να γίνω ο καλύτερος στον κόσμο.

Δεν ξέρω από που πρόεκυψε αυτό. Υπήρχε μέσα μου. Είναι σαν μια διαρκή πείνα, η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Όταν χάνεις, είσαι σαν να πεινάς. Όταν νικάς, είναι σαν να έχεις χορτάσει, αλλά όχι απόλυτα. Μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω.

Άρχισα να ξεγλιστρώ από τον κοιτώνα μου το βράδυ για να κάνω προπόνηση. Άρχισα να μεγαλώνω και να γίνομαι πιο γρήγορος. Και σκεφτόμουν ότι θα έμπαινα στο γήπεδο και αυτοί που ψιθύριζαν για το πόσο αδύναμος ήμουν, θα με κοίταζαν εντυπωσιασμένοι σαν να έβλεπαν το τέλος του κόσμου.

Όταν ήμουν 15, είπα σε κάποιους συμπαίκτες μου, στη διάρκεια της προπόνησης - το θυμάμαι τόσο καθαρά- ότι κάποια μέρα θα γίνω ο καλύτερος στον κόσμο.

Κάποιοι γέλασαν. Τότε δεν ήμουν καν στην πρώτη ομάδα της Σπόρτινγκ, αλλά είχα πίστη. Το εννοούσα.

'Οταν άρχισα να παίζω επαγγελματικά, στα 17 μου, η μητέρα μου με δυσκολία κατάφερνε να κοιμηθεί, λόγω του άγχους. Ερχόταν και με έβλεπε στο «Ζοζέ Αλβαλάντε» και γινόταν τόσο νευρική, κυρίως στα μεγάλα παιχνίδια, που κάποιες φορές λιποθυμούσε. Αλήθεια, λιποθυμούσε. Οι γιατροί άρχισαν να της συνταγογραφούν ηρεμιστικά για να μπορεί να παρακαλουθεί τους αγώνες μου.

Της έλεγα τότε: «Θυμάσαι όταν δεν σε ενδιέφερε αν παίζω ποδόσφαιρο;».

Άρχισα να κάνω μεγαλύτερα όνειρα. Ήθελα να παίξω στην εθνική ομάδα, ήθελα να παίξω στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, διότι παρακολουθούσα συνέχεια την Πρέμιερ Λιγκ στην τηλεόραση, συνεπαρμένος από τον τρόπο παιχνιδιού, αλλά και από την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι οπαδοί. Όταν πήγα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ήμουν τόσο περήφανος για εμένα, αλλά νομίζω ότι ήταν μεγάλη στιγμή υπερηφάνεις περισσότερο για την οικογένειά μου.

Στην αρχή, η κατάκτηση τροπαίων μου προκαλούσε ένα απίστευτο συναίσθημα. Θυμάμαι όταν κατέκτησα το πρώτο Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουνάιτεντ. Το ίδιο και στην πρώτη «Χρυσή Μπάλα». Τα όνειρά μου, όμως, γίνονταν μεγαλύτερα. Αυτό δεν είναι άλλωστε και το νόημά τους; Πάντα θαύμαζα τη Ρεάλ και ήθελα μια νέα πρόκληση. Ήθελα να κατακτήσω τίτλους με τη Ρεάλ, να σπάσω όλα τα ρεκόρ, να γίνω θρύλος της.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια έχω πετύχει σπουδαία πράγματα στη Μαδρίτη. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, η κατάκτηση τροπαίων μου αφήνει πια ένα διαφορετικό συναίσθημα. Ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια. Στη Ρεάλ, αν δεν κερδίσεις τα πάντα, άπαντες θεωρούν ότι απέτυχες. Αυτή είναι η προσδοκία που έχουν όλοι από τους σπουδαίους. Αυτή είναι η δουλειά μου.

Όταν, όμως, είσαι πατέρας, είναι ένα τελείως διαφορετικό συναίσθημα. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορώ να περιγράψω. Γι' αυτό τα χρόνια μου στη Ρεάλ είναι τόσο ιδιαίτερα. Ναι, είμαι ποδοσφαιριστής, αλλά είμαι επίσης και πατέρας.

Υπάρχει μια στιγμή με το γιο μου, που στριφογυρίζει πάντα στο μυαλό μου. Όταν την σκέφτομαι, νιώθω ζεστασιά.

Ήταν μια στιγμή μέσα στο γήπεδο όταν κατακτήσαμε το Τσάμπιονς Λιγκ στο Κάρντιφ. Γράψαμε ιστορία εκείνο το βράδυ. Όταν ήμουν στο γήπεδο, μετά το σφύριγμα της λήξης, ένιωσα ότι έστελνα ένα μήνυμα στον κόσμο. Και τότε ήρθε ο γιος μου για να πανηγυρίσουμε μαζί. Και ξαφνικά το αρχικό συναίσθημα άλλαξε. Έτρεχε από 'δω κι από 'κει με τον γιο του Μαρσέλο. Κρατήσαμε μαζί το τρόπαιο. Και βγήκαμε από το γήπεδο πιασμένοι χέρι χέρι.

Είναι μια χαρά την οποία δεν μπορούσα να καταλάβω πριν γίνω πατέρας. Είναι τόσο πολλά συναισθήματα ταυτόχρονα τα οποία δεν μπορούν να περιγραφούν με λέξεις. Μπορώ να το συγκρίνω μόνο με εκείνο που ένιωσα τότε στη Μαδέιρα όταν είδα τη μητέρα μου και τις αδερφές μου να με παρακολουθούν, η μία δίπλα στην άλλη.

Όταν επιστρέψαμε στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» για τη φιέστα, ο Κριστιάνο τζούνιορ και ο Μαρσελίτο άρχισαν να παίζουν στο γήπεδο μπροστά στους οπαδούς. Ήταν διαφορετικό από αυτό που έκανα εγώ στην ηλικία του, όταν έπαιζα στους δρόμους, αλλά ήλπιζα ότι ο γιος μου θα αισθανόταν όπως εγώ στην ηλικία του. Menino querido da família.

Μετά από 400 παιχνίδια με τη φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης, η υπέρτατη φιλοδοξία μου παραμένει νίκη. Νομίζω ότι γεννήθηκα έτσι. Απλά άλλαξε αυτό που νιώθω μετά από τη νίκη. Είναι ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου. Είναι αυτό που γράφω πια στα παπούτσια μου, είναι το μήνυμα που δίνω στον ίδιο τον εαυτό μου όταν τα φορώ, τα δένω και βγαίνω να παίξω. Είναι σαν μια τελική υπενθύμιση, ένα κίνητρο λίγο πριν από τον αγώνα.

Γράφει «El sueño del niño».

Το όνειρο του παιδιού.

Ίσως τώρα να καταλαβαίνετε.

Στο τέλος, φυσικά, η αποστολή μου παραμένει ίδια. Θέλω να συνεχίσω να σπάω ρεκόρ στη Ρεάλ. Θέλω να κατακτήσω όλους τους τίτλους που μπορώ. Είναι απλά στη φύση μου.

Αυτό, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία, αυτό που θα λέω στα εγγόνια μου όταν θα είμαι 95 χρόνων, είναι ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το συναίσθημα όταν περπατώ ως πρωταθλητής στο γήπεδο, χέρι χέρι με τον γιο μου.

Ελπίζω ότι θα καταφέρω να το ξαναζήσω»

(Η φωτογραφία είναι από theplayerstribune.com)

  Εκτύπωση