iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018
ΤΙΜΟΝΙ ΟΔΗΓΗΣΗ

Ηλίας Μπορμπουδάκης: Από τα... 5 του πίσω από το τιμόνι


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Είναι οδηγός φορτηγού... από 5 ετών. Σήμερα ο κυρ-Ηλίας είναι 46 ετών. Βγαίνει στο μεροκάματο από το 1993 στις 5 κάθε πρωί. Δουλεύει ατέλειωτες ώρες πίσω από το τιμόνι ενός φορτηγού. Χάνει τις μικρές και μεγάλες στιγμές των παιδιών του στο σπίτι, στο σχολείο, στη βόλτα, στη γειτονιά... Καταφέρνει με δυσκολία να απολαύσει γιορτές κι αργίες μαζί τους κι όμως επιμένει...

«Δε θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Ήμουν 5 χρονών όταν κατάλαβα ότι με ενδιέφεραν οι μηχανές, οι δυνατοί ήχοι, τα μεγάλα αυτοκίνητα. Διάλεξα νωρίς το επάγγελμα που πάει με το χαρακτήρα μου. Τα μάτια μου είναι γεμάτα εικόνες και κρητικά χρώματα... Μιλάω γι' αυτές κι αναπνέω τον αέρα κάθε περιοχής. Κρίμα που σήμερα το όνειρό μου συγκρούεται με μια δύσκολη πραγματικότητα: Αναγκάζομαι να κάνω γενναίες περικοπές και δεν μπορώ να προσφέρω ακριβώς αυτά που θέλω για τα παιδιά μου».

Συνειδητοποιημένος από την ηλικία των 5 ετών ο Ηλίας Μπορμπουδάκης, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, επιλέγει να ασχοληθεί με τα μεγάλα μηχανήματα. Φορτηγά, τσάπες και μπουλντόζες τον συνεπαίρνουν, ο ήχος της μηχανής τους τον μαγεύει και δεν άλλαξε γνώμη μέχρι που μεγάλωσε, επέστρεψε από το στρατό και ξεκίνησε την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Ιδιοκτήτης φορτηγού σήμερα, δίνει τον αγώνα του σε δύσκολες οικονομικά συνθήκες, αφήνει το όνειρο να συγκρουστεί με την καθημερινότητά του, μας ανοίγει την πόρτα της ζωής του, μας κάνει κοινωνούς των ανησυχιών και των δυσκολιών του, μας σεργιανά στα σοκάκια του χωριού του όπου έκανε τις σκανταλιές του, στους δρόμους της Κρήτης και μας γνωρίζει την οικογένειά του: τη σύζυγό του, που "επιμένει" δίπλα του και τον στηρίζει στις καλές και κακές στιγμές, και τους γιους του με το φλογερό ταπεραμέντο της ηλικίας και της εποχής.

«Ήμουν 5 χρονών», θυμάται. «Έβλεπα τα μεγάλα μηχανήματα με θαυμασμό για τη δύναμή τους. Ένας συγχωριανός μου, που συχνά με έκανε βόλτα με μια τσάπα και είχα δει πώς δούλευε, κάποια μέρα τη σταμάτησε δίπλα από το σπίτι μας. Ανέβηκα πάνω χωρίς δεύτερη σκέψη, έβαλα μπρος τη μηχανή κι έδινα με τη χούφτα κουτουλιές σ' έναν τοίχο. Ο ιδιοκτήτης, όμως, του μηχανήματος φαίνεται πως κάτι ξέχασε κι επέστρεψε. Μ' έπιασε στα πράσα και έφαγα το ξύλο της ζωής μου».

Το ρολόι χτυπά γι' αυτόν κάθε πρωί και τις 365 ημέρες του χρόνου την ίδια ώρα, κι αν σκοντάψει πάνω σε καμιά αργία ή μεγάλη "σχόλη", τον ξυπνά εκείνο το άλλο, το βιολογικό. Πορεύεται παρέα με την ανατολή του ήλιου, το μοναδικό άρωμα του πρωινού, το ξύπνημα της πόλης...

Καλημερίζει καπεταναίους και εργάτες στο λιμάνι του Ηρακλείου, φορτοεκφορτώνει, δένει το φορτίο του στον τράκτορα και "κλείνει το μάτι" σε δρόμο και χιλιόμετρα.

Ηράκλειο, Τυμπάκι, Ρέθυμνο, Χανιά και το ανάποδο, Ιεράπετρα κι άντε πάλι από την αρχή. Παλαιότερα Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο...

Η δουλειά σκληρή, επίπονη, που απαιτεί προσοχή. Ο δρόμος επικίνδυνος, οι οδηγοί απρόσεκτοι, και τα μάτια ανοικτά κάθε δευτερόλεπτο. Κηπευτικά, γαλακτοκομικά, είδη σούπερ-μάρκετ και πρώτες ύλες για την κατασκευή βιοτεχνικών προϊόντων πάνε κι έρχονται από και προς το νησί.

«Μόνο το μεροκάματο έχει μια κατεύθυνση», χαριτολογεί: Βρίσκεται συνεχώς σε καθοδική πορεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με σταθερά αμετάβλητες, όμως, τις ανάγκες της οικογένειας, της συντήρησης του φορτηγού, των πληρωμών προς το Δημόσιο και των λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων...


700 χλμ. την ημέρα!

Τέσσερεις γιοι, ηλικιακά από το Δημοτικό μέχρι το Πολυτεχνείο, μια γυναίκα και 700 κοντά χιλιόμετρα την ημέρα είναι τα ζητούμενα της ζωής του. «Οι ανάγκες ιεραρχήθηκαν, οι υπερβολές τελείωσαν, τα σχέδια της ζωής μας αναπροσαρμόστηκαν, το επιχειρηματικό "γίγνεσθαι" τού χθες άλλαξε άρδην, και σήμερα διαπιστώνεις πως θα ήταν καλύτερα να είσαι υπάλληλος παρά επιχειρηματίας», επισημαίνει. Γυρίζει αναπόφευκτα το χρόνο πίσω στα δικά του παιδικά κι εφηβικά χρόνια. "Βουτά" στις θύμησες. Συγκρίνει το τι είχε, το τι του πρόσφεραν, το τι θέλει ο ίδιος να δώσει, και "κολλά" στην πραγματικότητα των μνημονίων, στη χρόνια στρεβλή φορολογική πολιτική...

«Πάντα από την ανάποδη ξεκινούσαν ό,τι κι αν έκαναν. Ο καθένας έκανε τα δικά του και πάντα κινούνταν στα άκρα. Καμία σταθερότητα, σιγουριά για το σήμερα και το αύριο, μόνο ό,τι βόλευε "πολιτικά"», λέει...

Θυμάται την περίοδο με την αποκοπή φόρου για τον κλάδο του και τη συγκρίνει με τη σημερινή φορολαίλαπα. Φτάνει μέχρι το σημείο να λέει πως δεν ξέρει αν τελικά αξίζει να αφήσει σε ένα από τα παιδιά του την επιχείρηση, καθώς οι παρούσες συνθήκες είναι αποτρεπτικές.

Είναι ο ίδιος που ήθελε από 5 χρονών να γίνει φορτηγατζής, που κατάφερε να αποκτήσει δικό του επικαθήμερνο, αλλά σήμερα σκέφτεται αν θα ήταν καλύτερο να είναι απλά ένας εργαζόμενος με μεροκάματο δίχως άλλες υποχρεώσεις...

Δυσφορεί, γκρινιάζει, προκαλεί εκνευρισμό γύρω του ενίοτε, εξαιτίας της πίεσης της δουλειάς, των παραπάνω, και επιχειρεί - άλλοτε επιτυχώς κι άλλοτε όχι - να απαλύνει τον πόνο για τις περικοπές στις οποίες προχώρησε με τη σύζυγό του και τους αφορούν όλους.


Στα πρώτα του βήματα

Παιδί αμούστακο ακόμα, ο κυρ-Ηλίας μπήκε στο μεροκάματο. Η ανάγκη, η εφηβική ανησυχία και το εκρηκτικό ταπεραμέντο του τον έφεραν εργάτη γης στα αμπέλια του χωριού του, στα θερμοκήπια, ακολούθως κι εναλλακτικά στις οικοδομές, μέχρι που πήγε στο στρατό. «Ήμουν 11 με 12 χρονών όταν πήραμε μαζί με φίλους μια μπουλντόζα και μπήκαμε σε ένα αμπέλι», θυμάται. «Εννοείται ότι το καταστρέψαμε στην προσπάθειά μας να μάθουμε να την οδηγάμε. Δεν μπορούσε κανείς να ανακόψει τη ζωηράδα μας. Κι όμως, να που η ίδια η ζωή κατάφερε να μας συμφιλιώσει με μια πραγματικότητα που δεν αποδεχόμαστε, αλλά ανεχόμαστε, γιατί κάποιοι περιμένουν από μας».

Στο στρατό βρίσκει πρόσκαιρο έδαφος για να κάνει και τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα. Άρματα και φορτηγά τον περιμένουν να τ' ακούσει, να τα ακουμπήσει, να τα λύσει, να τα δέσει, να τα χειριστεί, να τα οδηγήσει... Στο στρατό παίρνει και το επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης, το οποίο επεκτείνει μετά το τέλος της θητείας του.

Το κομπόδεμα, δικό του και της οικογένειας, στηρίζει την απόφασή του να αγοράσει το φορτηγό του. Προκομμένος ο ίδιος, ξετρέχει το μεροκάματο και θυμάται πως στις "καλές" τις μέρες έκανε και μια εβδομάδα να τον δει το σπίτι του. Δούλευε να ξεχρεώσει, να πάρει τα πάνω του... Μοναδικός σύντροφός του ο δρόμος: το κρεβάτι του στην καμπίνα του τράκτορα.

Η ζωή του μπαίνει σε μια σειρά, με τη δεκαετία 1993-2003 να είναι η καλύτερη από πλευράς δουλειάς, χρημάτων κι ευκαιριών. Είναι η δεκαετία που φτιάχνει και το σπιτικό του με την κυρία Ελένη. Τον ακολουθεί, αποδεχόμενη τις δυσκολίες που με τη ματιά της ερωτευμένης γυναίκας δεν έβλεπε. Πέντε άνδρες μέσα σε ένα σπίτι με μία γυναίκα, μάνα και σύζυγο, δεν είναι άλλωστε και η ευκολότερη υπόθεση.

Από το 2003 και μετά οι αλλαγές που ακολουθούν αλλάζουν πολλά στο χάρτη των μεταφορών, καθώς η νομοθεσία και η άνοδος στην τιμή του πετρελαίου αναγκάζουν πολλούς συναδέλφους του, ιδιοκτήτες επικαθήμενων, να αναζητήσουν συνεργασίες με εταιρείες για να παραμείνουν στο χώρο. Πολλοί ήταν κι εκείνοι που αποφάσισαν την ίδια περίοδο να φύγουν από το επάγγελμα, γνωρίζοντας ότι η αξία της άδειας θα τους κάλυπτε για το υπόλοιπο της ζωής τους. Εκείνοι που έμειναν βίωναν τις επώδυνες αλλαγές.


«Το μεροκάματο φεύγει σε καύσιμα, φόρους και φθορές»

«Όταν κάνεις ένα δρομολόγιο για 300 ευρώ, τα μισά τα δίνεις στα καύσιμα και τα υπόλοιπα τα μοιράζεις μεταξύ μεροκάματου, εισφορών, φθορών και αυξήσεων των ανταλλακτικών, τότε το μόνο που μένει είναι να περιορίσεις όσο περισσότερο μπορείς τα έξοδα στο σπίτι - τα προσωπικά σου τα θυσιάζεις, ενώ για κουμπαρά ούτε να το συζητάμε», επισημαίνει ενδεικτικά.

Το 2017 εξακολουθεί να βρίσκει τον ίδιο και τους συναδέλφους του "τραυματισμένους" οικονομικά κι επαγγελματικά, "όμηρους" σε μια αγορά που οι στρεβλώσεις της δεν μπορούν εύκολα να διορθωθούν.

Επιχειρηματίας κι εργαζόμενος μαζί, αναρωτιέται αν είναι τελικά σοφό εκείνος να βάζει το κλειδί στο φορτηγό ή αν θα έπρεπε να είναι υπάλληλος, με τη διαφορά ότι για την ηλικία του κάτι τέτοιο δεν "ενδείκνυται". «...Προτιμούν τους νέους κι ωραίους. Εκείνους που θα δεχτούν τα 1.000 ευρώ μισθό, για 30 μέρες το μήνα, και ωράρια που σκοτώνουν την εργασιομανία», λέει...

Την καρδιά και το μυαλό του, ωστόσο, απασχολεί η έλλειψη της καθημερινότητας των αγοριών του: η παρέα τους και οι κοινές δραστηριότητες πατέρα και γιων, καθώς όλοι τους ακολουθούν το δικό τους πρόγραμμα - σχολείο, εξωσχολικά, δουλειά...

Ρεπορτάζ: Αγγέλα Δουλγεράκη

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση