iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΘΡΟ ΣΑΧΙΝΗ Το «παραμύθι» της ανύπαρκτης εναλλακτικής.


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΧΙΝΗ

Συνεχίζοντας τον άκρως ενδιαφέροντα διάλογο μέσω άρθρων, με τις απόψεις του Κώστα Τριγώνη, επιθυμώ πρώτα μία διατύπωση που αφορά στην «ιδεολογική τρομοκρατία που ασκούν σε όσους δεν έχουν απόψεις του συρμού και με λαϊκίστικο τρόπο χαϊδεύουν τα αφτιά ενός κόσμου που θέλει να ακούει ωραίες κουβέντες...». Προφανώς και δεν έχουμε την ίδια άποψη με τον Κώστα για το ποιος εδώ και 2,5 χρόνια ασκεί ιδεολογική τρομοκρατία, με τη χώρα να «βουλιάζει και να πτωχεύει κάθε παρασκευοσαββατοκύριακο και να σώζεται κάθε Δευτέρα μέχρι την επόμενη δόση».
Ούτε πως πρώτα με το μνημόνιο, μετά με το Μεσοπρόθεσμο, μετά με τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, μετά με αναθεώρηση του Μεσοπρόθεσμου και τώρα με τα νέα μέτρα... «σωζόμαστε» και κάθε φορά δεν υπάρχει άλλη λύση, είναι μονόδρομος για τη σωτηρία της πατρίδας . Ιδεολογική τρομοκρατία ασκείται επί 2,5 χρόνια από όσους για την άλλη άποψη έχουν τη γνώμη ότι δεν είναι «πατριωτική», είναι «επικίνδυνη», θα μας κάνει «Αλβανία», ενώ σήμερα με τους μισθούς των 400 ευρώ που και θα φορολογούνται δεν είναι τρομοκρατία να είσαι «κινεζική επαρχία της Ευρώπης», αρκεί να είσαι εντός ευρωζώνης. Για αυτές τις απόψεις άλλο η φτωχοποίηση του λαού εντός και άλλο εκτός - ως φαίνεται - της Ε.Ε.
Ομοίως και τα αξίωμα: «Είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι μία κυβέρνηση θα ήθελε να βασανίζεται ο λαός της και να συνεργάζεται για αυτό με τους υποχρεωτικά δανειστές της;». Αν έχεις την άποψη ότι η εκάστοτε κυβέρνηση δεν εξυπηρετεί συμφέροντα, αλλά γενικά και απροσδιόριστα, περίπου θεολογικά, η κυβέρνηση εκφράζει τα συμφέροντα όλων των Ελλήνων, τότε ναι έχεις δίκιο, όμοιο με αυτό που λέει πως ο καταθέτης των δισ. ευρώ στην Ελβετία και ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος έχουν την ίδια ερμηνεία για το τι είναι η Πατρίδα...

Η αντιμετώπιση της κρίσης

Δυόμισι χρόνια αυτή η ιδεολογική τρομοκρατία της μίας λύσης, του μονόδρομου, πού οδήγησε τη χώρα και το λαό της; Μη σπεύσετε να μου πείτε το νέο εφεύρημα ότι δε φταίνε η τρόικα και το μνημόνιο, αλλά η κακή εφαρμογή των μέτρων από την κυβέρνηση. Με λιγότερο ή περισσότερο πιστή εφαρμογή, πλέον έχει αποδειχτεί πως το μνημόνιο και οι μετέπειτα παραλλαγές είναι ο βασικός υπεύθυνος της φτωχοποίησής μας. Με 110% χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας , με την εφαρμογή των μέτρων και των μνημονίων 2,5 χρόνια μετά, έχουμε φτάσει στο 178% του ΑΕΠ και συνεχίζουμε...
Ας δούμε τώρα το άλλο επιχείρημα του φίλου Κώστα: «Υπάρχει άλλη εναλλακτική, δεν υπάρχει...», οπότε (αυτό δεν εμπίπτει στην ιδεολογική απολυταρχία;) «σκάστε και κολυμπήστε». Ποιος είναι αυτός που κρίνει ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική; Μήπως αυτοί που μας οδήγησαν έως εδώ;
Είναι εντελώς διαφορετικό να αναγνωρίσεις ότι υπάρχουν και άλλες απόψεις με τις οποίες διαφωνείς ή τις θεωρείς λάθος και ανεφάρμοστες και είναι άλλο να λες δεν υπάρχει άλλη πρόταση, όταν μάλιστα αυτή που εσύ υποστηρίζεις ως μονόδρομο έχει ήδη αποτύχει, αλλά εσύ επιμένεις πως δε γίνεται αλλιώς. Εκτός από ιδεολογική τρομοκρατία, αυτό αγγίζει τα όρια της ιδεολογικής μονομανίας.
Κατά αναλογία παραπέμπει στο αισχρό «ευφυολόγημα»: Μία γυναίκα ακινητοποιείται από τρεις άνδρες σε ερημική τοποθεσία, δεν έχει κανένα περιθώριο αντίστασης, ξεκινούν να τη βιάζουν, όσο αντιδρά τη χτυπούν, και καθώς δεν υπάρχει καμία βοήθεια στον ορίζοντα, ενώ όσο αντιστέκεται εκτός από το βιασμό κινδυνεύει και από επικίνδυνες σωματικές βλάβες, ίσως και με θάνατο, δε θα ήταν καλύτερα τουλάχιστον να υποστεί το βιασμό χωρίς άλλες συνέπειες;».

Κυβερνήσεις και κρίση

Πώς αντιμετώπισαν την κρίση αυτή οι κυβερνήσεις; Πρώτα και κύρια, στράφηκαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων προσπάθεια διάσωσης των ισολογισμών των τραπεζών. Πάνω από 16 τρισ. δολάρια «ζεστό χρήμα» διοχέτευσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τα δύο τελευταία χρόνια προκείμενου να βελτιωθεί τεχνητά η εικόνα των τραπεζών. Μόνο στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (Bank of America, Citi, Goldman Sachs, JP Morgan κ.ο.κ.) η Fed διοχέτευσε 1,2 τρισ. δολ., περίπου το ποσό που οι ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ οφείλουν στη βάση των 6,5 εκατ. ενυπόθηκων δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν (Bloomberg, 22.8).
Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην Ε.Ε., όπου τα κράτη και το Δημόσιο φορτώθηκαν τα χρέη και τα ελλείμματα της τραπεζικής αγοράς. Τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, που μέχρι τότε θεωρούνταν ελέγξιμα και πηγή όχι μόνο σημαντικών κερδών για τις τράπεζες, αλλά και βασικός μοχλός επέκτασης της καταναλωτικής ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες, άρχισαν να εκτινάσσονται.
Τι έκαναν οι κυβερνήσεις; Επέβαλλαν άγριες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, με αποτέλεσμα να προκύψει μία από τις μεγαλύτερες ανακατανομές εισοδημάτων και πλούτου, που έχει να συμβεί στις ανεπτυγμένες χώρες από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η Ελλάδα υπήρξε το πιο πρόσφορο και εύκολο πειραματόζωο αυτής της συνταγής. Αποτέλεσμα; Η γενίκευση της δυστυχίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί σήμερα - και δικαιολογημένα - να μιλούν για κοινωνική γενοκτονία ακόμη και στις πιο πλούσιες χώρες. Κι αυτό επειδή τα μέτρα περιορισμού και λιτότητας που υιοθετούνται χτυπούν με ιδιαίτερα ανελέητο τρόπο τις νέες γενιές: ανεργία και εξαθλίωση...
Ο πακτωλός ρευστού χρήματος εις βάρος της κοινωνίας εξασφάλισε μια εικονική βελτίωση των τραπεζικών, κυρίως οικονομικών, και της δυναμικής των κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα μια εικονική άνοδο του ΑΕΠ τον περασμένο χρόνο. Χαράς ευαγγέλια για τους πληρωμένους καλαμαράδες της οικονομολογίας των κερδοσκόπων. Πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να ανακάμψει η οικονομία χωρίς να ανακάμψει η τελική ζήτηση. Περιχαρείς, γέννησαν νέες θεωρίες: Μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή στην αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αρκεί η κερδοσκοπία στις αγορές.

Πώς να σωθούν οι τράπεζες χωρίς... χρήμα;

Έλα, όμως, που η κρίση υποτροπίασε. Οι τράπεζες έχασαν μέσα σε τρεις εβδομάδες σχεδόν το σύνολο των εικονικών κερδών που είχαν εξασφαλίσει από το «τσάμπα» χρήμα των κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις το βιολί τους... Οι τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας κρατιούνται όπως-όπως στον αφρό με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις της ΕΚΤ.

«Διαγραφή χρεών ή ύφεση δίχως τέλος»

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, είναι ανεπανόρθωτα χρεωκοπημένο και δεν μπορεί να διασωθεί σε όσες ενέσεις ρευστότητας και αν υποβληθεί. Ωστόσο, το σύστημα και το πολιτικό προσωπικό του είναι καταδικασμένα σε μια «σισύφεια προσπάθεια», να επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, με την ψευδαίσθηση ότι κάπως έτσι θα κατευνάσουν τους δαίμονες που τα ίδια έχουν απελευθερώσει. Έστω και αν κάθε τέτοια προσπάθεια στοιχίζει σε απίστευτο βαθμό για την κοινωνία...
Φυσικά το πιο πιθανό είναι πως το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Δεν πρόκειται να καταρρεύσει, ακόμη και αν συνεχίσει ακάθεκτο στην ίδια αυτοκαταστροφική πορεία. Μπορεί να καταρρεύσουν χώρες, κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και να πεινάσουν λαοί ολόκληροι - ακόμη και στο λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο - αλλά μη φοβάστε: το κυρίαρχο σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έχει ανεξάντλητες εφεδρείες αναπαραγωγής, ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας. Δεν μπορεί να καταρρεύσει από μόνο του, ακόμη και αν το θελήσει. Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος.

Μέχρι το μεδούλι

Επιπλέον, η καθίζηση του λαϊκού εισοδήματος, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας και περικοπών που έχουν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο για την εργαζόμενη κοινωνία ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης, εξασφαλίζει ότι ακόμη και η επέκταση της οικονομίας θα συνεχίσει να είναι εικονική και εξαιρετικά αναιμική.
Όσο θα βαθαίνει η ύφεση πυροδοτώντας νέα κραχ τόσο περισσότερες φωνές θα μιλούν για σβήσιμο του χρέους, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Φωνές ακόμη και από τα ρετιρέ της εξουσίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η σημερινή δομή της οικονομίας, η κυριαρχία των κεφαλαιαγορών και το πολιτικό προσωπικό που της αντιστοιχεί διεθνώς δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν κανένα τέτοιο αίτημα. Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να το κάνει, αν συνειδητοποιήσει ότι διαφορετικά δεν μπορεί να γλιτώσει από τον κοινωνικό κανιβαλισμό.

Υπάρχει εναλλακτική;

Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά: Αν στις 28-29 Ιουνίου, τις ημέρες ψήφισης του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και του εφαρμοστικού νόμου, οι λαϊκές διαδηλώσεις είχαν κατορθώσει να ρίξουν την κυβέρνηση, τότε τι θα γινόταν; Ας υποθέσουμε ότι υπήρχε η δυνατότητα να επιβληθεί μια κυβέρνηση που να εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα και τις απαιτήσεις του λαού. Τι θα συνέβαινε; Θα αντιμετώπιζε αμέσως υποχρεώσεις αξίας άνω των 16 δισ. ευρώ έως τα τέλη Αυγούστου. Πρόκειται κυρίως για τοκοχρεωλύσια. Μέσα στο 2011 κάθε μήνας επιβαρύνεται με 7,5 ή 8 δισ. ευρώ πληρωμές τοκοχρεωλυσίων. Τι θα έκανε η νέα κυβέρνηση; Αν πίστευε σε μια «πανευρωπαϊκή λύση», θα άρχιζε να στύβει το δημόσιο τομέα για να πληρώσει τα τοκοχρεωλύσια, διαπραγματευόμενη κάποιο σχέδιο με βάση το οποίο το Eurogroup θα προχωρούσε σε κάποιο σοβαρό «κούρεμα». Κι όσο θα περνούσαν οι μήνες με τη διαπραγμάτευση για κάποια «πανευρωπαϊκή λύση», η κυβέρνηση όλο και περισσότερο θα χρησιμοποιούσε τους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες για να πληρώνει τοκοχρεωλύσια. Πριν «αλέκτορα φωνήσαι τρις» θα είχαμε μια από τα ίδια και πολύ χειρότερα.

Ο άλλος δρόμος

Αυτό που θα έπρεπε αμέσως η νέα κυβέρνηση να κάνει είναι να αρνηθεί να πληρώσει τα τοκοχρεωλύσια καταγγέλλοντας το δημόσιο χρέος ως απεχθές, παράνομο, τοκογλυφικό και καταχρηστικό, μαζί με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί ερήμην του λαού. Ο πανικός των αγορών που θα επακολουθούσε αποτελεί έναν από τους καλύτερους συμμάχους της νέας κυβέρνησης. Όμως οι εγχώριες τράπεζες και οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι θα προσπαθούσαν να βγάλουν τάχιστα εκτός Ελλάδος όλα τα ρευστά διαθέσιμα και τις κινητές αξίες που διαθέτουν.
Τι θα έπρεπε να κάνει η νέα κυβέρνηση; Αν δεν ήθελε να καταρρεύσει, τότε θα έπρεπε αμέσως να εθνικοποιήσει την Τράπεζα της Ελλάδας και τις 6-7 μεγάλες τράπεζες που επιβιώνουν με κρατικές επιδοτήσεις. Με ποιον σκοπό; Μα να απαγορεύσει αμέσως και δια ροπάλου την εξαγωγή κεφαλαίου και να επιβάλλει καθεστώς ελέγχου της κίνησης κεφαλαίου. Να πώς όσοι τα έχουν βγάλει έξω δε θα μπορούσαν να τα επιστρέψουν και να αγοράσουν μπιρ παρά την Ελλάδα, όπως μας λένε όσοι σπέρνουν τον τρόμο στο ενδεχόμενο εθνικού νομίσματος. Όμως, μια τέτοια κίνηση θα έβγαζε αυτομάτως τη χώρα εκτός ΟΝΕ και θα την ανάγκαζε να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό σε έκδοση (κοπή) εθνικού νομίσματος προκειμένου να απεξαρτηθεί τελείως από την ΕΚΤ και το ευρώ, τους εκβιασμούς και τις πιέσεις.
Με άλλα λόγια, αν ο λαός έριχνε την κυβέρνηση και αναδείκνυε μια δική του, είναι σίγουρο ότι αυτή η τελευταία θα είχε προχωρήσει έως τα τέλη Αυγούστου σε μη αναγνώριση του χρέους και σε έξοδο από το ευρώ. Με την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση αυτή θα ήταν συνεπής στην υπηρεσία των λαϊκών συμφερόντων. Αλλιώς θα έπεφτε πάρα πολύ γρήγορα και θα άνοιγε το δρόμο σε μια πολύ πιο «μαύρη» διακυβέρνηση, η οποία θα εφάρμοζε ακόμη πιο σκληρές και αδίστακτες πολιτικές, λέγοντας στο λαό ότι «δείτε τι πάθατε για να δείχνεται εμπιστοσύνη σε λαοπλάνους».
Αυτός είναι ο λόγος που η κεντρική πολιτική συμφωνία δεν μπορεί παρά να στηρίζεται ευθύς εξαρχής στη μη αναγνώριση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ. Κανένα αντιμνημονιακό μέτωπο, καμιά αντιμνημονιακή συμμαχία που δε συμπεριλαμβάνει τις δύο αυτές κεντρικές παραμέτρους δεν μπορεί να συμβάλλει σε μία άλλη πορεία. Κάθε προσπάθεια να περιοριστεί η οπτική σε μια καταγγελία του μνημονίου και των πολιτικών της τρόικας συμβάλλει αποκλειστικά και μόνο στην άμβλυνση της συνείδησης του λαού και του αποπροσανατολισμού του. Ενώ στην ουσία βοηθά μόνο κινήσεις και συμπράξεις κορυφής ερήμην της κοινωνικής βάσης και του λαϊκού παράγοντα με κεντρικό στόχο την ψηφοθηρία.
Επομένως, ένα αληθινό μέτωπο του ίδιου του λαού δε θα μπορούσε να οικοδομηθεί παρά μόνο στη βάση μιας κεντρικής πολιτικής συμφωνίας που να απαντά άμεσα στα πιο ζωτικά ζητήματα της περιόδου. Πρέπει να ανατραπεί εδώ και τώρα ολόκληρο το οικοδόμημα των συμφωνιών, των δεσμεύσεων, των παρεμβάσεων και των μέτρων που πάρθηκαν από την εποχή του πρώτου μνημονίου, έτσι ώστε η χώρα να αποκαταστήσει την εσωτερική έννομη τάξη της και να διεκδικήσει την κυριαρχία της από το ΔΝΤ, την Ε.Ε. και την ΕΚΤ, που έχει εκχωρηθεί με τόσο άθλιο τρόπο από το σύνολο του κυρίαρχου οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου. Μπορεί να γίνει διαφορετικά; Μπορεί να υπάρξει έστω και η μηδαμινή δυνατότητα να σταθεί ετούτος ο τόπος στα πόδια του υπό καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους; Μπορεί να γίνει τίποτε αν πρώτα δεν πάρουμε στα χέρια μας, ως λαός, τη χώρα και το κράτος; Ούτε κατά διάνοια.

Τι κράτος θέλουμε;

Φυσικά δε θα θέλαμε το κράτος και τη χώρα για να τα επιστρέψουμε στα χάλια που είχαν πριν. Ούτε για να τα παραδώσουμε σε κάποια νέα αφεντικά της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, της ρεμούλας και της αρπαχτής. Θα απαιτούσαμε ένα κράτος και μία χώρα για να γίνει ο ίδιος ο λαός αφεντικό στον τόπο του. Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο χωρίς να απαλλαγούμε από το χρέος και το ευρώ; Μπορούμε στα σοβαρά να μιλάμε για εθνικά κυρίαρχο λαό και κράτος, αν δεν ξεφορτωθούμε το χρέος και το ευρώ; Πώς μπορούμε να μιλάμε στα σοβαρά για ανατροπή του καθεστώτος κατοχής της χώρας με τις δυνάμεις κατοχής άθικτες; Γιατί αυτό σημαίνει το να συνεχίσει να πληρώνει το χρέος η χώρα και να παραμείνει στο ευρώ αναζητώντας μάταια κάποια διέξοδο στο αδιέξοδό της.
Με το ευρώ το δημόσιο χρέος της χώρας γίνεται μη βιώσιμο και μη διαχειρίσιμο ακόμη και αν μηδενιστεί. Και αυτό γιατί εντός του ευρώ κάθε έλλειμμα, τόσο του εξωτερικού ισοζυγίου όσο και του γενικού κράτους, μετατρέπεται αυτόματα σε δανειακή ανάγκη που, για να ικανοποιηθεί, πρέπει η κυβέρνηση θέλοντας και μη να προσφύγει στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου με έκδοση ομολόγων.
Η ίδια η προσφυγή αυτή εκθέτει τη χώρα στις πιέσεις και τους εκβιασμούς των αγορών και των κερδοσκόπων, οι οποίοι συνεπικουρούμενοι από τους οίκους αξιολόγησης θα «βαθμολογούν» τις πολιτικές που ασκεί η χώρα ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Και αυτό σημαίνει ότι κάθε προσπάθεια επέκτασης της κοινωνικής πολιτικής του κράτους, κάθε προσπάθεια ενίσχυσης της εργασίας, κάθε προσπάθεια ειδικής φορολόγησης του μεγάλου κεφαλαίου και μάλιστα του χρηματιστικού θα «βαθμολογείται» πολύ άσχημα και έτσι θα περιορίζεται η δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές ή και θα αυξάνει ραγδαία το κόστος δανεισμού. Έτσι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η χώρα θα βρίσκεται σε νέα δίνη υπερχρέωσης με σκληρό μη ελέγξιμο νόμισμα.
Κάθε προσπάθεια να εθνικοποιηθούν οι κορυφές του τραπεζικού συστήματος με πρώτη την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είναι ιδιωτική πολυμετοχική Α.Ε. υπό τον άμεσο έλεγχο της Φρανκφούρτης (ΕΚΤ), θα δημιουργήσει τέτοιο ρήγμα με την ευρωζώνη που θα αναγκάσει τη χώρα να φύγει. Το ίδιο θα συμβεί και αν επιχειρηθεί να ξαναμπεί μπροστά η παραγωγική μηχανή της οικονομίας. Κάθε προσπάθεια επιλεκτικής ανταγωνιστικής προστασίας της εγχώριας παραγωγής, κάθε προνομιακή ενίσχυση του κράτους σε παραγωγικές επενδύσεις, κάθε κρατική επιχειρηματική παρέμβαση, κάθε διακρατική ή προγραμματική συμφωνία που θα επιχειρηθεί να συναφθεί προκειμένου να αναπτυχθούν συγκεκριμένοι τομείς και να εισαχθεί τεχνολογία παραγωγής θα εκλαμβάνονται ως παραβίαση της ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων εντός ευρωζώνης κι έτσι η χώρα θα αντιμετωπίζει τα αντίποινα του ευρωσυστήματος. Είναι ποτέ δυνατόν μια χώρα να αντέξει τέτοια αντίποινα χωρίς δικό της νόμισμα, δική της νομισματική, δημοσιονομική και πιστωτική πολιτική, χωρίς πλήρη ελευθερία αναπτυξιακής πολιτικής; Ούτε κατά διάνοια.
Επομένως, το να θεωρεί κάποιος ότι πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε περιθώριο μέσα στο ευρώ στην πραγματικότητα αρνείται κάθε δυνατότητα ελέγχου του χρέους και ανάκαμψης της οικονομίας. Δε γίνεται να απελευθερωθεί μια χώρα και ένας λαός από την κατοχή, αφήνοντας τις δυνάμεις κατοχής να καθορίζουν το παιχνίδι. Είναι τόσο απλά τα πράγματα και γι’ αυτό η μη αναγνώριση του χρέους με σκοπό τη διαγραφή του, αλλά και η έξοδος από το ευρώ με την επαναφορά εθνικού νομίσματος, είναι η μόνη δυνατή αφετηρία για την απαρχή μιας άλλης πορείας αυτού του τόπου, δύσκολης και επώδυνης, μεν - λες και τώρα ζούμε καλύτερα - αλλά για εμάς. Και αυτό δε συμβαίνει γιατί έτσι το λέμε, αλλά γιατί έτσι είναι από την ίδια τη φύση του προβλήματος.
Είναι ποτέ δυνατόν να προχωρήσει κανείς σε μη αναγνώριση του χρέους και σε έξοδο από το ευρώ, χωρίς να αναμορφώσει εκ βάθρων τον τρόπο άσκησης της εξουσίας; Χωρίς να σπάσει τα δεσμά που έχουν επιβληθεί στη χώρα; Χωρίς να ξεκινήσει έστω την αναμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων;

<Β>


Η ελληνική πραγματικότητα στη νέα εποχή

Η ίδια η εσωτερική διάλυση του παραδοσιακού κοινωνικού ιστού, η δραματική υποχώρηση και ο εκφυλισμός του συνδικαλισμού, η πλατύτατη εισαγωγή των εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων εδώ και δύο δεκαετίες, η διάδοση της αυταπασχόλησης, αλλά και των «απασχολήσιμων», οδήγησαν πλατύτατα στρώματα των εργαζομένων και του λαού να χάσουν την αίσθηση του συλλογικού και της οργανωμένης δράσης. Χάθηκε ακόμη και η έννοια του κοινού συμφέροντος, της κοινής αναφοράς, της κοινής διεκδίκησης τόσο στην εργασία όσο και στην κοινωνία, αλλά και στην πολιτική επίσης. Ο ίδιος ο λαός έγινε συστηματική προσπάθεια να αντικατασταθεί από τους εξατομικευμένους «ενεργούς πολίτες» των ποικίλων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
Ο λαός έχασε σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές και εθνικές του αναφορές, για να μετατραπεί σε ένα συνονθύλευμα «επιχειρηματιών», που στη συντριπτική τους πλειονότητα ζουν από την αγοραπωλησία της δουλειάς τους. Έτσι, στους περισσοτέρους μας κυριάρχησε η λογική τού «με κάποιο τρόπο θα τα βολέψω». Μάθαμε τη διαχείριση της μιζέριας μας με δανεικά και εξυπηρετήσεις από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Να βολευόμαστε με μια επίπλαστη ευημερία που χρωστάει στις τράπεζες και στα ρουσφέτια από την εξουσία. Μέτρο της προσωπικής αξιοπρέπειας και του φιλότιμου έγινε το λουσάτο αυτοκίνητο και η αρπαχτή μέσα σε μια γενικευμένη κατάσταση όπου βασιλεύει μια απίστευτη ρεμούλα και κερδοσκοπία. Αντί για τη δουλειά και τις απολαβές της, σύμφωνα με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, θεοποιήθηκαν τα κάθε λογής δοσίματα (επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, επιδόματα, δανεικά). Οικοδομήθηκε μια ολόκληρη κοινωνία, η οποία έμαθε να εκστασιάζεται με το εύκολο χρήμα, την ίδια ώρα που τα παιδιά της αρκούνταν σε δουλειές χωρίς μέλλον ή σε μέλλον χωρίς δουλειά. Ακόμη και η νέα γενιά εθίστηκε στην προσωπική εξάρτηση πρώτα από την οικογένεια και κατόπιν από τον εργοδότη και την εξουσία.
Πριν καταργηθούν τα κοινωνικά δικαιώματα στην πράξη, η ίδια η κοινωνία έμαθε να ζει χωρίς να διεκδικεί, χωρίς να κερδίζει, χωρίς να διασφαλίζει το παρόν και το μέλλον το δικό της και των γενιών που έρχονται. Έμαθε να ξεκινά από το τίποτε και έτσι αυτό που καταφέρνει ο καθένας μόνος του είναι το προσωπικό μέτρο της επιτυχίας και της ικανότητάς του. Όποιος δεν τα καταφέρνει είναι απλά αποτυχημένος. Η εξαθλίωση και η ανέχεια δεν ήταν πια εκδήλωση μιας βαθύτερης κοινωνικής αδικίας που πρέπει να παλέψουμε για να διορθωθεί, αλλά απόδειξη της προσωπικής αποτυχίας όποιου δεν τα κατάφερε να τα βολέψει!
Έτσι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας συνήθισαν να θεωρούν ως φυσιολογικό τρόπο ζωής την ανεργία, τη δουλειά του ποδαριού, την υποαπασχόληση, το μεροδούλι-μεροφάι, το υποτιμημένο μεροκάματο, τα δανεικά για να τα βγάλουν πέρα, την αυθαιρεσία του εργοδότη, τη διαφθορά του κράτους, το διαρκές κυνήγι του βιοπορισμού από το πρωί μέχρι το βράδι χωρίς κανενός είδους εξασφάλιση. Σ’ αυτό βέβαια συνέβαλε τα μέγιστα και η τρομακτική απαξίωση του συστήματος παιδείας, το οποίο κατάντησε να παράγει μαζικά αμόρφωτες, λειτουργικά αναλφάβητες και υποταχτικές γενιές νέων ανθρώπων, έτοιμες για την κρεατομηχανή της «ελεύθερης αγοράς».
Κάθε σκίρτημα της κοινωνίας και της νεολαίας, κάθε εκδήλωση αμφισβήτησης, αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή. Φυσική και πνευματική καταστολή. Από όλους, από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που συνέργησαν ομού στο να διδάξουν την κοινωνία μόνο πώς να υποχωρεί και να χάνει τις μάχες που δίνει. Όσο τα κόμματα εναλλαγής στην εξουσία οδηγούσαν ολόκληρη τη χώρα στη χρεωκοπία, στην ηθική και πολιτική εξαχρείωση, άλλο τόσο η αντιπολίτευση αντιμετώπιζε το λαό και ιδίως τους εργαζομένους με ιδεοληψίες και ιδεολογήματα. Άλλοι προσκολλημένοι σ’ έναν αισχρό λεβαντινοραγιαδισμό της νεοαποικιακής «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», ο οποίος όσο πιο άθλιος και ιδιοτελής αποδεικνυόταν στην πράξη τόσο περισσότερο εμφανιζόταν ως απαύγασμα του διεθνισμού και του κοσμοπολιτισμού. Άλλοι πάλι ασκούμενοι σε κλισέ καταγγελίες ενάντια στο «σύστημα», όπως κάνει κάθε τυπικό δείγμα παραθρησκευτικής οργάνωσης που αποζητά να προσελκύσει πιστούς.
Όλα αυτά έφτασαν στο τέλος τους. Η κοινωνία, με την αμέριστη βοήθεια και της αριστερής αντιπολίτευσης, αιφνιδιάστηκε από τη χρεωκοπία ολοκλήρου του τρόπου ζωής που βίωσε για δύο και πλέον δεκαετίες. Μπροστά στους πρωτοφανείς κινδύνους και τις απειλές που αντιμετωπίζει σήμερα, είναι υποχρεωμένη να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό της. Να ξεσκαρτάρει από όλα αυτά που την οδήγησαν στη σημερινή κατάντια. Να ξαναβρεί την αξιοπρέπεια και τις αρετές της. Να ανακαλύψει ξανά την κοινωνική αλληλεγγύη και τη συλλογική δράση. Να ξαναβρεί το κουράγιο και τα αποθέματα δύναμης για έναν αγώνα ισάξιο μ’ εκείνον που έδωσαν οι παππούδες μας ενάντια στους ναζί καταχτητές. Να ξεπεράσει τον κατακερματισμό, την απομόνωση και το φόβο που οδηγεί στην απελπισία.
Οι αμέσως επόμενοι μήνες θα αποδειχτούν ιδιαίτερα σκληροί για την εργαζόμενη κοινωνία και τη χώρα συνολικά. Οι δραματικές επιπτώσεις της επίσημης ελεγχόμενης πτώχευσης θα χτυπήσουν όλα σχεδόν τα λαϊκά νοικοκυριά. Η ανέχεια και η απόλυτη φτώχια θα γίνει μόνιμος τρόπος διαβίωσης για την πλειονότητα του λαού. Με την ανεργία να θερίζει σε πρωτοφανή επίπεδα, η προσωπική επιβίωση του λαϊκού νοικοκυριού, κυρίως της εργαζόμενης νεολαίας και των ανέργων, θα αναδειχθεί σε κορυφαίο ζήτημα της περιόδου. Με άλλα λόγια, τους αμέσως επόμενους μήνες είναι σίγουρο ότι η ελληνική κοινωνία θα κληθεί να δώσει τη δική της σύγχρονη «μάχη του επισιτισμού», όπως με ιστορικές αναλογίες έδωσαν οι γενιές του πολέμου τον πρώτο χρόνο της κατοχής όταν ξέσπασε η μεγάλη πείνα.
Ο τρόπος που θα οργανωθεί από τη μεριά του λαού και θα διεξαχθεί αυτή η σύγχρονη «μάχη του επισιτισμού» θα κρίνει αποφασιστικά το αν θα μπορέσει να υπάρξει ένα πλειοψηφικό παλλαϊκό κίνημα για να ανατρέψει την καταστροφική πορεία. Κι αυτή η «μάχη του επισιτισμού» δε θα δοθεί απλά με οργάνωση συσσιτίων όπως την εποχή της κατοχής. Έχει πολύ υψηλότερες απαιτήσεις οργάνωσης και δράσης.
Όπως κι αν γίνει η ανατροπή, το κίνημα αυτό οφείλει να αναδείξει μια μεταβατικού τύπου προσωρινή διακυβέρνηση της χώρας, η οποία θα εδράζεται όχι μόνο στο Κοινοβούλιο, αλλά και απευθείας στον οργανωμένο λαό, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί την ομαλή μετάβαση σε μια νέα δημοκρατική έννομη τάξη.
Η διακυβέρνηση αυτή θα μπορούσε να κινηθεί σε 7 μίνιμουμ άξονες:
* Στην καταγγελία όλων των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει το υπάρχον πολιτικό σύστημα στο όνομα του λαού και έχουν καταστρατηγήσει κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας.
* Στην καταγγελία του χρέους ως παράνομου, ειδεχθούς, τοκογλυφικού, απόλυτα καταχρηστικού και επομένως να προχωρήσει στο άμεσο σταμάτημα της εξυπηρέτησής του.
* Στην έξοδο της χώρας από τη μέγγενη της ΟΝΕ, ώστε με όπλο το εθνικό νόμισμα να θωρακίσει την οικονομία απέναντι σε πιέσεις, απειλές και επιθέσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
* Σε μια ταχύτατη ανάταξη του Δημοσίου, των εισοδημάτων και των δικαιωμάτων στην εργασία ώστε να υπάρξει μια δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας πρώτα και κύρια στην πρωτογενή παραγωγή, αλλά και ευρύτερα.
* Στην απόδοση δικαιοσύνης μετά από ενδελεχή έρευνα, χωρίς στεγανά και απόρρητα, ολόκληρης της δημοσιονομικής διαχείρισης, σε όλους εκείνους που συνέβαλαν στη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και στη χρεωκοπία της χώρας.
* Στην προκήρυξη εκλογών για την άμεση σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης με ενιαίο μέτρο και ευρύτατη λαϊκή αντιπροσώπευση, η οποία θα έχει μοναδικό αντικείμενο τη σύνταξη και ψήφιση νέο δημοκρατικού θεμελιώδους νόμου του κράτους, δηλαδή νέου Συντάγματος.
* Από τη στιγμή που θα ψηφιστεί το νέο Σύνταγμα, η Συντακτική Συνέλευση θα διαλυθεί και θα προκηρυχθούν νέες εκλογές για τη διακυβέρνηση της χώρας με βάση τους νέους συνταγματικούς κανόνες.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση