iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
ΣΤΟΠ - STOP

Μακροχρόνια Οικονομική Στασιμότητα: Μια νέα απειλή για τα κράτη;


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 φανέρωσε τα δομικά προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ΗΠΑ, με την εφαρμογή επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, εξήλθαν πρώτες απ' την κρίση, αλλά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην επίτευξη σταθερής οικονομικής ανάπτυξης.

Του Μιχάλη Διακαντώνη*

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, καθώς τα περισσότερα κράτη κινούνται στα όρια της οικονομικής στασιμότητας, ενώ η ανάπτυξη της Κίνας επίσης επιβραδύνεται.

Οι αναδυόμενες χώρες βλέπουν τις οικονομίες τους να υποφέρουν απ' τις χαμηλές τιμές της ενέργειας και κάποιες απ' αυτές φλερτάρουν με την πτώχευση. Είναι, τελικά, η παγκόσμια οικονομική στασιμότητα μια μόνιμη κατάσταση και ποιες είναι οι πιθανές ερμηνείες του φαινομένου αυτού; Μπορεί να αντιμετωπιστεί απ' το υπάρχον οικονομικό σύστημα και με ποιους τρόπους;


«Μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα» και το πρόβλημα των υψηλών αποταμιεύσεων

Ο όρος αυτός (στα αγγλικά αναφέρεται ως «secular stagnation») εμφανίστηκε αρχικά κατά τη δεκαετία του 1930, απ' τον Αμερικανό οικονομολόγο Alvin Hansen, προκειμένου να περιγράψει την επίμονη τάση μιας οικονομίας (ή ενός συνόλου οικονομιών) να παρουσιάζει μικρούς έως μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και την αδυναμία της να αξιοποιήσει πλήρως και αποδοτικά όλες τις παραγωγικές της δυνατότητες.

Η θεωρία αυτή επανήλθε στο προσκήνιο το 2013 απ' τον διεθνούς φήμης οικονομολόγο και σύμβουλο των Προέδρων Clinton και Obama, Larry Summers (ΦΩΤ.), ο οποίος ανέφερε ότι η οικονομική στασιμότητα ενδέχεται να είναι μια μόνιμη κατάσταση και όχι απλώς μια παροδική αδυναμία της παγκόσμιας οικονομίας που οφείλεται στη φάση της ύφεσης του οικονομικού κύκλου.

Ο Summers ανέφερε ότι σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει ένα υψηλό επίπεδο αποταμιεύσεων που δεν μπορούν να εντοπίσουν αρκετά επικερδείς επενδύσεις για να διοχετευθούν. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή ζήτηση, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και στον κίνδυνο του αποπληθωρισμού.


Ο ρόλος των οικονομικών πολιτικών και ο προστατευτισμός της Κίνας

O Summers -αναφερόμενος στην αμερικανική οικονομία- είπε ότι παραδοσιακά υπάρχουν δύο τρόποι για να επανέλθουν οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης. Ο πρώτος (ο «κακός») είναι δια μέσου της διατήρησης χαμηλών επιτοκίων για μια σημαντική χρονική περίοδο, γεγονός που οδηγεί σε υπερδανεισμό των ιδιωτών και καταλήγει σε «φούσκες» στον τομέα των ακινήτων και του χρηματιστηρίου.

Ο δεύτερος (ο «καλός») είναι μέσω του φθηνού δανεισμού του κράτους και της αξιοποίησης αυτών των κεφαλαίων σε δημόσιες επενδύσεις, ώστε να κινητοποιηθεί η αμερικανική αλλά και η παγκόσμια οικονομία. Ουσιαστικά, η πρόταση του Summers αποτελεί παρότρυνση προς μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις προτάσεις του Κέυνς κατά την κρίση της δεκαετίας του '30.

Ο τέως πρόεδρος της Fed, Ben Bernanke (ΦΩΤ.), επιρρίπτει την ευθύνη της παγκόσμιας στασιμότητας στην οικονομική πολιτική που εφαρμόζει η Κίνα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, λέει ο Bernanke, θα έπρεπε οι αποταμιεύσεις των αναπτυγμένων οικονομιών να διοχετεύονται για επενδύσεις προς τις αναπτυσσόμενες ή αναδυόμενες οικονομίες. Αυτό, ακολούθως, θα προκαλούσε υποτιμήσεις στα ισχυρά νομίσματα (δολάριο, γιεν, ευρώ) με συνέπεια να ενισχυθούν οι οικονομίες των χωρών αυτών μέσω της αύξησης των εξαγωγών τους. Όμως, η Κίνα, μέσω της υψηλής αποταμίευσης και του προστατευτισμού που εφαρμόζει στην κίνηση κεφαλαίων, κρατά τεχνηέντως χαμηλά την ισοτιμία του γουάν, ώστε να προωθεί τις δικές της εξαγωγές. Συνεπώς, σημαντικό μέρος της επίλυσης της παγκόσμιας στασιμότητας αποτελεί η «συμμόρφωση» των οικονομικών πολιτικών του Πεκίνου.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman (φωτ.) παρεμβαίνει στον διάλογο αυτό, προσθέτοντας ότι η Κίνα αποτελεί μέρος μόνο του συνολικού προβλήματος, καθώς η υστέρηση ζήτησης εμφανίζεται και απ' την πλευρά της Ε.Ε. Ο Krugman θεωρεί ότι όπως και η Ιαπωνία της δεκαετίας του '90 έτσι και η Ευρώπη έχει πέσει στην «παγίδα ρευστότητας», όπου πλέον η επεκτατική νομισματική πολιτική είναι αναποτελεσματική.

Αυτό που συνεπώς χρειάζεται είναι η κινητοποίηση της ζήτησης μέσω επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, μια ιδέα που μέχρις στιγμής φαίνεται να συναντά την αντίδραση της Γερμανίας και μόνο δειλά έχει αρχίσει αντιμετωπίζεται με ανεπαρκή επενδυτικά μέτρα, όπως το περίφημο «πακέτο Γιούνκερ».

Ο Ινδός οικονομολόγος Arvind Subramanian (ΦΩΤ.) τονίζει ότι για το πρόβλημα της χαμηλής ανάπτυξης δεν ευθύνονται οι υπερβολικά υψηλές αποταμιεύσεις, όπως πιστεύει ο Larry Summers, αλλά, αντιθέτως, η αιτία της υπερβολικής αποταμίευσης είναι η ίδια η υψηλή ανάπτυξη που πέτυχαν στο παρελθόν οι αναδυόμενες οικονομίες.

Αυτό κατέστει δυνατό τόσο λόγω των προστατευτικών εμπορικών πολιτικών που εφάρμοσαν κάποιες από αυτές (ιδιαίτερα η Κίνα), όσο και στο γεγονός ότι η ενεργοβόρος οικονομική ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας απέδωσε σημαντικούς χρηματικούς πόρους στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, οι οποίες διαθέτουν υψηλούς ρυθμούς αποταμίευσης.


Η επίδραση των τεχνολογικών καινοτομιών

Μια άλλη ενδιαφέρουσα προσέγγιση, προτεινόμενη από οικονομολόγους όπως ο Rober Gordon και ο Tyler Cowen αναφέρει ότι η οικονομική στασιμότητα είναι αποτέλεσμα των περιορισμένων θετικών επιδράσεων που έχουν οι τεχνολογικές καινοτομίες στην παγκόσμια ανάπτυξη. Ενώ τα δύο πρώτα «κύματα» της Βιομηχανικής Επανάστασης δημιούργησαν θεαματικές οικονομικές επιδόσεις μέσω της εισαγωγής της ατμομηχανής, των σιδηροδρόμων, του ηλεκτρισμού, των χημικών, του πετρελαίου και της μηχανής εσωτερικής καύσης, το τρίτο «κύμα» που αφορούσε κυρίως τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές δεν έχει συνεισφέρει σημαντικά στην αύξηση της παραγωγικότητας.

Όσο αιρετική και αν ακούγεται μια τέτοια άποψη, είναι γεγονός ότι η παραγωγικότητα στις ΗΠΑ φαίνεται να επιβραδύνεται μετά τη δεκαετία του 1970 (με εξαίρεση τη δεκαετία 1995 - 2005). Σε αυτό το σημείο, όμως, θα πρέπει να αναφέρουμε δύο σημαντικές ενστάσεις: Πρώτον, υπάρχουν οικονομολόγοι όπως οι Joel Mokyr, Eric Brynjolfsson και Andrew McAfee που θεωρούν ότι οι νέες τεχνολογίες έχουν συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά οι παραδοσιακές μέθοδοι μέτρησης του ΑΕΠ αδυνατούν να «συλλάβουν» αυτές τις θετικές επιδράσεις.

Δεύτερον, η επίδραση των τεχνολογικών καινοτομιών πρέπει να αξιολογείται σε βάθος χρόνου, διότι αφενός επηρεάζεται απ' το εύρος εφαρμογής τους στη διαδικασία παραγωγής και αφετέρου απ' το εύρος προσαρμοστικότητας της οικονομίας, που δείχνει τον βαθμό στον οποίο θα πρέπει να αναδιοργανωθεί μια οικονομία προκειμένου να μπορέσει να αφομοιώσει πλήρως τις νέες τεχνολογίες. Συνεπώς, η αποδοχή ή απόρριψη αυτής της άποψης μάλλον πρέπει να θεωρηθεί πρώιμη, αν δεν αξιολογηθεί σε βάθος δεκαετιών.


Φθηνή τεχνολογία και οι τιμές των επενδυτικών αγαθών

Σε σχέση με την προηγούμενη θέση, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άποψη του καθηγητή του Harvard Ricardo Hausmann (ΦΩΤ. ΑΡΙΣΤΕΡΑ), ο οποίος αναφέρει ότι οι παλαιότερες τεχνολογικές καινοτομίες είχαν πιο απτά οικονομικά οφέλη για τους δημιουργούς τους. Εάν κάποιος ήθελε να αγοράσει ένα νέο αυτοκίνητο, ένα νέο κλιματιστικό ή μία καινούργια τηλεόραση, θα έπρεπε να πληρώσει για να τα αποκτήσει.

Αντιθέτως, πολλά απ' τα προϊόντα της εποχής της πληροφορίας παρέχονται δωρεάν ή σε πολύ χαμηλή τιμή στους χρήστες τους (όπως είναι η αναζήτηση στο Google και στη Wikipedia, η ανάγνωση ενός e-book, η χρήση software, η ακρόαση τραγουδιών ή η θέαση ταινιών κινηματογράφου κλπ) με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούνται τα έσοδα για τους παραγωγούς των προϊόντων αυτών. Συνεπώς, ο Hausmann θεωρεί ότι θα πρέπει να αναζητηθούν τρόποι πληρωμής -πέραν εκείνων που προκύπτουν απ' την ίδια την αγορά- για τα προϊόντα αυτά, προκειμένου να αυξηθούν τα επενδυτικά κίνητρα για έρευνα και τεχνολογική καινοτομία.

Σε μια μακροσκοπική ανάλυση, ο γνωστός οικονομολόγος Barry Eichengreen (ΦΩΤ. ΚΑΤΩ ΔΕΞΙΑ) αναζητά τις αιτίες της μακροχρόνιας στασιμότητας σε 4 εναλλακτικές θεωρίες: στην υπερβολική αποταμίευση των αναδυόμενων οικονομιών, στη μείωση των επενδύσεων εξαιτίας της έλλειψης σημαντικών επενδυτικών ευκαιριών, στην επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και στη μείωση των σχετικών τιμών των επενδυτικών αγαθών.

Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρει φαίνεται να επιβεβαιώνουν μόνο την τελευταία άποψη. Αυτό που παρατηρείται είναι η συνεχής μείωση των τιμών των επενδυτικών αγαθών απ' το 1950 και εντεύθεν, με την εξαίρεση μιας μικρής χρονικής περιόδου κατά τη δεκαετία του 1970, εξαιτίας των πετρελαϊκών κρίσεων. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι νέες τεχνολογίες συχνά επικεντρώνονται σε αγαθά για τα οποία οι αγοραστές τους πλέον πληρώνουν λιγότερα χρήματα σε σχέση με το παρελθόν (ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι οι τιμές των υπολογιστών τη δεκαετία του 1980 σε σχέση με σήμερα).

Κλείνοντας, αξίζει να σημειώσουμε, ότι πολλές απ' τις παραπάνω ερμηνείες παρουσιάζουν ομοιότητες -αν όχι ταυτίζονται- με θεωρίες που προέρχονται απ' τη μαρξιστική όχθη ανάλυσης. Σύμφωνα με τα κύρια μαρξιστικά ρεύματα, οι αιτίες των οικονομικών κρίσεων εντοπίζονται είτε στην υποκατανάλωση, είτε στην υπερσυσσώρευση, που οδηγεί σε υπερπαραγωγή επενδυτικών και καταναλωτικών αγαθών, είτε στα πτωτικά ποσοστά κέρδους που εμφανίζουν σποραδικά οι εθνικές οικονομίες.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα θεμέλια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δοκιμάζονται έντονα στην εποχή της γρήγορης πληροφορίας και της ραγδαίας επέκτασης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Θα κατορθώσει άραγε ο καπιταλισμός μέσα απ' τις συνεχείς μεταμορφώσεις του να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας υγιούς, ισόρροπης και περιβαλλοντικά ευαίσθητης οικονομικής ανάπτυξης; Ή μήπως η εποχή μας θα σηματαδοτήσει το τέλος της υπάρχουσας παραγωγικής δομής σχέσεων, λόγω της καταστροφής υλικού και ανθρώπινου κεφαλαίου που αναπόφευκτα θα πυροδοτηθεί μέσω της μακροχρόνιας οικονομικής στασιμότητας και φτωχοποίησης του παγκόσμιου πληθυσμού;

* Ο κ. Μιχάλης Διακαντώνης είναι οικονομολόγος/διεθνολόγος.

Πηγή: liberal.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση