iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΘΡΟ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ


ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗΣ*


Αναμφισβήτητα το Σχέδιο Μάρσαλ προς την Ελλάδα αποτελεί στην τρέχουσα πολιτικοοικονομική συγκυρία ένα πολύ δημοφιλές πολιτικό εγχείρημα, ειδικότερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το σύνολο σχεδόν των κομμάτων και των κυβερνήσεων στην Ευρώπη το έχουν προτείνει ως λύση σε ένα πιεστικό παγκόσμιο πρόβλημα, που δεν είναι άλλο από την κρίση χρέους της χώρας μας. Η πορεία της ελληνικής κρίσης, άλλωστε, αργά ή σταθερά οδήγησε στη διαπίστωση ότι μια απλή αναδιάταξη του χρέους από μόνη της δεν αρκεί για να σώσει την Ελλάδα. Το φάσμα των προτάσεων γύρω από την εφαρμογή ενός Σχεδίου Μάρσαλ στην Ελλάδα, σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, κινείται από την προώθηση ενός μεγάλου προγράμματος εκβιομηχάνισης της Ελλάδας, με την έννοια της μεταφοράς παραγωγής από όλη την Ευρώπη προς στη χώρα μας έως την απλή χρηματοδότηση των αναπτυξιακών λειτουργιών του κράτους.
Ορισμένοι οικονομολόγοι και πολιτικοί προτείνουν στην ουσία την εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδιασμού που προβλέπει τη μαζική εγκατάσταση βιομηχανιών και εργοστασίων στην Ελλάδα και όχι στην ανατολική Ευρώπη ή την Ασία. Άλλοι πάλι θεωρούν κάτι τέτοιο ανέφικτο και προκρίνουν την απλή χρηματοδότηση δυναμικών τομέων της ελληνικής οικονομίας. Εάν εξετάσουμε το θέμα ιστορικά, καθίσταται σαφές ότι το Σχέδιο Μάρσαλ βοήθησε στην ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη την εποχή υπήρχαν ολοσχερώς κατεστραμμένες υποδομές, έλλειψη πρώτων υλών, ενώ οι άνθρωποι κυριολεκτικά βρίσκονταν στα όρια της εξαθλίωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από την πλευρά τους διέρχονταν εκείνη την περίοδο ένα στάδιο υπερπαραγωγής και είχαν κάθε κίνητρο να διοχετεύσουν προς την Ευρώπη τα πλεονάζοντα αγαθά και βιομηχανικά προϊόντα. Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, δεν πρέπει να αγνοηθεί βεβαίως και ο κεντρικός πολιτικός σχεδιασμός, που ήταν η αναχαίτιση του κομμουνισμού.
Η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει διαφορετικά προβλήματα. Με αυτό το δεδομένο, ο όρος "Σχέδιο Μάρσαλ" είναι αδόκιμος, διότι παραπέμπει σε ολοσχερώς κατεστραμμένα κράτη, κάτι που δε συμβαίνει με την Ελλάδα, η οποία διαθέτει αξιόλογο κοινωνικό κεφάλαιο και μια ζωντανή Δημοκρατία. Από την πλευρά των σκεπτικιστών για ένα ελληνικό Σχέδιο Μάρσαλ, παρατίθεται το επιχείρημα ότι το σχέδιο αυτό, όπως εφαρμόστηκε το 1947, δρομολογήθηκε πάνω σε ανέπαφες παραγωγικές δομές στο βιομηχανικό και στο εργατικό δυναμικό. Έτσι, χρειαζόταν κατά κάποιο τρόπο μια αρχική χρηματοδότηση για εκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας, η οποία δημιούργησε πολλαπλασιαστικά οφέλη και αναπτυξιακά εργαλεία. Οι επενδύσεις σε δρόμους, σε στέγες και σε ράγες πυροδότησαν απλά την οικονομική εγρήγορση στη δεκαετία του 1950.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν υπάρχει βιομηχανική βάση που θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό, έστω και μόνο επειδή το κόστος εργασίας στη χώρα είναι ακόμη πολύ υψηλό. Αλλά και η ανταγωνιστικότητα που αφορά το επίπεδο των τιμών είναι ελλιπής, δεδομένου ότι η γραφειοκρατία, τα συνδικάτα και η αγορά εργασίας δε διαθέτουν ευελιξία. Ο Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων επιμένει για παράδειγμα στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων και στο σπάσιμο των κλειστών επαγγελματικών συντεχνιών. Είναι φανερός λοιπόν ο λόγος που η καγκελάριος Μέρκελ με κάθε ευκαιρία αναφέρεται στο άνοιγμα των επαγγελμάτων. Για όλους τους παραπάνω λόγους οι σκεπτικιστές θεωρούν την παροχή επενδυτικής βοήθειας προς την Ελλάδα πρόωρη. Η Ελλάδα, κατά την άποψή τους, πρέπει πρώτα να προετοιμάσει το έδαφος με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύουν την ανάπτυξη.
Χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν αναμένεται από αυτή τη σχολή σκέψης, που υπάγεται στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, να προέλθουν μακροπρόθεσμα ερείσματα ανάπτυξης από κάποιο επενδυτικό πρόγραμμα. Απλά και μόνο θα γέμιζε με άμμο το κενό ανάπτυξης που υπάρχει σήμερα. Απέναντι σε αυτόν το σκεπτικισμό ορθώνεται, ωστόσο, η ιδέα ότι η Ελλάδα χρειάζεται τόσο ένα Σχέδιο Μάρσαλ, όσο και αναδόμηση των ρυθμιστικών λειτουργιών του κράτους. Στην Ελλάδα, πέρα από το πρόβλημα της ανάπτυξης, υπάρχει το πρόβλημα της ανεπάρκειας του συνολικού ρυθμιστικού συστήματος του κράτους, κάτι που αρχίζει με τη φοροδιαφυγή και τελειώνει με τις αδυναμίες του κτηματολογίου. Η πρόταση που προς το παρόν επικράτησε του σκεπτικισμού είναι ένα "μικρό" Σχέδιο Μάρσαλ και ήδη είναι έτοιμη ανάλογη πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Μπαρόζο.
Με βάση αυτή την πρόταση, οι Έλληνες θα λάβουν μια προκαταβολή ύψους 1 δισ. ευρώ από τα υπάρχοντα διαρθρωτικά ταμεία συνοχής της Ε.Ε., που αφορούν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα επιχειρηματικά πάρκα. Τα κονδύλια που προβλέπει η πρόταση Μπαρόζο προορίζονται ήδη για την Ελλάδα, δε θα μπορούσαν όμως να εκταμιευτούν, γιατί ως αποδέκτρια χώρα η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να καταβάλει το ποσοστό της εθνικής συμμετοχής που της αναλογεί. Τα χρήματα συνεπώς έμειναν στα ταμεία της Ε.Ε. Ο Μπαρόζο άνοιξε το δρόμο για την εκταμίευσή τους, εφόσον φυσικά η Ελλάδα τηρήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Όμως και αυτό το "μικρό" Σχέδιο Μάρσαλ έχει τα προβλήματά του. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει μια υπηρεσία που θα προσδιορίσει τα αναπτυξιακά έργα που έχουν πραγματικό νόημα. Στην κατεύθυνση αυτή η Ε.Ε. έχει στείλει στη χώρα μας μια ομάδα εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής το Γερμανό Ράιχενμπαχ. Η έμφαση σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως προβλέπεται στην περίπτωση των κεφαλαίων της Ε.Ε. για την πολιτική συνοχής, είναι πάντως μια πολύ χρήσιμη συνταγή. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές, ώστε η Ελλάδα να μην εκφυλιστεί σε μια οικονομία χαμηλών μισθών. Χρήσιμη θα είναι προφανώς και η προώθηση ενός συγκεκριμένου κλάδου αιχμής, όπως για παράδειγμα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Ελλάδα διαθέτει πλεόνασμα τόσο σε ανανεώσιμους πόρους όσο και σε μηχανικούς.
Μία πολύ εποικοδομητική λογική διαθέτει η πρόταση για ένα Σχέδιο Μάρσαλ του καθηγητή Γ. Βαρουφάκη, η οποία απαντάει στην τριπλή κρίση, δηλαδή την κρίση τραπεζών, την κρίση χρέους και την κρίση επενδύσεων και περιλαμβάνει: ομογενοποίηση τού κατά Μάαστριχτ νόμιμου χρέους και μεταβίβασή του στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με παράλληλη έκδοση ευρωομολόγου (από την ΕΚΤ) «που θα το αγοράζουν οι Κινέζοι», και επιστράτευση του Ταμείου Σταθερότητας για να επανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες (αντί να δανείζει τα πτωχευμένα κράτη) και να απελευθερώσει τις επενδυτικές δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), δίνοντας στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να αντλούν το δικό τους 50% συγχρηματοδότησης των επενδύσεων κάνοντας χρήση των ευρωομολόγων της ΕΚΤ (αντί να αναγκάζονται να δανείζονται τα ίδια - κάτι που αδυνατούν να κάνουν). Τότε, και μόνο τότε, θα ανακοπεί η κρίση του ευρώ και θα υπάρξει άμεση αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, φτάνοντας στο τέλος της δεκαετίας στην Ελλάδα στα 50 δισ. ευρώ, αντί των 200 δισ. που υπολογίζεται το ίδιο διάστημα με τις πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα. Μακροπρόθεσμα ένα σύγχρονο αναπτυξιακό σχέδιο, τύπου Μάρσαλ, για την Ελλάδα, θα χρειαστεί μεγάλα κεφάλαια υπό την εποπτεία της Ε.Ε., τα οποία θα διοχετευτούν ελεγχόμενα και σχεδιασμένα στη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού ιστού, που όχι μόνο θα απορροφήσει την ανεργία αλλά θα γεμίσει υπερηφάνεια τον κάθε Έλληνα πολίτη.

* Ο Μανόλης Μαυροζαχαράκης είναι κοινωνιολόγος, πολιτικός επιστήμονας.


Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση