iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΣΠΑΣΙΑ ΑΣΠΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ ΜΠΟΓΡΗ ΑΡΓΟΣ

Γράφει βιβλίο για την κόρη της που πυροβολήθηκε


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

H Σπυριδούλα Φατούρου είναι η μητέρα της 19χρονης σήμερα Ασπασίας Μπόγρη, που πυροβολήθηκε το 2013, στο Άργος, δύο φορές εξ επαφής από τον ίδιο της τον πατέρα, ο οποίος θέλησε να εκδικηθεί με αυτόν τον τρόπο, τη μητέρα της και εν διαστάσει σύζυγό του.

Η μητέρα του άτυχου κοριτσιού σύμφωνα με το entertv.gr, ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με αυτή την πραγματικά συγκλονιστική ιστορία ζωής και όλα όσα ακολούθησαν μετά τον τραυματισμό της Ασπασίας.

Διαβάστε ένα απόσπασμα από την δημοσίευση στο facebook:

Ο κόσμος είναι περίεργος. Ο κόσμος μπορεί να γίνει κακός. Αλλά κυρίως, ο κόσμος θέλει να ακούει για τις δυστυχίες των άλλων, για δύο λόγους κυρίως. Είτε για να νιώσει πιο «ανθρώπινος», είτε για να παρηγορηθεί για τα δικά του προβλήματα.

Έτσι λοιπόν, κι εμείς, δεν αποτελούμε εξαίρεση σε όλο αυτό το δραματικό παρασκήνιο που τραβάει την προσοχή και τα βλέμματα των ανθρώπων. Πόσο μάλλον, όταν η περίπτωσή μας ήταν τόσο διαφορετική, τόσο ιδιάζουσα και τόσο παράξενη από την πρώτη στιγμή. Δεν ήμαστε πάντα έτσι, πονεμένες, διαλυμένες, δυστυχισμένες. Όχι, κάποτε τα πράγματα ήταν όμορφα, η ζωή μας κυλούσε με τους υπέροχους εκείνους ρυθμούς που ποτέ δεν ξέρεις πού και πώς θα καταλήξουν, αλλά δε σε νοιάζει, γιατί όλα γύρω σου είναι όμορφα. Τόσο όμορφα, που δεν καταφέρνεις να δεις την ασχήμια, τόσο κοντά σου, τόσο δίπλα σου, να καραδοκεί. Να αδημονεί να σου καταστρέψει τα πάντα.

«Ανόητες σκέψεις», μονολόγησα, διώχνοντας το μελαγχολικό πικρό χαμόγελο που είχε σχηματιστεί. Γύρισα και την κοίταξα. «Είσαι τόσο όμορφη, που θα λεγε κανείς ότι οι Μοίρες σε ζήλεψαν και έγραψαν από την αρχή το Πεπρωμένο σου, ακριβή μου», της ψιθύρισα χαιδεύοντας το μάγουλό της. Σε λίγο θα ερχόταν κι ο Κώστας. Τον περίμενα πώς και πώς. «Ασπούλα, θα έρθει ο Κώστας σήμερα», της είπα καθώς ξεκίνησα να τη χτενίζω. Θα έπαιρνα όρκο πως χαμογέλασε, πως γλύκαναν τα ματάκια της και πως μου γνεψε καταφατικά. «Άσπα μου; Αγάπη μου, χάρηκες; Μπορείς να το ξανακάνεις αυτό;» σχεδόν έπεσα πάνω της με λαχτάρα. Η Ασπασία έμεινε να κοιτάει κάπου έξω από το παράθυρο. Κανένα νεύμα, κανένα χαμόγελο, καμία αντίδραση. Αυτό μας έλειπε τώρα να αρχίσω κι εγώ να τρελαίνομαι και να βλέπω πράγματα που δεν υπάρχουν μπροστά μου. Δε θέλει και πολύ να σαλέψει ο ανθρώπινος νους, το ξέρω από πρώτο χέρι. Ένας τέτοιος σαλεμένος εξάλλου, μας οδήγησε εδώ που είμαστε εδώ και έναν χρόνο. Με ένα παιδί καθηλωμένο, ανήμπορο να κάνει το οτιδήποτε μόνο του και μια μάνα να μαραζώνει δίπλα του. Χαλάλι της, για μένα δε με νοιάζει. Αλλά εκείνη δεν το άξιζε αυτό...

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση