iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017
ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ

Ψαραντώνης: «Αυτή είναι η κραυγή των θεών της Κρήτης»


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Θα περίμενε κανείς μια διαφορετική, πιο πληθωρική ιδιοσυγκρασία από έναν άνθρωπο που προσκαλούν σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού και τον προλογίζουν ως την «κραυγή των θεών».

«Τον Τζίμι Χέντριξ της ελληνικής λύρας» όπως τον περιγράφει το World Music Institute. Τον άνθρωπο που ο φίλος του Νικ Κέιβ καλεί να παίξει μαζί του και ισχυρίζεται ότι τον ακούει στο σπίτι του. Και όμως, ο ίδιος, όταν δεν βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο, μοιάζει περισσότερο με ψάρι έξω από το νερό.

Τον συνάντησα στα πεταχτά σε ένα μουσικό στούντιο στην Αγία Παρασκευή ανάμεσα στις πρόβες για τη μεγάλη συναυλία που ετοιμάζεται να δώσει παρέα με τους φίλους του στο κλειστό του Tae Kwon Do, στο Φάληρο.

Στα διαλείμματα περπατά νευρικά πέρα-δώθε με τα χέρια στις τσέπες ή απλώς κάθεται, παίζει με το κομπολόι του και ακούει τους άλλους που ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της βραδιάς. Πετά πού και πού κάποια κουβέντα ή κάποιο αστείο, παινεύει τους μουσικούς για τη δεξιοτεχνία τους, μα την περισσότερη ώρα παραμένει σιωπηλός και το βλέμμα του χάνεται· κάπου ταξιδεύει.

Όταν, όμως, τον φωνάζουν πίσω στο στούντιο για να προβάρει τα κομμάτια του, αυτή η ασκητική φιγούρα με τα μακριά γκρίζα μαλλιά και τα πυκνά γένια μεταμορφώνεται στο αγρίμι από την Κρήτη που μάθαμε από τις συναυλίες του. Είναι λες και τρέφεται από την ίδια τη μουσική.

Στις πρώτες νότες παίρνει ζωή και όλα μοιάζουν να βγάζουν νόημα για κείνον. Κλείνει τα μάτια, στρέφει το κεφάλι στο πλάι και από κάπου βαθιά μέσα του αναδύεται αυτός ο τόσο ιδιαίτερος και σχεδόν πρωτόγονος λυγμός του, παλιός όσο κι ο κόσμος.

«Πού πάω όταν κλείνω τα μάτια;» επαναλαμβάνει σαν να μην άκουσε καλά την ερώτησή μου. «Πας εκεί που θες, σε μέρη». Και είναι μάλλον έτσι. Όταν τραγουδάει, χάνεται, κλείνεται σ' έναν δικό του κόσμο. Κανείς από τους μουσικούς που τον συνοδεύουν στην πρόβα δεν ρωτά πώς ακριβώς θέλει να πει το τραγούδι ή τι θα κάνει μετά. «Απλώς ακολουθούμε τον Ψαραντώνη» λέει ο μαέστρος και όλοι τους νεύουν καταφατικά το κεφάλι σαν να καταλαβαίνουν.

Ο μικρότερος αδερφός του Νίκου Ξυλούρη γεννήθηκε το 1942 στα Ανώγεια της Κρήτης και έμαθε να παίζει λύρα από πολύ μικρός. Σε ηλικία 13 ετών έπαιξε για πρώτη φορά σε γιορτή.

«Στο χωριό παίζαμε τη λύρα. Κάποιος που ετοιμαζόταν να γίνει γαμπρός μάς είχε ακούσει, του άρεσε ο σκοπός και μου ζήτησε να πάω να παίξω στον γάμο του. Νόμιζα πως κάμει καλαμπούρι. Του απάντησα "άμα το λες αλήθεια, άμε να το πεις στον μπαμπά μου". Του το είπε, αυτός πείστηκε και πήγαμε. Παίζαμε όλη τη νύχτα. Εκεί ήταν μια παρέα από τις Κορφές και μας ζήτησε να πάμε σε μια βάφτιση. Και πήγαμε και εκεί. Και κάτσαμε μια βδομάδα και γλεντούσαμε κάθε βράδυ. Ωραία χρόνια, παιδί μου».

Ο Ψαραντώνης έβγαλε το πρώτο του 45άρι το μακρινό 1964. Κι όμως, παρότι τραγουδάει και παίζει λύρα 60 χρόνια τώρα, είναι οι νέοι που τρέχουν να τον δουν όπου κι αν εμφανίζεται. Ο ίδιος έχει την εξήγηση γι' αυτό το παράδοξο φαινόμενο.

«Τα νέα παιδιά με ακούν, προσανατολίζονται και μαθαίνουν από πού είναι. Μαθαίνουν την παράδοση που είναι πάντα παρούσα».

Και αυτή είναι και η συμβουλή του προς τους νέους μουσικούς αλλά και τα εκατοντάδες παιδιά που, όπως λέει, παίζουν σήμερα λύρα.

«Όταν με ρωτούν, τους λέω να αγαπούν την παράδοση γιατί εκεί είναι η τέχνη, η ρίζα του κάθε λαού. Μπορεί να τη χτυπούν, αλλά αυτή θα αντιστέκεται. Αυτά που μας φέρνουν απ' έξω δεν κρατούν πολύ καιρό. Η παράδοση κρατάει για πάντα. Χωρίς ρίζα, δεν υπάρχει ούτε φύλλο ούτε καρπός. Η παράδοση είναι η τέχνη του λαού, η πίστη του». «Και σεις πού πιστεύετε;» τον ρωτάω αντανακλαστικά.

«Στη φύση πιστεύω» μου απαντά με σιγουριά και προσθέτει: «Η φύση, παιδί μου, είναι ο Θεός μας. Ο παλμός, ο ρυθμός της, τα στολίζει όλα. Χωρίς παλμό και ρυθμό δεν υπάρχει μουσική. Ούτε δέντρο υπάρχει χωρίς την εργασία της φύσης. Παλμός κανονικός. Αυτό είναι η μουσική. Το κύμα, ο αέρας. Άμα δεν υπάρχει παλμός, δεν υπάρχει ούτε θάλασσα ούτε τίποτα. Όλα γίνονται με τον παλμό».

Κάποια στιγμή ήρθε στο στούντιο και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου για να κάνουν πρόβα τα κομμάτια που θα πουν μαζί. Ένα από αυτά είναι το «Ήτανε μια φορά» του Νίκου Ξυλούρη. Παρότι έχουν περάσει 37 χρόνια από τον θάνατό του, το πρόσωπο του Ψαραντώνη φωτίζεται κάθε φορά που μιλάει για τον αδερφό του. Αυτού του είδους τα τραύματα δεν επουλώνονται ποτέ.

«Δεν ξεχνιέται ο Νίκος. Λείπει σε όλη την Ελλάδα. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο σωστός και ωραίος ήτανε. Αστείος, καλή παρέα. Αφού τον έλεγε η Καρέζη "αρχάγγελο". Ήταν και αρχάγγελος, δεν ήταν;».

Σε όλα τα φεστιβάλ του εξωτερικού εμένα παίρνουν. Πήγα στη Συνάντηση των Πέντε Ηπείρων, ανέβηκα επάνω, έπαιξα ένα κομμάτι και γίνηκε βουή. Και λέει ο παρουσιαστής "αυτή είναι η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας".

Άλλωστε, με τη λύρα του Νίκου έμαθε να πρωτοπαίζει. «Όταν ήταν στο δημοτικό σχολειό ήθελε λύρα και του πήρε ο πατέρας μου. Εγώ ήμουν πέντε χρονών. Σιγά-σιγά, ακούγοντας τους άλλους, τους μεγαλύτερους, μαθαίναμε κι εμείς. Κάποια στιγμή έπιασα τη λύρα του κι έπαιξα έναν σκοπό. Ήρθε ο Νίκος από πάνω, στο δωμάτιο, αλλά δεν με ενόχλησε. Στάθηκε πίσω από την πόρτα και με άκουγε. Κάποια στιγμή την άνοιξε σιγά-σιγά, εγώ πήγα ν' αφήσω τη λύρα στο κρεβάτι και ρώτησε "τι είναι αυτό που παίζεις; Ωραίο ήχο βγάνει". Έπειτα μου είπε: "Εδώ στο κρεβάτι θα κάθεσαι άμα πιάνεις τη λύρα, να μη μου κάνεις και ζημιά. Γιατί βγάζεις καλό ήχο"».

Όπου και αν πηγαίνει στο εξωτερικό, ο κόσμος σπεύδει να τον ακούσει κι ας μην καταλαβαίνει τι λένε οι στίχοι των τραγουδιών του, αν μιλούν για τον έρωτα, την αγάπη ή την ομορφιά της φύσης.

«Δεν έχει σημασία που δεν ξέρουν τα λόγια. Ακούν τον ήχο. Βλέπουν την έκφραση, την ωραία εικόνα. Οι ξένοι μουσικοί με καλούν στο δωμάτιο να παίξουμε μαζί. Μπαίνει η λύρα και να δεις πώς κάνουν. Πήραν συνήθειο και μου τη φιλούν όταν παίζω. Του Θεού το όργανο».

Η ελληνική παράδοση και η ιστορία της Aρχαίας Ελλάδας μπλέκεται συχνά στα λόγια του Ψαραντώνη και αυτό είναι που φαίνεται να τον ενοχλεί περισσότερο, πως στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε καλά την Ιστορία μας. Τουλάχιστον όχι όσο οι ξένοι.

«Σε όλα τα φεστιβάλ του εξωτερικού εμένα παίρνουν. Πήγα στη Συνάντηση των Πέντε Ηπείρων, ανέβηκα επάνω, έπαιξα ένα κομμάτι και γίνηκε βουή. Και λέει ο παρουσιαστής "αυτή είναι η τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας". Αυτή είναι η κραυγή της Κρήτης, του νησιού των θεών που όλος ο κόσμος έχει να κάμει. Που από κει ξεκίνησαν όλα. Που η ανθρωπότητα πήγε σε καλύβες. Μινωίτες, Έλληνες είχαν στόλο, μουσική, θέατρο. Μόνο εμείς. Γιατί δεν τα λένε; Έφυγαν με τα καράβια τους από δω, από την Ελλάδα, γύρισαν τον κόσμο και μας έπαιξαν τη μουσική. Τη λύρα που έπαιζε ο Ορφέας, ο Απόλλωνας, τα τύμπανα των Κουρητών, τους αυλούς, και μας έδωσαν το φως του πολιτισμού. Όσοι λαοί επισκέφτηκαν αυτήν τη χώρα τη μικρή δεν είχαν να δώσουν, παίρνουν και μετά θάνατον. Πώς τα ξέρουν αυτοί; Δεν τα λένε εδώ αυτά τα πράγματα. Έξω ξέρουν την Ιστορία μας και παρόμοια πράγματα λένε παντού. Εδώ δεν μας τα διδάσκουν».

Όση ώρα μιλάει καθισμένος απέναντί μου στον δερμάτινο καναπέ, παρατηρώ τα μάτια του. Δεν ταιριάζουν καθόλου με το παρουσιαστικό του. Έχουν μέσα τους κάτι το παράταιρο, μια σπίθα σχεδόν εφηβική, παρότι ο ίδιος συνηθίζει να λέει σε όσους τον ρωτούν στις συνεντεύξεις ότι είναι σχεδόν 100 χρονών. Δεν είναι φυσικά, αλλά μου παραδέχεται ότι θα 'θελε να τα φτάσει. «Και μέχρι πότε θα τραγουδάτε δηλαδή;» τον ρωτάω χαμογελώντας. «Όσο ζω» μου απαντά, και ξέρω ότι λέει την αλήθεια.

Πηγή: lifo.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση