iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017
ΜΑΛΛΕΣ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Ξυπνούν μνήμες 44 χρόνια μετά την τραγωδία στις Μάλλες


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

44 χρόνια σημειώνονται από την αποφράδα ημέρα της 8ης Σεπτεμβρίου του 1972, που βύθισε στο πένθος την κοινότητα της παραδοσιακής και καταπράσινης Καλαμαύκας.

Το ξημέρωμα εκείνης της μέρας, 21 προσκυνητές κάτοικοι Καλαμαύκας, βρήκαν φρικτό θάνατο έπειτα από πτώση σε γκρεμό ενός σαράβαλου λεωφορείου του ΚΤΕΛ, ο οδηγός του οποίου έδενε τα φρένα του με σύρμα, στο οποίο 20 λεπτά νωρίτερα είχαν επιβιβαστεί μαζί με άλλους 31 επιζήσαντες συγχωριανούς τους, με προορισμό το πανηγύρι της Παναγίας της Εξακουστής.

Το διαλυμένο κράτος της Χούντας, εκείνη τη μαύρη επταετία, έβρισκε τρόπους να επιτρέπει σε αυτό το λεωφορείο του θανάτου, να κυκλοφορεί μεταφέροντας επιβάτες και ας έμενε πολλές φορές στο δρόμο, είτε από σπασμένα φρένα είτε επειδή έπαιρνε φωτιά ο κινητήρας του.

Αιτιολογώντας την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του, ο οδηγός του λεωφορείου τότε, είχε δηλώσει ότι, είχαν ξανασπάσει πάνω στην τελευταία στροφή πριν το μοναστήρι τα φρένα του.

Ο 12χρονος (τότε) Νίκος Γαρεφαλάκης που σώθηκε μαζί με τον 8χρονο αδερφό του Μιχάλη, χάνοντας όμως τον 42χρονο πατέρα του Μανόλη, την 32χρονη μητέρα του Μαρία και την 13χρονη αδερφή του Σοφία, δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει τους πολιτικούς της εποχής εκείνης που αργότερα στα δικαστήρια, χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο, κατάφεραν να αθωώσουν το ΚΤΕΛ ρίχνοντας όλα τα βάρη στον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, οι οποίοι και καταδικάστηκαν.

«Θυμούμαι ότι στην στροφή από τον κεντρικό δρόμο στο δρομάκι που κατηφόριζε προς την Παναγία Εξακουστή, είχε κατέβει ο πατέρας μου και έκανε κουμάντο για να καταφέρει ο οδηγός να πάρει την απότομη στροφή. Θυμούμαι τη στιγμή που το λεωφορείο, έγειρε προς το γκρεμό, τις φωνές των συγχωριανών μου. Σώθηκα αν και ήμουν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, ίσως γιατί έπεσα στο κενό που είχε δίπλα στον λεβιέ των ταχυτήτων. Με βγάλανε τραυματισμένο από τους τελευταίους.

Καθώς το βαρύ όχημα έπεφτε στο γκρεμό με το μπροστινό του μέρος, ξεκολλούσαν τα καθίσματα και έπεφταν μαζί με τους καθήμενους και τους όρθιους πάνω σε εκείνους που κάθονταν η έστεκαν μπροστά. Το λεωφορείο ήταν 24 θέσεων και είχε πάρει 52 ανθρώπους. Με μετέφεραν στην καρότσα αγροτικού αυτοκινήτου στο Νοσοκομείο του Αγίου Νικολάου, μαζί με άλλους τραυματίες. Τους νεκρούς τους μετέφεραν στο Νοσοκομείο της Ιεράπετρας», μας είπε ο Νίκος Γαρεφαλάκης, ενώ μας έδειχνε όλα τα δημοσιεύματα του Τύπου εκείνης της εποχής.

«Αυτό το τραγικό δυστύχημα, σημάδεψε το χωριό μας για πάρα πολλά χρόνια. Δεν ήταν κάτι που έγινε και τελείωσε και δεν θα το ξεπεράσουμε ποτέ. Οι μνήμες επιστρέφουν πάντα και εκείνοι που έμειναν χωρίς μανάδες, πατεράδες, αδέρφια, παιδιά και συγγενείς, δεν θα το ξεχάσουν ποτέ. Το κενό εκείνων που χάθηκαν τότε, δεν αναπληρώθηκε ποτέ», μας είπε η πρόεδρος της τοπικής κοινότητας Καλαμαύκας Ειρήνη Ψιλινάκη.


Εκείνοι που τυχαία σώθηκαν γιατί δεν μπήκαν στο μοιραίο λεωφορείο

Η διαίσθηση κάποιων ανθρώπων και η τύχη κάποιων άλλων, βοήθησε και δεν επιβιβάστηκαν στο λεωφορείο του θανάτου, εκείνο το πρωί.

«Ενώ είχα αποφασίσει με την αδερφή μου να πάμε στο πανηγύρι με τα παιδιά μου, καθώς κοιμόμουνα τη νύχτα, μια φωνή στο δεξί μου αφτί μου έλεγε να μην πάω στην Εξακουστή, γιατί θα σκοτωθούνε και τα δυο μου παιδιά. Δεν πήγα και επηρέασα και την αδερφή μου να μην πάει ούτε εκείνη. Όταν το πρωί ακούσαμε στο χωριό τι είχε συμβεί και βλέποντας τα αυτοκίνητα να περνούν με τους τραυματίες και τους νεκρούς, καταλάβαμε τι είχε γίνει. Αργά εκείνη τη μέρα φέρανε τα φέρετρα στο χωριό με τους 21 νεκρούς και τους θάψανε νύχτα σε πρόχειρους τάφους στο νεκροταφείο, για να μην βλέπουμε όσοι είχαμε γλιτώσει», μας είπε η 77χρονη Ελισάβετ Ψιλινάκη.

Στο Νοσοκομείο της Ιεράπετρας εκείνο το πρωί επικρατούσε πανικός. Οι νεκροί ήταν 21 και δεν υπήρχαν φέρετρα, σάβανα και τελετάρχες να φτιάξουν τους νεκρούς.

«Εκείνο το πρωί μαθαίνοντας τι είχε συμβεί, ένιωσα ότι είχα την υποχρέωση να παρέμβω, όταν άρχισαν να κουβαλούν τους νεκρούς στο Νοσοκομείο. Έτρεξα και είδα ότι το υπόγειο του Νοσοκομείου ήταν γεμάτο πτώματα. Κινητοποίησα δικούς μου ανθρώπους σε όλη την περιφέρεια και βρήκα φέρετρα, πήγα σε κεντρικό εμπορικό κατάστημα και πήρα ένα τόπι χασέ για σάβανο, πήρα μια μπουκάλα κολόνια, και βρήκα τη δύναμη μαζί με τους νοσοκόμους να βοηθήσω κι εγώ, αν και δεν το είχα ξανακάνει, να τακτοποιήσουμε τους νεκρούς μέσα στα φέρετρα. Όταν ήρθε η ώρα μεταφέραμε με δικούς μου ανθρώπους στην Καλαμαύκα τα 21 φέρετρα, και θάψαμε τους νεκρούς τη νύχτα», μας είπε ο Νίκος Χαραλαμπάκης, που ήταν 36 χρονών τότε, και έκανε εμπόριο κηπευτικών.

Ο Γιάννης και ο Σπύρος Ζουραράκης σώθηκαν γιατί χάσανε το λεωφορείο επειδή τους φώναξε η μητέρα τους να πάρουν τα σακάκια τους που τα είχανε ξεχάσει στο σπίτι.

«Ενώ είμασταν έτοιμοι να μπούμε στο λεωφορείο με τον αδερφό μου, μας φώναξε η μητέρα μας να γυρίσουμε να πάρουμε τα σακάκια μας. Όταν γυρίσαμε στην πλατεία το λεωφορείο είχε απομακρυνθεί και έτσι μείναμε έξω από τη λίστα με τους νεκρούς και τους τραυματίες. Όταν λίγο αργότερα γύρω στις 7.30 το πρωί μάθαμε για το δυστύχημα, τρέξαμε να βοηθήσουμε να βγάλουν τον κόσμο από το γκρεμό», μας είπε ο Γιάννης Ζουραράκης.


Τραυματική εμπειρία

Συγκλονίζει η τραυματική εμπειρία της συζύγου του Γιάννη Ζουραράκη, Ευαγγελίας Ζουραράκη, η οποία επέζησε του δυστυχήματος αν και τραυματισμένη σοβαρά, γιατί έμεινε μόνη στον κόσμο, αφού έχασε στο τροχαίο αυτό και τη μητέρα της, ενώ η ίδια όταν ξεπέρασε τα προβλήματα της υγείας της, κατέληξε σε Ορφανοτροφείο, από όπου την έκλεψε 16 χρονών και την παντρεύτηκε ο σύζυγος της.

«Εκείνο το πρωί στο λεωφορείο είχαν μπει 30 άτομα περισσότερα από εκείνα που μπορούσε να μεταφέρει. Όταν φτάσαμε στη μεγάλη στροφή στον κεντρικό δρόμο, πριν στρίψουμε για το μοναστήρι, είπαμε στον οδηγό να μας αφήσει εκεί, για να περπατήσουμε μέχρι την Παναγία. Η απάντηση του ήταν, ''μέχρι εδώ σας έφερα και από εδώ και κάτω θα σας σκοτώσω;''

Τα φρένα του λεωφορείου ήταν δεμένα με το σύρμα.

Αυτό το σύρμα έσπασε μάλλον και μας έριξε στο γκρεμό. Θυμούμαι τις φωνές και τα πεύκα που έσπαγαν τα παράθυρα ενώ πέφταμε σκοτώνοντας τον κόσμο. Οι όρθιοι πλακώνανε τους καθισμένους, μέχρι που έφτασε στο τέρμα και σφηνώθηκε με τη μούρη πάνω στα βράχια. Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν γρήγορα τους τραυματίες και πολλοί πέθαναν από ασφυξία.

Έμεινα σε Νοσοκομείο ένα χρόνο περίπου, και εκεί έμαθα ότι είχα χάσει και τη μητέρα μου. Αργότερα βρέθηκα στο Ορφανοτροφείο.

Οι πληγές που άνοιξε το δυστύχημα στην κοινωνία της Καλαμαύκας δεν έχουν κλείσει ακόμη. Ο κόσμος από τότε έχασε το χαμόγελο από τα χείλη του. Εύχομαι να είμαστε εμείς οι τελευταίοι που πικραθήκαμε τόσο πολύ», μας είπε η Ευαγγελία Ζουραράκη που δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.

Ρεπορτάζ: Νίκος Πετάσης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση