iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΘΡΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΑΚΗ


ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚ. ΒΑΣΙΛΑΚΗ*

Οι Έλληνες, οι Πανέλληνες όλου του κόσμου και οι αγαπώντες την ελευθερίαν και την δικαιοσύνην λαοί της γης εόρτασαν την Παρασκευή την επέτειον της μεγάλης ημέρας, της ημέρας εκείνης η οποία συνόψισεν εκείνο το πρωινό της όλας τας αρετάς, όλη την παράδοσιν και τους θρύλους των αγώνων της φυλής μας και έγινεν από μακρού σύμβολο δια το έθνος ολόκληρον. Της πιο αγνής, της πιο ιερής ημέρας, που έζησε η γενιά μας, της ημέρας που κάποιο άγιο συναίσθημα εφύσηξεν δύναμιν εις όλες τις καρδιές και έδιωξεν τις μικρότητες που μας παρακολουθούν ως αι σκιαί μας και έσβησε όλα τα μίση, όλα τα πάθη, όλες τις κακίες, ενώ ανέδειξεν ό,τι σπουδαίο και τέλειο εκρύπτετο εκεί και άπλωσε εις ολόκληρον την χώρα μας την παμμεγίστην χαράν, την χαράν της θυσίας, δια να δικαιώση τα λόγια του ποιητή: «Ένα ωραίον πράγμα είναι μια παντοτινή χαρά». Αυτή είναι η μόνη εξήγησις της χαράς που εζωγραφίσθη εις τα πρόσωπα όλων των Ελλήνων, όταν το ομιχλώδες εκείνο πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ενώπιον μιας συνταρακτικής παγκοσμίου θυέλλης και υπεράνω ενός απεράντου νεκροταφείου λαών, αντήχησαν αι σειρήναι της πολεμικής εξεγέρσεως και επαρουσιάσθη με το άκουσμά των ο έρανος του αίματος.
Όλοι τότε οι Έλληνες, αν και εγνωρίζαμεν ότι εκαλούμεθα να αποθάνωμεν, ότι εκαλούμεθα εις την υπέρτατην θυσίαν παντός αγαθού και παντός χρησίμου, ορθώθημεν απτόητοι, άτρομοι και άφοβοι και προσήλθαμεν ακάθεκτοι χωρίς δισταγμούς, εσπεύσαμεν εις τους προμαχώνας χωρίς υπολογισμούς ή υστεροβουλίες και ανοίξαμεν όλες τις φλέβες του αίματός μας και μεταβάλαμεν το γεωγραφικόν μας σχήμα εις Θερμοπύλας και εγίναμεν "θαύμα", εγίναμεν "θεοί", εγίναμεν "Σαλαμίνα" και "Μοράβας", εγίναμεν "μολών λαβέ" και "Όχι", εγίναμεν Βωμός, Ολοκαύτωμα, Παράδειγμα και Μνημείον.
Και ερρίφθημεν εις τον αγώνα άνευ όρων, χωρίς χθαμαλά παζαρεύματα, χωρίς συμφωνίες, διότι επιστεύαμεν και πιστεύομεν ότι το ωραιότερον πράγμα εις την ζωήν είναι η ευθανασία, είναι η άμυνα δια την τιμήν, την αξιοπρέπειαν, την δκαιοσύνην και την ελευθερίαν. Η άμυνα χωρίς όρους, διότι δεν υπάρχει και δεν εννοείται υπό όρους "τιμή", ουδέ και μετρείται με υλικά αγαθά. Το παράδειγμά μας, μοναδικόν, όχι μόνον εις την περιοχήν της Ιστορίας, αλλά και εις όλην την διαδρομήν του ιστορημένου οικουμενικού παρελθόντος, είχεν αποτελέσει τον απίθανον πόλον των ελπίδων δια την τότε απειλουμένην ελευθερίαν των λαών της γης, οι οποίοι ευλόγως είχον αρχίσει να φοβούνται ότι ο οριστικός ηθικός και πνευματικός "ζόφος" επρόκειτο να είναι εφ’ εξής η "μοίρα" του ανθρώπου.
Κατάπληκτος ο κόσμος, ο κόσμος της ύλης, ο κόσμος που δια να ζήση χρειάζεται πλούτη, όπως εμείς οι Έλληνες χρειαζόμεθα δόξαν, ηπόρει διατί τόσον πρόθυμα και μετά τόσου ενθουσιασμού θυσιάζεται η Ελλάς, δια τους γυμνούς και αγόνους βράχους της. Ηπόρει ο κόσμος αυτός διότι δεν ηδυνήθη ποτέ να μάθη ότι ημείς οι Έλληνες, επάνω εις έναν απλόν και απέριττον βράχον, εθεμελιώσαμεν τον πολιτισμόν μας και εκαλλιεργήσαμεν επ’αυτού μαρμάρινα άνθη του ωραίου και του καλού και εκάναμεν τα μάρμαρα ιδέες γονίμους και εσκορπίσαμεν παντού γύρω μας το φως και την χαράν. Ηπόρει ο κόσμος που δεν ηθέλησεν ποτέ να εννοήση ότι, πένητες της ύλης, ημείς οι Έλληνες είμεθα των αισθημάτων "Κροίσοι". Των αισθημάτων εκείνων που εγκλείουν όλας τας εννοίας των ανθρωπίνων αξιών και ιδεωδών. Ηπόρει όλος ο κόσμος, ελεύθερος ή μη, και μας εθαύμαζεν και μας επευφήμη και μας εχειροκρότει και ομιλούσεν με δέος δια την Ελλάδαν. Και εμιλούσαν οι άνθρωποι, ο αέρας, η μουσική, η γη, η θάλασσα, τα πουλιά. Και είχεν γεμίσει η ιστορία του κόσμου από Ελλάδα και απλωνόταν από παντού, από κοντά και μακριά, τρεμάμενα από συγκίνηση και θαυμασμό χέρια, καθαρά και βρόμικα, φοβισμένα και γενναία, συναγωνιζόμενα ποιο να πρωτοσφίξει το δοξασμένο ελληνικό χέρι.
Και τότε, εν μέσω της μεγάλης και τρομερής απογνώσεώς των, οι λυγισμένοι Γίγαντες, εκδιωγμένοι από την Ευρώπη και εγκαταλελειμμένοι και προδομένοι από τους συμμάχους των, οι πολιορκημένοι της Μάγχης και οι κυνηγημένοι της Ρωσικής Στέπας, ανεκάλυπτον ότι «οι Έλληνες δεν επολέμουν ως ημίθεοι αλλά ότι οι ημίθεοι όφειλαν να πολεμούν ως Έλληνες». Και έσπευδον περίτρομοι να δεθούν με μύριες υποσχέσεις και όρκους αιωνίας πίστεως και ευγνωμοσύνης, έναντι της δρακός των ελευθέρων Ελλήνων, οι οποίοι μόνοι των, τότε που το παν είχε χαθεί και ουδεμία ελπιδοφόρος ακτίς δεν εφαίνετο πουθενά, εις την δίνην της μυθικής εκείνης πάλης των ανθρώπων, ετάσσοντο ανεπιφυλάκτως παρά τω πλευρώ των και αντετάσσοντο δια την άμυνα και τη σωτηρίαν των.
Σήμερον, αν και η δόξα θερμαίνει ακόμα την ψυχήν της Ελλάδος μας και αντηχούν σαν μακρινή βοή οι ζητωκραυγές και τα εγκώμια και δεν εμαράνθησαν ακόμα οι δάφνες και τα σύμβολα της δόξης της Ελλάδος, ενώ οι ανάπηροι και οι τραυματίες του έπους συνεπικουρούν την μνήμην του 1940, τα πάντα ελησμονήθησαν. Αλίμονον! Όχι μόνον αι επαγγελίαι έχουν διαψευσθεί και οι πολλαπλοί όρκοι πίστεως έχουν καταπατηθεί από εκείνους που μας συνήντησαν εκπληκτικούς συμμαχητάς εις την απέλπιδαν μάχην αλλά και κατέστημεν σήμερον στόχος κοινής κατακρίσεως εξ όλων σχεδόν εκείνων που μας εζητωκραύγαζαν και μας ανύψωναν ως το υψηλότερον παράδειγμα της γενναιότητος και της ανδρείας.
Η περίοδος όμως εκείνη, η δοξάσασα την Ελλάδαν, έχει σήμερον επικινδύνως μολυνθεί. Κατά κακήν συγκυρίαν μάλιστα, εκ μιας περισσής αχαλινώτου εγωκεντρικής και ιδιοτελούς δραστηριότητος ενίων οπορτουνιστών και μακιαβελικώς δρώντων κοινοβουλευτικών πατέρων του έθνους και δημοσίων λειτουργών. Αποτέλεσμα; Η ατμόσφαιρα της Ελλάδος πνίγεται από την αποπνυκτικήν δυσωδίαν μιας βαρέως νοσούσης πολιτικολογικής φλυαρίας και των ανταγωνισμών μεταξύ προσώπων και πολιτικών κομμάτων.
Η μόλυνσις αυτή έχει σκορπίσει την νάρκην της απραξίας και νωθρότητος επί όλων σχεδόν των, ανεπιδέκτου αναβολής, εθνικών θεμάτων, η δε νοσούσα δημοσία εξουσία ευρίσκεται κατάκοιτος εις κατάστασιν επιθανατίου αγωνίας και ρόγχου. Ταυτοχρόνως, ο ελληνικός λαός, διαισθανόμενος τον ελλοχεύοντα πολιτικοοικονομικόν κίνδυνον μιας ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας, αγωνιωδώς επισκοπεί τον ορίζοντα και υπερανθρώπως συγκεντρώνει την προσπάθειάν του να εντοπίση και να εγείρη εκ της νάρκης ανθρώπους ανιδιοτελείς, γενναίους, ικανούς και εμπίστους με συνείδησιν του χρέους έναντι έθνους και λαού - ανθρώπους μαχητάς, μακράν κομματικών μικροσυμφερόντων αλλά και της ευτελούς και εξαχρειωμένης σημερινής πολιτικής της καταπτύστου δημαγωγίας των τσαρλατάνων και των οπορτουνιστών.
Ιδού διατί η εφετινή επέτειος δεν απετέλεσεν μόνον, όπως καθ’όλους τους προηγουμένους ενιαυτούς, ημέραν κατανυκτικής επανόδου εις την μνήμην της 28ης Οκτωβρίου 1940 αλλά δεδικαιογημένως προσέλαβεν και χαρακτήρα "διαμαρτυτρίας". Σε τέτοιο βαθμό που δικαιολογεί και υπαγορεύει την εν σπουδή άρσιν της εμπιστοσύνης και σηματοδοτεί το τέλος της ανοχής προς τους κυβερνητικούς άρχοντες και τους πολιτικούς τους συνοδοιπόρους. Οι οποίοι, εξ αιτίας της ανικανότητός των, της υπεράγαν ιδιοτέλειάς των, του άνευ μέτρου μακιαβελισμού που πάντοτε επεδείκνυαν, της ακραίας δημαγωγίας, των κατά σύστημα συνταγματικών παρεκτροπών και γενικώς της προφανούς ελλείψεως αρετής και τόλμης για χρηστή διακυβέρνηση της χώρας, ώθησαν την δοξασμένην και πολύφημον Ελλάδα τής χθες εις στόχον κατάκρισης και ανυποληψίας ολοκλήρου του κόσμου, χαρακτηρίζοντάς την ως αναξιόπιστον και ανέντιμον και άνευ κρατικής κυριαρχίας χώραν, καταδικάζοντας ταυτοχρόνως τον αθώον και ανύποπτον λαόν της εις την δυστυχίαν, το χάος και την απογοήτευσιν.
Εν όψει του θλιβερωτάτου τούτου καταντήματος της πανενδόξου, της χθες, πατρίδος μας της Ελλάδος, ημείς τα επιζώντα σύμβολα της δόξης της του αλβανικού έπους του 1940, συντετριμμένοι και κατάλυποι, ημείς που τόσον κακοπαθήσαμεν, παγωμένοι και πεινασμένοι και ψειριασμένοι, που εδώσαμεν τα χέρια μας, τα στήθη μας και τα σώματά μας εις τας σφαίρας του εχθρού, που εδώσαμεν τα πόδια μας στα κρυοπαγήματα και εθάψαμεν τους καταμετρημένους 7.948 συμπολεμιστάς μας εις τα άγρια και παγωμένα αλβανικά βουνά και εκλάψαμεν αργότερον συμμαχητάς μας τραυματίας, νεκρούς ελλείψει φαρμάκων και τροφίμων, εις τα στρατιωτικά νοσοκομεία, πικραμένοι και με βρασμό ψυχής, "διαμαρτυρόμεθα" και αναφωνούμεν σπαρακτικώς:
«ΚΑΤΑΡΑ, ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΣ» εις τους με ελληνικόν όνομα ουτιδανούς και ανικάνους ιδιοτελείς και κενόδοξους δημαγωγούς μακιαβελιστάς και ραθύμους διεθνιστάς.



*Ο κ. Γεώργιος Ν. Βασιλάκης πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση