iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΣΤΑ ΔΥΤΙΚΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ

Το ολοκαύτωμα στα δυτικά χωριά της Ιεράπετρας


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Αμέσως μετά την κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου και την επιστροφή των μαχητών στους τόπους τους, από τις πρώτες κιόλας μέρες της κατοχής, "Το νησί των γενναίων" όπως - όχι άδικα - έχει αποκληθεί η Κρήτη, άρχισε να ζει στον πυρετό της Αντίστασης και στον παλµό του αγώνα για την απελευθέρωση. Η Κρήτη γέµισε από αντιστασιακές οµάδες και πυρήνες σε πόλεις και χωριά.

Του Σπύρου Τσικαλουδάκη, δικηγόρου

Στις 8 Σεπτεµβρίου του 1943 γίνεται η απόβαση στη Σικελία και ο τότε ο Ιταλός διοικητής του νοµού Λασιθίου στρατηγός Κάρτα µε τον αρχηγό της αντικατασκοπίας Ταβάνα προσχωρεί στους συµµάχους και απάγεται εκουσίως.

Οι Γερµανοί ήδη είχαν αναλάβει τη διοίκηση του νοµού Λασιθίου από τον Απρίλιο του 1943. Στη Βιάννο είχε εγκατασταθεί ένα Τάγµα γερµανικού στρατού, από το Καλοκαίρι του 1942, και είχε αναλάβει το φυλάκιο της Άρβης, ενώ από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1942 είχαν εγκαταστήσει φυλάκιο και στον Τσούτσουρο. Από το Μάιο του 1943 είχαν εγκαταστήσει προκεχωρηµένο φυλάκιο, από τρεις άνδρες, στην Κάτω Σύµη, µε προφανή στόχο την κατασκόπευση της Περιοχής, αλλά εµφανή σκοπό τη συγκέντρωση Πατατών για τις διατροφικές ανάγκες του στρατού τους. Παράλληλα προχώρησαν στη ναρκοθέτηση όλης της περιοχής από την Αγία Γαλήνη ως την Ιεράπετρα.

Ο Μανόλης Μπαντουβάς, µετά από σύσκεψη που έκαµε στο Λάπαθο µε τους επιτελείς του, στις 9 Σεπτεµβρίου, διατάσσει, όπως αργότερα ισχυρίσθηκε, μόνο την αιχµαλώτιση και όχι την θανάτωση των ανδρών του φυλακίου της Κάτω Σύµης. Στις 10 Σεπτεµβρίου του 1943, µέρα Παρασκευή µία ολιγοµελής οµάδα ανταρτών από πέντε συνολικά άνδρες υπό το Χρήστο Μπαντουβά, κατεβαίνει στην Κάτω Σύµη και σκοτώνει 2 Γερµανούς στρατιώτες µέσα στο σπίτι που έµεναν, ενώ αυτοί κοιµούνταν.

Τη µοιραία αυτή, για τον τόπο, ενέργεια των ανταρτών ο Μπαντουβοµανόλης απέδωσε αργότερα σε διαταγή του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Οι συνεργαζόµενοι όµως µ' αυτόν Άγγλοι Πράκτορες Νταµπάµπιν και Λή Φέρµορ τον διέψευσαν κατηγορηµατικά και δήλωσαν ότι οι ίδιοι δεν είχαν γνώση του γεγονότος. Ποιος όµως λέει την αλήθεια µένει προς το παρόν άγνωστο. Πάντως ο λαϊκός ποιητής θέλει τον αρχηγό να μην έχει δώσει διαταγή εκτέλεσης:

Οι Εγγλέζοι, πάντως, ίσως και υπό το βάρος των τραγικών γεγονότων, αρνούνται κατηγορηματικά ότι είχαν δώσει όποιαδήποτε εντολή: Ο Λη Φέρμορ σε επιστολή του ("ΤΟ ΒΗΜΑ", 19-9-1979) αναφέρει: "Οι διαταγές που έλαβα από το Συμμαχικό Στρατηγείο... ήταν να αποφευχθεί κάθε προστριβή με τους Γερμανούς εκείνη την πολύ κρίσιμη στιγμή-δηλαδή τις μέρες της ιταλικής συνθηκολόγησης-για να μπορέσουμε εμείς να παραλάβουμε ανενόχλητοι τον ιταλικό οπλισμό, που θα μοιραζόταν μετά στις κρητικές αντιστασιακές δυνάμεις".

Ο Ραλφ Στόκμπριτζ, μέλος της βρετανικής οργάνωσης που δρούσε στην Κρήτη έχει πεί: "Αν έχω κριτική καθόλου των πράξεων της SOE (=Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων) στην Κρήτη, είναι ότι το Γραφείο τους στο Κάιρο έπρεπε να απαγορεύει αυστηρότατα την εκτέλεση σαμποτάζ, εκτός αν ήταν απόλυτη ανάγκη να γίνουν. Το επιτυχές σαμποτάζ πολλών αεροσκαφών και αποθηκών βενζίνης σε αεροδρόμια Ηρακλείου άξιζε βεβαίως τον κόπο. Αντιθέτως ο άσκοπος σκοτωμός ολίγων Γερμανών στρατιωτών, είτε από κομμάντος εξ Αιγύπτου είτε από Ελληνες αντάρτες, ήταν εγκληματικά ανόητος, όταν προκαλούσαν τουφεκισμούς αθώων χωρικών ή την καταστροφή ακόμα και ολόκληρων χωριών. Σχεδόν πάντοτε η συλλογή αξιόλογων πληροφοριών άξιζε πολύ περισσότερο".

Ο Άντονυ Μπήβορ καταγράφει ουσιαστικά από την σκοπιά των Εγγλέζων τα όσα έγιναν στη Βιάννο και την στάση του Μπαντουβά. Αφηγείται την προσπάθεια του Ιταλού στρατηγού Carta να προσεγγίσει τους συμμάχους και τις προσπάθειες των τελευταίων να τον φυγαδεύσουν. Αναφέρει επί λέξει: "Στο μεταξύ έγινε κάτι που απέλπισε όλους τους Βρετανούς αξιωματικούς στο νησί· ο Μπαντουβάς, αντίθετα με τις οδηγίες, είχε επιτρέψει στους άντρες του να επιτεθούν σε Γερμανούς στρατιώτες στην περιοχή της Βιάννου».

Η βρετανική έκθεση, όπως την έχει δημοσιεύσει ο Ν. Κοκονάς, είναι σε πολλά σημεία ταυτόσημη με τα όσα γράφει ο Α. Μπήβορ.Η έκθεση περιγράφει την ανακωχή με την Ιταλία (8 Σεπτέμβρη) και την ανάληψη του ιταλικού τομέα από τον στρατηγό Μύλερ. Και σημειώνουν: "Οι Ελληνες επίσης έκριναν πως την ανακωχή πρέπει ν' ακολουθήσει εισβολή και περίμεναν σύντομα απελευθέρωση της πατρίδας τους. Ο συντ/ρχης Πλεύρης ήταν προετοιμασμένος να ενωθεί με τους Ιταλούς και να κρατήσει το Λασίθι ως προγεφύρωμα εφόσον του παραχωρούνταν όπλα, τρόφιμα, αεροπορική υποστήριξη και μικρές έστω βρετανικές δυνάμεις. Ο Μπαντουβάς δεν περίμενε διαταγές και υποσχέσεις αλλά έσπευσε και σκότωσε τους πιο κοντινούς Γερμανούς, τρεις άνδρες ενώ μάζευαν πατάτες στην Κάτω Σύμη και στη συνέχεια ξεκαθάρισε τη μικρή γερμανική φρουρά στη Βιάννο και Αρβη και αφόπλισε το πλησιέστερο ιταλικό φυλάκιο.

Μόλις οι Γερµανοί στη Βιάννο µαθαίνουν τα γεγονότα στη Σύµη, αµέσως κινητοποιούνται προς διαλεύκανση και διακρίβωσή τους. Ένας Λόχος στρατού ξεκίνησε προς την Κάτω Σύµη, ο οποίος έφτασε στην Περιοχή στις 12 του µήνα, µέρα Κυριακή, γύρω στις 10 η ώρα.

Ο Μπαντουβάς δεν µπορούσε να πράξει αλλιώς παρά να αντιµετωπίσει αυτή τη δύναµη, γιατί κινδύνευε το χωριό. Σε σύσκεψη που έγινε στο Λάπαθο με τη συμμετοχή των ∆ημήτρη Παπά, Γιάννη Ποδιά κ.ά ελήφθη η απόφαση να προστατευθεί η Κάτω Σύµη από τα αντίποινα των Γερµανών, µε µάχη. Παράταξε λοιπόν τους άνδρες του, γύρω στους 40, στη µικρή κοιλάδα µπροστά από το χωριό και περίµενε τον εχθρό. Κι όταν µπήκε µέσα σ' αυτή, οι αντάρτες τού επιτέθηκαν µε καταιγιστικά πυρά. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 5 το απόγευμα, ο Γερμανικός λόχος διαλύθηκε και οι απώλειες του ήταν βαριές. Ο αριθµός των σκοτωµένων είναι ακόµη αδιευκρίνιστος. Τον ανεβάζουν από 40 ως 200. Πιάστηκαν δε και 12 Γερμανοί στρατιώτες αιχµάλωτοι οι οποίοι οδηγήθηκαν στο λημέρι του Χαμέτη.

Από τους αντάρτες σκοτώθηκε µόνον ένας ο Απόστολος Βαγιωνάκης από τους Μύθους, ο οποίος, κατά τις αφηγήσεις των συµπολεµιστών του, αγωνιζόταν όρθιος σαν πραγµατικό λιοντάρι.

Η µάχη της Κάτω Σύµης και η βαριά τους ήττα, έκαµε τους Γερµανούς άγρια και ανήµερα θηρία. Την εποµένη της µάχης συγκεντρώθηκε στη Βιάννο µια τεράστια στρατιωτική δύναµη, 1000 και πλέον ανδρών, υπό τον σκληροτράχηλο Ταγµατάρχη Μάρτεν, µε εντολή του στρατιωτικού ∆ιοικητή Νομού Ηρακλείου Μεράρχου Βάλτερ Μύλλερ, που στηριζόταν σε αντίστοιχη διαταγή του ∆ιοικητή Φρουρίου Κρήτης Στρατηγού Μπρούνερ Οσβαλτ Μπρόγιερ. Η διαταγή ήταν: «Να καταστρέψει την περιοχή από τη Βιάννο μέχρι τον ποταμό του Μύρτου. να εκτελέσει πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες κατοίκους της, πάνω από 16 ετών και όλους που συλλαµβάνονταν στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Παράλληλα όλη η περιοχή από τη θάλασσα μέχρι την κορυφή των Λασιθιώτικων βουνών και τον ποταµό Σαραντάπηχο ονομάζεται νεκρή ζώνη.

Την ίδια µέρα, 13 Σεπτεµβρίου, µπήκε σε εφαρµογή το απάνθρωπο, βάρβαρο, εγκληµατικό και κτηνώδες σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής της περιοχής και της εξόντωσης των κατοίκων της.

Ισχυρή δύναµη στρατού προχώρησε προς τα χωριά ανατολικά της Βιάννου, χωρισµένη σε τµήµατα που ήλθαν ταυτόχρονα σε πολλά απ' αυτά. Τα τµήµατα αυτά επιχείρησαν να παραπλανήσουν τον πληθυσµό τους, και το πέτυχαν, λέγοντας τους, ότι δεν έχουν πρόθεση να τους κάµουν κακό. Ξεθάρρεψαν έτσι οι κάτοικοι και πολλοί επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Την επόµενη, στις 14 Σεπτεµβρίου, άρχισε η καταστροφή και ο αφανισµός.

Στα χωριά της Βιάννου 273 άνθρωποι εκτελέστηκαν, άνδρες γυναίκες, παιδιά, γέροντες, νήπια. Ακόμη και ξεκοίλιασμα εγγύου γυναίκας αναφέρεται αλλά και εκτελέσεις γονιών μπροστά στα μάτια των ανηλίκων παιδιών τους.

Στην περιοχή των δυτικών χωριών της Ιεράπετρας τα τάγματα θανάτου φτάνουν την 15 Σεπτεμβρίου.

Οι Μυρτιανοί σκέφτονται να τους «καλοπιάσουν» και τους κερνούν ρακή µε καρύδια και αυτοί τους δηλώνουν ότι το χωριό θα πυρποληθεί και πρέπει να το εκκενώσουν µέσα σε δύο ώρες. ∆εν τους κάνουν όµως λόγο για εκτελέσεις. Μετά την εκπνοή της προθεσµίας συλλαµβάνουν όσους βρίσκουν και τους εκτελούν άμεσα. Ο τελικός σκληρός απολογισµός για το Μύρτο ανέρχεται σε 18 νεκρούς. Το απόγευµα βάζουν φωτιά στα σπίτια και ο Μύρτος γίνεται στάχτη και αποκαΐδια.

Προχωρώντας προς τα Γδόχια το υπόλοιπο Τάγµα βρίσκει και σκοτώνει καθ' οδόν 12 άτοµα. Ανάµεσα σ' αυτούς είναι και τέσσερα άτοµα από την ίδια οικογένεια και τέσσερις Κατωσυµιανοί. Μια γυναίκα εκτελείται καθώς θήλαζε το έξι µηνών αγοράκι της.

Φτάνοντας στο χωριό συλλαµβάνουν τα γυναικόπαιδα και τα κλείνουν στο σχολείο, ενώ εκτελούν στα Κάτω Γδόχια 5 άτοµα και στη θέση Καρτσανά, νύχτα µε φεγγάρι,17 άλλα. Καίνε επίσης ζωντανό ένα ανάπηρο και εκτελούν µια παράλυτη γυναίκα. Η κτηνωδία τους δεν είχε όρια. Τελικός απολογισµός στα Γδόχια 42 νεκροί. Την επόµενη το πρωί, για να ολοκληρώσουν την καταστροφή, βάζουν φωτιά στα σπίτια του χωριού, που καταστρέφεται ολοσχερώς.

Στη Ρίζα και τις Μουρνιές οι Γερµανοί ήλθαν από το Συκολόγο, απ' όπου ξεκίνησαν το Πρωί της 15ης Σεπτεµβρίου. Μετά την καταστροφή του Λουτρακίου βαδίζουν προς τη Ρίζα και φτάνουν στο µεσαίο συνοικισµό, τη Ζούρβα, συλλαµβάνουν δέκα άτοµα και τα εκτελούν έξω από το παλιό σχολείο όπου ακόμα φαίνονται οι τρύπες από τις σφαίρες των εκτελεστών. Ύστερα έρχονται στο συνοικισµό Καηµένο, όπου εκτελούν επί τόπου άλλα πέντε άτοµα και καίνε τον συνοικισμό. Στη συνέχεια έρχονται στον τρίτο συνοικισµό του χωριού τη Σφακούρα, όπου κι εδώ εκτελούν επτά άτοµα.

Από τη Ρίζα φτάνουν στις Μουρνιές και συλλαµβάνουν 15 άτοµα, τα οποία οδηγούν στη θέση «Κεφάλι» Ρίζας όπου επίσης οδηγούνται και έξι Παρσώτες και εκτελούνται όλοι µαζί. Στην ίδια αυτή θέση όπου στις 10 Σεπτεμβρίου είχε υψώσει ο Μπαντουβάς τη σηµαία της απελευθέρωσης.

Μετά τις οµαδικές αυτές εκτελέσεις η γερµανική στρατιωτική δύναµη αναχωρεί επιστρέφοντας στο Συκολόγο, ενώ το πρωί της επόµενης µέρας, 16 Σεπτεµβρίου, φτάνουν στις Μουρνιές οι γερµανοί των Γδοχίων, οι οποίοι κατακαίγουν το χωριό, που µετατρέπεται σε σωρό ερειπίων. Ένα δε τµήµα τους προχωρεί προς τη Ρίζα για να κάψει τους συνοικισµούς της.

Κατά το χρόνο όµως που διαδραµατίζονταν τα τραγικά αυτά γεγονότα στις δύο επαρχίες, γίνονταν κάποιες προσπάθειες από τον τοποτηρητή της μητροπόλεως Κρήτης Ευγένιο Ψαλιδάκη και τον επίσκοπο Νεαπόλεως Διονύσιο Μαραγκουδάκη να πεισθεί ο Μύλλερ να διατάξει την αναστολή της πυρπόλησης των χωριών πράγμα που τελικά έγινε. Έτσι γλίτωσαν από την φωτιά οι δύο συνοικισµοί της Ρίζας και τα χωριά Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς.

Στα τέσσερα αυτά τελευταία χωριά Μάλλες, Χριστό, Παρσά και Μύθους οι Γερµανοί κατέβηκαν από το Λασίθι μέσω του Καθαρού. Πρώτο τους θύµα γίνεται στο Μινό ένας Ριζώτης, που ήταν µάλιστα χωλός.

Στις Μάλλες συνέλαβαν και εκτέλεσαν 9 άτοµα, από τα οποία ένας ήταν Παρσώτης. Στο Χριστό βρήκαν κι εκτέλεσαν επτά, στην Αγία Παρασκευή, στην ανατολική άκρη του, κι έριξαν τα πτώµατά τους µέσα σε µια χαράδρα. Στον Παρσά συνέλαβαν επτά άτοµα, που όπως προαναφέραμε εκτελέστηκαν σ΄αυτό εδώ το μέρος.

Από τις Μάλλες ένα τµήµα κατευθύνεται προς νότο κι έρχεται στο χωριό Μύθοι το οποίο όμως βρίσκουν άδειο αφού μια γυναίκα που είχε δει τις εκτελέσεις ειδοποίησε τους Μυθιανούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν το χωριό. Ο µόνος που βρήκαν στο χωριό ήταν ένας γέροντας τον οποίο εκτέλεσαν.

Έτσι σε δύο µέρες, 15 και 16 του µαύρου εκείνου Σεπτέµβρη του ΄΄ 43, όλη η περιοχή είχε µετατραπεί σ' ένα απέραντο νεκροταφείο και είχε βυθισθεί σ' ένα ωκεανό αβάστακτου πόνου και πένθους. Παντού διάσπαρτα πτώµατα, παντού στάχτη και αποκαΐδια. Σε 404 άτοµα ανέρχονταν οι νεκροί, 273 στα βιαννίτικα χωριά, 131 στα γεραπετρίτικα. Σε εκατοντάδες τα καηµένα νοικοκυριά. Η µιζέρια, η κακοµοιριά, η πείνα και η αθλιότητα βασίλευαν παντού.

Μια ατέλειωτη φάλαγγα από γυναικόπαιδα μπαίνει τις πρώτες απογευματινές ώρες στις 16 Σεπτεμβρίου στην Ιεράπετρα. Στιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο, κατάχαμα, χωρίς κουβέρτα, χωρίς νερό, χωρίς ελπίδα καμμιά στο τούρκικο σχολείο. Ο τότε επίσκοπος Ιεράπετρας Φιλόθεος Μαζοκοπάκης μπροστά στο θέαμα της φρίκης και της αθλιότητας που αντικρύζει ξεσπά σε λυγμούς.

Οι παντέρμοι πρόσφυγες βλέπουν από μακριά τα χωριά τους να καπνίζουν ακόμη και ο πόνος γίνεται ακόμη πιο βαθύς στη σκέψη ότι οι νεκροί τους μένουν άταφοι, αφού οι Γερμανοί ολοκληρώνοντας το στυγερό έγκλημά τους κήρυξαν την περιοχή νεκρή ζώνη.

Μόνο μετά από 45 μέρες, κα με την επέμβαση της διερμηνέως Αντωνίας Μαθιουδάκη δόθηκε 24ωρη άδεια στους πρόσφυγες να περιμαζέψουν ό,τι υπήρχε ακόμη από τους νεκρούς τους και να τους θάψουν πρόχειρα εκεί στις τοποθεσίες που τους σκότωσαν. Είναι πέρα από κάθε περιγραφή το ανατριχιαστικό θέαμα που αντίκριζε καθένας που πλησίαζε στον τόπο που υπήρχαν τα πτώματα.

Αλλού τα χέρια, αλλού τα πόδια, αλλού το κεφάλι, φρικτά ακρωτηριασμένα κορμιά από τα όρνια και τους σκύλους, κορμιά που με φρίκη και πόνο έθαψαν οι ίδιοι οι συγγενείς τους. Ένα θέαμα που τοποθετεί αυτό το έγκλημα στα φρικτότερα εγκλήματα όλων των εποχών. Και ναι μεν οι πρωταίτιοι του ολοκαυτώµατος Μπρούνερ, Μύλλερ και Σούµπερτ δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο το 1946, όμως η Ελληνική Δικαιοσύνη φρόντισε πραξικοπηματικά, πενήντα χρόνια μετά να ενταφιάσει κάθε αίτημα για τις περιλάλλητες πολεμικές αποζημιώσεις προς τα θύματα και τους συγγενείς τους

Παρά ταύτα τα χωριά μας επέζησαν.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση