iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
ΚΟΥΡΕΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΟΥΡΑΝΑΚΗΣ - ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ

Ο... τελευταίος μπαρμπέρης που περιποιείται την Ιεράπετρα


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Το παλιό γραφικό και αγαπημένο μπαρμπέρικο τείνει να εξαφανιστεί από την κοινωνία της Ιεράπετρας, δίνοντας τη θέση  του στο σύγχρονο κουρείο ή κομμωτήριο για άντρες.

Ο τελευταίος της παλιάς σειράς των μπαρμπέρηδων που έχει απομείνει είναι ο 70χρονος κ. Γιάννης Κιουρανάκης, που συνεχίζει να περιποιείται καθημερινά τους φανατικούς πελάτες του στο μικροσκοπικό μπαρμπέρικο, το οποίο διατηρεί 55 ολόκληρα χρόνια στο κέντρο της Γρα Λυγιάς.

«Εδώ, σ' αυτό το μικρό μπαρμπέρικο που άνοιξα το 1962 σε ηλικία 15 χρονών, έχω κουρέψει όλη την Ιεράπετρα, τη Γρα Λυγιά, τον Ξηρόκαμπο και χιλιάδες διερχόμενους που περνούσαν από το χωριό μου με κατεύθυνση προς τη Βιάννο.

Εδώ μέσα σε αυτό το ίδιο δωμάτιο, που αργότερα έκαμα το μπαρμπέρικο, με γέννησε η μάνα μου πριν από 70 χρόνια», μας λέει ο ευγενικός και πολυαγαπημένος μπαρμπέρης της Γρα Λυγιάς, έχοντας ξεπεράσει την έκπληξη του από την επίσκεψη που του κάναμε τη στιγμή του διαλείμματος του, διαβάζοντας την εφημερίδα «Νέα Κρήτη», της οποίας είναι φανατικός καθημερινός αναγνώστης.

Οι παλιοί μπαρμπέρηδες της Ιεράπετρας, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν φύγει από τη ζωή, αποτελούσαν σπουδαίες μορφές που ξεχώριζαν με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα τους. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τον Γιώργο Φρονιμάκη, τον Γ. Ασπραδάκη, τον Σπύρο Χρυσοφάκη (Πίπη), τον Λάμπη Αρετίνη, τον Ηλία Αγαπουλάκη, τον Γιώργο Ψιλλάκη, τον Νίκο Σετάκη, τον Στέλιο Τσιχλάκη και άλλους πολλούς.

«Εμένα με έμαθε να κουρεύω και να ξυρίζω ο Λάμπης Αρετίνης που είχε μπαρμπέρικο στη Γρα Λυγιά.

Ήμουν 12 χρονών, όταν  μια μέρα με φώναξε ο πατέρας μου και μου ζήτησε να κάτσω στο μπαρμπέρικο του Λάμπη Αρετίνη να το προσέχω γιατί εκείνος είχε να πάει στο μποστάνι, να μαζέψει τα κολοκύθια που καλλιεργούσε. Έτσι ξεκίνησα να πηγαίνω κάθε μέρα στο μπαρμπέρικο, όπου περίμενα να τελειώσει το κούρεμα και το ξύρισμα, ο Λάμπης,  για να ξεσκονίσω με τη βούρτσα τον πελάτη, παίρνοντας και το μικρό πουρμπουάρ . Έβγαζα τότε  πάνω από 20 δραχμές την εβδομάδα.

Μια μέρα που ήμουν μόνος στο μπαρμπέρικο, ήρθε ένας βοσκός που τον έλεγαν Βασιλαντώνη. Βιαζόταν να κουρευτεί και να ξυριστεί για να γυρίσει στο κοπάδι του. Ο Λάμπης Αρετίνης έλειπε και έτσι πήρα την πρωτοβουλία να τον κουρέψω και να τον ξυρίσω με την ψιλή μηχανή. Του έκαμα φαίνεται καλή δουλειά γιατί μου έστειλε μετά έναν άλλο βοσκό. Μάθανε και τα γεροντάκια του χωριού ότι τα καταφέρνω και η πελατεία σιγά - σιγά μεγάλωσε. Δεκατριών χρονών ήξερα τα πάντα και ο πατέρας μου, μου αγόρασε την πρώτη μου κουρευτική μηχανή και ξυράφια για το ξύρισμα.

Δεκαπέντε χρονών άνοιξα σε αυτό το ίδιο μαγαζί το δικό μου μπαρμπέρικο», θυμάται ο κ Γιάννης  Κιουρανάκης.

Την εποχή εκείνη ήταν σπουδαίο πράγμα να ακούσεις, ως νέος στο επάγγελμα, έναν καλό λόγο από τους παλαιότερους μπαρμπέρηδες.

«Πήγαινα στον Σπύρο Χρυσοφάκη και στον Ηλία Αγαπουλάκη και μου ακόνιζαν τα ψαλίδια, τα ξυράφια, τις μηχανές γιατί τα πρώτα χρόνια δεν ήξερα να τα φτιάχνω μόνος μου. Ο Σπύρος Χρυσοφάκης με είδε μια μέρα να κουρεύω και μου είπε ότι είμαι μεγάλο ταλέντο. Αυτό ήταν το δίπλωμα μου. Δεν ήθελα τίποτε άλλο. Αρκούσε η γνώμη του Πίπη», προσθέτει ο Γιάννης Κιουρανάκης.

«Έχοντας επιλέξει να μείνω στη Γρα Λυγιά, έπρεπε να βρω κάτι να κάνω από το πρωί μέχρι το απόγευμα που ο κόσμος ήταν στα χωράφια και στα θερμοκήπια. Επέλεξα να  καλλιεργήσω 3 στρέμματα θερμοκήπιο από το οποίο συμπλήρωνα το εισόδημα μου», αναφέρει, ενώ χαμογελά με ευχαρίστηση στην ερώτηση για το ποια ήταν η κοινωνική προσφορά του κουρέα στις μικρές κοινωνίες της εποχής εκείνης.

«Όση ώρα ο πελάτης καθόταν στην καρέκλα του κουρέα ή του μπαρμπέρη γινόταν συζήτηση για όλα τα θέματα.

Εγώ απέφευγα να ανοίγω πολιτικές συζητήσεις. Με ρωτούσαν όμως πολλές φορές για τα κορίτσια και τα αγόρια της εποχής εκείνης, που ήταν σε ηλικία γάμου.

Οι γονείς ήθελαν να ξέρουν τι μέρος του λόγου ήταν ο λεγάμενος με τον οποίο τα "έπαιζε" η κόρη τους και  η  λεγάμενη με την οποία τα "έπαιζε" ο γιός τους αντίστοιχα. Είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στη γνώμη του μπαρμπέρη γιατί εκείνος υποτίθεται ότι γνώριζε τα πάντα στον κοινωνικό περίγυρο του καθενός», μας λέει ο κ. Γιάννης Κιουρανάκης.

Το παράπονο του 70χρονου είναι ότι έχει φτάσει 70 χρονών και δεν έχει καταφέρει να βρει κανένα νέο παιδί να του μάθει την τέχνη, για να του αφήσει την επιχείρηση όταν πια δεν θα μπορεί να στέκει στα πόδια του.


Πού «γεννήθηκε» το επάγγελμα του κουρέα - μπαρμπέρη;                       

Το επάγγελμα του κουρέα-μπαρμπέρη είναι ένα αρχαίο επάγγελμα, που ξεκίνησε στην Αίγυπτο και από τότε μεταδόθηκε ραγδαία. Εξελίχθηκε πάρα πολύ και οι πρακτικές που ακολουθήσε μέσα στο χρόνο, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Φαλτσέτες και αιχμηρές πέτρες έχουν βρεθεί σε ανασκαφές στην Αίγυπτο και χρονολογούνται γύρω στο 3.500 π.Χ. Οι μπαρμπέρηδες στην αρχαία Αίγυπτο ήταν άνθρωποι που ξεχώριζαν και προκαλούσαν τον σεβασμό.

Η τέχνη αυτή μεταδόθηκε και στην αρχαία Ελλάδα. Γύρω στον 5ο αιώνα, στη μόδα της εποχής, ήταν τα κυματιστά μαλλιά και τα πλούσια περιποιημένα γένια. Την περιποίηση αναλάμβανε ο μπαρμπέρης, ο οποίος κούρευε, χτένιζε και φρόντιζε την κόμη του άντρα με λοσιόν και κερί μέλισσας.

Η τέχνη αυτή εξελίχθηκε σε σημαντικό επάγγελμα εκείνη την εποχή, αφού τότε δημιουργήθηκαν τα πρώτα μπαρμπέρικα και έγιναν σημεία συνάντησης, όπου εκεί συζητούσαν και φιλοσοφούσαν οι άντρες. Τα σημεία αυτά ήταν εξίσου σημαντικά με την Αγορά, το κοινό μέρος της κοινωνικής συναναστροφής. Η τέχνη δεν άργησε να μεταδοθεί και στην Ρώμη, όπου ενώ μέχρι τότε οι Ρωμαίοι είχαν μακριά μαλλιά και γένια, η ελληνική επιρροή έφερε στην μόδα τους κουρείς. Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στην Ρώμη, δημιουργήθηκαν σημεία συγκέντρωσης για τους άντρες, και την περιποίηση τους αναλάμβαναν οι μπαρμπέρηδες.

Το ξύρισμα γινόταν μόνο με νερό, ενώ  η φαλτσέτα ήταν από μπρούτζο και ακονιζόταν με πέτρες. Εκτός από το κούρεμα, οι κουρείς πρόσφεραν και άλλες υπηρεσίες όπως μανικιούρ, πεντικιούρ, αρωματισμό με αιθέρια έλαια καθώς και αφαίρεση δοντιών.

Ρεπορτάζ: Νίκος Πετάσης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση