iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΘΡΟ ΜΑΙΡΗ ΚΑΡΙΩΤΑΚΗ


ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΚΑΡΙΩΤΑΚΗ

Ήταν κουρασμένος. Κάτι η πίεση των ημερών και το άγχος των διαπραγματεύσεων, κάτι το ξενύχτι, ένιωθε τα μέλη του σώματός του παραλυμένα. Το μόνο που ήθελε ήταν να κλείσει τα μάτια και να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε όμως. Την πτήση της επιστροφής έπρεπε να την εκμεταλλευτεί, καθώς στην Αθήνα τον περίμενε πολλή δουλειά. Συναντήσεις, ομιλίες, αναφορές...
Τουλάχιστον, το χαμόγελο της αεροσυνοδού του έδινε κουράγιο. Γενικά, ο τρόπος με τον οποίο τον υποδέχτηκαν στο αεροπλάνο τον βοηθούσε. Βέβαια μέχρι εκεί. Ήταν χαμηλών τόνων αυτός. Δεν ήθελε πανηγυρισμούς και φανφάρες. Άλλωστε, εκείνος ό,τι έκανε το έκανε γιατί το καθήκον του το ήξερε.
Βολεύτηκε στη θέση του, στο παράθυρο, για να μπορεί να ξεκουράζει το βλέμμα του κοιτώντας τα σύννεφα, τον ουρανό, τ’ άστρα. Έβαλε και τη ζώνη του και περίμενε την απογείωση. Αμέσως μετά θα έβγαζε το laptop του για να οργανώσει το πρόγραμμά του.
Το αεροπλάνο απογειώθηκε. Άνοιξε τη ζώνη του κι ετοιμάστηκε να ανοίξει τον υπολογιστή του. Από τα μεγάφωνα άκουσε τη φωνή του κυβερνήτη. «Ο κυβερνήτης και το πλήρωμα...». Τα είχε λίγο βαρεθεί αυτά. Σε κάθε ταξίδι τα ίδια και τα ίδια. «Κυρίες και κύριοι, μαζί μας έχουμε και τον ήρωα, τον άνθρωπο που κατάφερε να σώσει τη χώρα την τελευταία στιγμή, τον άνθρωπο που τ’ όνομά του θα γραφτεί στην ιστορία, τον άνθρωπο που το ελληνικό γένος του χρωστάει και θα του χρωστάει πάντα ευγνωμοσύνη».
Τ’ όνομά του δεν κατάφερε να τ’ ακούσει! Όλο το αεροπλάνο είχε σηκωθεί όρθιο και χειροκροτούσε. Παντού έβλεπε πρόσωπα χαρούμενα. Ευτυχισμένα, μπορούσε να πει. Κι όλοι τον περίμεναν να σηκωθεί για να του σφίξουν το χέρι. Οι αεροσυνοδοί κερνούσαν σαμπάνιες. Οι συνεργάτες του ήταν σε έκσταση! Τραγουδούσαν με τον κόσμο! Τ’ όνομά του είχε γίνει σύνθημα!
Το χαιρόταν κατά βάθος. Δεν του ταίριαζαν αυτά σαν προσωπικότητα. Είπαμε, ήταν χαμηλών τόνων αυτός. Αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει το πως ένιωθε υπέροχα εκείνη τη στιγμή. Όμως...
Κάτι δεν πήγαινε καλά! Αυτό που ερχόταν στ’ αφτιά του δεν ήταν πανηγυρικό. Πιο πολύ σαν... όχλος ακουγόταν. Κι ένιωθε και κάτι να το τραντάζει. «Λες», σκέφτηκε, «λες, να έχει πρόβλημα το αεροπλάνο;»!
...Άνοιξε τα μάτια του. Από πάνω του ο Ηλίας με το βλέμμα γεμάτο πανικό, τον σκουντούσε και του φώναζε! «Σήκω γρήγορα! Πρέπει να προλάβουμε να φύγουμε! Είναι περικυκλωμένο το αεροδρόμιο. Έρχονται κι άλλοι»!
Δεν καταλάβαινε. Γιατί να φύγουν; Γιατί τόσος πανικός; Γιατί η Μαριλίζα έτρεχε έτσι στο διάδρομο; Γιατί ο Ηλίας ήταν τόσο φοβισμένος; Γιατί ήταν περικυκλωμένο το αεροδρόμιο; Ποιοι έρχονταν; Τόσες ερωτήσεις...
Γύρισε και κοίταξε τον Βαγγέλη. Κάτασπρος ήταν. Έμοιαζε παραδομένος. «Τι συμβαίνει;», τον ρώτησε. «Δεν έπρεπε να γυρίσουμε... Δεν έπρεπε».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση