iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 03 Δεκεμβρίου 2016
Γερμανοί Ακρόπολη

Η απόκρυψη των αρχαιολογικών θησαυρών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους», γράφει η Σέμνη Καρούζου, μια γυναίκα που αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το θέμα ξεχωριστά, μια επιστήμονας που έχει μείνει στην αρχαιολογική ιστορία της Ελλάδας ως πρωτοπόρος ερευνήτρια, ειδικά από τη θέση της ως Έφορος της Συλλογής Αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (Ε.Α.Μ.)-για 34 χρόνια.

Η Καρούζου έγινε η πρώτη γυναίκα έφορος στο Ε.Α.Μ. το 1933, ενώ ήταν μέλος της πνευματικής ελίτ της εποχής, φίλη του Άγγελου Σικελιανού, του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Δημήτρη Γληνού και του Νίκου Καζαντζάκη. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, η Σέμνη μαζί με το σύζυγό της, επίσης διακεκριμένο αρχαιολόγο Χρήστο Καρούζο, απέσυραν την ιδιότητά τους ως μέλη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου -κάτι που κανείς άλλος Έλληνας αρχαιολόγος δεν τόλμησε να κάνει.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής κι ενώ ο Χρήστος Καρούζος αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Ε.Α.Μ., συμβάλλει στο έργο της διάσωσης των αρχαιοτήτων του Μουσείου και της τεκμηρίωσης των ζημιών/ επανέκθεσης μετά τον πόλεμο.

Όμως, αρκετό καιρό πριν, τις παραμονές της Κατοχής, είχε αρχίσει η απόκρυψη των πολύτιμων εκθεμάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ήταν μια συντονισμένη επιχείρηση διαφύλαξης ενός συνόλου αντικειμένων, ενός δημόσιου θησαυρού που έπρεπε να σωθεί και να μη λεηλατηθεί και περάσει τα σύνορα της χώρας.

Τον Απρίλιο του 1941, όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Αθήνα και τα στρατεύματα Κατοχής στο Αρχαιολογικό Μουσείο, έκπληκτοι διαπιστώνουν ότι οι προθήκες με τα ανεκτίμητα εκθέματα είναι άδειες και τα αγάλματα έχουν εξαφανιστεί.

Η επιχείρηση της απόκρυψης είχε ξεκινήσει έξι μήνες νωρίτερα. Ο ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης λέει στο σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ «Η απόκρυψη», Βασίλη Κοσμόπουλο: «Τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, μόλις είχα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πρωτοετής φοιτητής. Η απόκρυψη είχε ήδη αρχίσει κι εγώ προσέφερα την εθελοντική μου εργασία. Με έβαλαν σε μια από τις αποθήκες όπου υπήρχαν τεράστια κασόνια.

Η δουλειά μου ήταν να τυλίγω Ταναγραίες σε παλιές εφημερίδες και με μεγάλη προσοχή να τις τοποθετώ στα κασόνια. Μετά, τη δουλειά συνέχιζε η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί. Όλοι δουλεύαμε ενάντια στο χρόνο, με το φόβο της εισβολής των Γερμανών και βέβαια με τεράστια προσοχή. Οι Ταναγραίες τυλίγονταν εύκολα. Όμως τα αγγεία έσπαγαν ακόμα πιο εύκολα… Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση. Στη συνέχεια χυνόταν πάνω τους άμμος που ξεχώριζε το ένα από το άλλο και τα σκέπαζε και από πάνω έπεφτε πλάκα τσιμέντο. Τα παράθυρα των υπόγειων χώρων τα φράζανε με τσουβάλια από άμμο. Με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσαν να πάθουν τίποτε από αεροπορική επιδρομή».

Το Υπουργείο Παιδείας στις 11 Νοεμβρίου του 1940 έδωσε στους εφόρους οδηγίες για τον τρόπο προστασίας. Λίγοι άνθρωποι, ελάχιστα μέσα κι όμως η απόκρυψη των αρχαίων -με συντονιστή το γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο- αποδείχθηκε ευεργετική. Τα χάλκινα μεγάλα αγάλματα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου συσκευάστηκαν το καθένα ειδικά με περιτυλίγματα, πισσόχαρτα και τοποθετήθηκαν σε κιβώτια, όπως η κεραμική και τα αντικείμενα μικροτεχνίας τα οποία φυλάχτηκαν στα υπόγεια της νέας πτέρυγας, ενώ τα πολύτιμα χρυσά, στο θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης της Ελλάδος.

Εκεί παραδόθηκαν και τα ευρήματα της ανασκαφής των Δελφών του 1939, ελεφάντινα και χρυσά κ.ά. Τα γλυπτά ασφαλίστηκαν στα υπόγεια της νέας πτέρυγας του μουσείου. Τριάντα πέντε κιβώτια φυλάχτηκαν στο σπήλαιο της Εννεακρούνου και άλλα είκοσι δύο στις φυλακές του Σωκράτους. Τα πολύ μεγάλα αγάλματα και ανάγλυφα τάφηκαν σε τάφρους, που ανοίχτηκαν στις ίδιες αίθουσες στις οποίες ήταν εκτεθειμένα, όπως η Θέμις του Χαιρεστράτου, το ανάγλυφο της Ελευσίνος, ο κούρος των Μεγάρων, ο Ερμής της Άνδρου, η ιέρεια Αριστονόη του Ραμνούντος, οι κούροι του Σουνίου.

Η μεγάλη εποποιία της απόκρυψης διατρέχει όλη την Ελλάδα, από τους Δελφούς και την Ολυμπία, μέχρι τη Θεσσαλονίκη, τη Σπάρτη και τα ελληνικά νησιά. Και βέβαια στην Ακρόπολη, στο Μουσείο Κεραμεικού, στο Βυζαντινό Μουσείο. Ανά μουσείο, είχαν συσταθεί επιτροπές απόκρυψης στις οποίες συμμετείχαν δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και δημόσιοι λειτουργοί, με επικεφαλής κάποιον αρχαιολόγο. Λόγω, βέβαια, όγκου και εκθεμάτων, η μεγαλύτερη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Εκεί υπήρχαν επιτροπές ανά κατηγορία εκθεμάτων: γλυπτά, χάλκινα, αγγεία κ.ο.κ. Από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του κολοσσιαίου αυτού έργου ήταν οι αρχαιολόγοι Χρήστος και Σέμνη Καρούζου, ο Γιάννης Μηλιάδης και ο Αντώνης Κεραμόπουλος.

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε σχεδόν σε όλα τα μουσεία ήταν η εξής: έσπαγαν την πλάκα του δαπέδου, έσκαβαν ένα μεγάλο υπόγειο δωμάτιο, τοποθετούσαν μέσα τα αγάλματα, τα σκέπαζαν με άμμο κι έριχναν από πάνω νέα πλάκα μπετόν, που τη σκέπαζαν με πλακάκια. Ωστόσο υπήρχαν και φυσικές κρύπτες, σπηλιές στο βράχο της Ακρόπολης, τους λεγόμενους «υπονόμους» και στο λόφο του Φιλοπάππου. Στους Δελφούς άνοιξαν λάκκους έξω από το μουσείο, ενώ έκρυψαν αρχαία και στο λεγόμενο Μακεδονικό Τάφο -στη συνέχεια τον έκλεισαν με τσιμέντο. Όσο για τα χρυσά του Αρχαιολογικού Μουσείου, τα έκρυψαν στα υπόγεια του θησαυροφυλακίου της Τράπεζας της Ελλάδας.

Η επιχείρηση της απόκρυψης εξελίχθηκε σε έναν αγώνα δρόμου, όχι μόνο για το Αρχαιολογικό, αλλά και για τα υπόλοιπα μουσεία. Η συσκευασία των νομισμάτων του Νομισματικού Μουσείου άρχισε με προφορική εντολή στις 28 Οκτωβρίου καιέως τις 4 Νοεμβρίου είχε ολοκληρωθεί ο εγκιβωτισμός όλων των πολύτιμων αρχαίων του μουσείου σε 61 κιβώτια. Τα γλυπτά του Μουσείου Ακροπόλεως σκορπίστηκαν σε πολλές κρύπτες. Στο ίδιο το μουσείο ανοίχτηκε «μέγας λάκκος εντός της αιθούσης του Παρθενώνος». Όσα δεν χωρούσαν εκεί, φυλάχτηκαν «εις την κρύπτην Εννεακρούνου», στις «φυλακές του Σωκράτους, στην πύλην του μουσείου, αλλά και στην αυλή». Σύμφωνα με τα πρωτόκολλα απόκρυψης, χρησιμοποιήθηκαν «επί του Βράχου της Ακροπόλεως, κατά μήκος της βορείας πλευράς του Παρθενώνος, λαξευτά τέσσερα φρέατα», όπου τάφηκαν σε στρώσεις αρχαία κ.ά.

Τα σημαντικότερα αντικείμενα του Βυζαντινού Μουσείου κι όσα δε μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, προστατεύθηκαν σε ορύγματα στην αυλή του μουσείου κι άλλα στα υπόγεια του μεγάρου της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Τα γλυπτά του Μουσείου Κεραμεικού σε δύο λάκκους που ανοίχτηκαν πίσω από τα μνημεία του Δεξίλεω και της Δημητρίας και Παμφίλης, ενώ του Μουσείου Πειραιά καταχώθηκαν «σε βαθύ ημικυκλικό αγωγό της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου, που βρίσκεται έξω από το μουσείο».

Ο ηνίοχος του Μουσείου Δελφών χωρίστηκε σε δύο τμήματα και φυλάχτηκε σε κιβώτια με άχυρο και βαμβάκι και μαζί με άλλα πολύτιμα αρχαία «εξασφαλίστηκαν στους δύο λαξευτούς τάφους που είναι και σήμερα θεατοί στον κήπο του μουσείου».

Πηγή: elculture.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση