iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Τα "εύρηκα" που άλλαξαν σημαντικά τη ζωή μας


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Σύμφωνα με τη γνωστή ιστορία, όταν ο Αρχιμήδης ανακάλυψε τον 3ο π.Χ. αιώνα τη γνωστή αρχή της άνωσης, βγήκε γυμνός στο δρόμο φωνάζοντας «εύρηκα». Από τότε ως τα σήμερα, η λέξη αυτή έχει βρεθεί στα χείλη πολλών ανθρώπων, που κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία με εφευρέσεις που έκαναν τη ζωή μας πιο εύκολη ή πιο δύσκολη, καθώς το ένα δεν απέχει και πολύ από το άλλο.

Σε πολλές αν όχι στις περισσότερες περιπτώσεις ελάχιστοι από εμάς μπαίνουμε στον κόπο να αναρωτηθούμε για την ιστορία πραγμάτων τόσο κοινότυπων και καθημερινών, όπως το φερμουάρ, που έφερε την επανάσταση στη ραπτική και όχι μόνο, ή του πυροσβεστήρα, πόσω μάλλον του ηλεκτρικού λαμπτήρα και βεβαίως του στυλό διαρκείας, που υποβίβασε στις προθήκες των μουσείων και στα καρέ ταινιών εποχής το φτερό με το μελάνι.

Η ιστορία αυτών των μεγάλων αλλά κυρίως των μικρών εφευρέσεων είναι πραγματικά συναρπαστική και, πιστέψτε μας, θα σας κάνει να δείτε την καθημερινότητα και όσα τη συνθέτουν με εντελώς διαφορετικό βλέμμα.


1851-1917: Το ταπεινό αλλά πολύτιμο φερμουάρ

Για τους περισσότερους από εμάς, το ταπεινό φερμουάρ αποτελεί κάτι δεδομένο. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Η πρώτη εμφάνισή του στην γκαρνταρόμπα χρονολογείται στα 1851, όταν ο Αμερικανός Ελίας Χόου, εφευρέτης της ραπτομηχανής, δημιούργησε μια σειρά από πόρπες, οι οποίες κούμπωναν με πίεση προς μια κατεύθυνση και ξεκούμπωναν με τον ίδιο τρόπο, από την ανάποδη. Στα 1917 ο Σουηδός μηχανικός Γιδεόν Σάντμπακ, που εργαζόταν σε μια εταιρεία η οποία κατασκεύαζε συνδετήρες, κατάφερε να το τελειοποιήσει, λύνοντας τα χέρια αρχικά των αντρών.

Το φερμουάρ δεν ονομαζόταν βεβαίως έτσι στην αίτηση κατοχύρωσης της πατέντας, που κατατέθηκε στις 20 Μαρτίου 1917, αλλά «διαχωριστικό κούμπωμα». Το όνομα με το οποίο το γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τη γαλλική λέξη, η οποία προέρχεται από το ρήμα "κλείνω" (fermer - fermoir). Στα Αγγλικά, το όνομα της σωτήριας εφεύρεσης για το κούμπωμα των ρούχων, zipper, προέρχεται πιθανότατα από το zzzzzzzzzzz, τον ήχο δηλαδή που κάνει το φερμουάρ όταν ανοιγοκλείνει!


1888-1945: Το στυλό διαρκείας από τον Λόιντ ως τον Μπικ

Σήμερα έχουμε εξοικειωθεί τόσο με τα στυλό διαρκείας, που τα θεωρούμε μέρος της καθημερινότητάς μας. Έως ότου βεβαίως και αυτά πάρουν τη θέση τους σε κάποια προθήκη ενός μουσείου, θύματα της ψηφιακής εποχής.

Τα στυλό "γεννήθηκαν" ως ιδέα στο μυαλό του Αμερικανού Τζον Λόιντ το 1888, ο οποίος χρησιμοποίησε έναν κύλινδρο γεμάτο μελάνι, στην άκρη του οποίου τοποθέτησε μια μπίλια, ώστε να μπορεί να γράφει πάνω στο δέρμα, με την επεξεργασία του οποίου ασχολείτο. Το ενδιαφέρον είναι ότι κατάφερε να πάρει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το οποίο, ωστόσο, δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει εμπορικά.

Η σκυτάλη πέρασε στα χέρια του Ούγγρου δημοσιογράφου Λαζλό Μπιρό στα 1938, ο οποίος, ως εκδότης εφημερίδας στη Βουδαπέστη, ήθελε να κάνει τη ζωή του πιο εύκολη. Με τη χρήση πιο πυκνού μελανιού, το οποίο στέγνωνε γρήγορα, και τη θαυματουργή μπίλια έφτιαξε το πρώτο στυλό διαρκείας και το τελειοποίησε μαζί με τον αδερφό του Γκερόργκ.

Στη διάρκεια του πολέμου προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους ναζί, διέφυγαν στην Αργεντινή και έστησαν ένα εργοστάσιο κατασκευής των στυλό, το οποίο "έπεσε έξω". Η πατέντα δεν ξεχάστηκε. Αγοράστηκε στα 1945 από τον Τορινέζο βαρόνο Μαρσέλ Μπικ και απογείωσε έτσι το μικρό εργοστάσιο με είδη γραφής που διατηρούσε έξω από το Παρίσι, με το φίλο του Εντουάρ Μπουφάρ. Πώς; Μα, βελτιώνοντας την εφεύρεση του Μπιρό και αφαιρώντας το h από το επίθετό του (Βιch). Και κάπως έτσι εγένετο η φίρμα... Μπικ, διάσημη ως τις μέρες μας (Bic)!


1857: Το "ένδοξο" ταπεινό χαρτί υγείας

Το ταπεινό αλλά πολύτιμο χαρτί υγείας αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές αλλά ταυτόχρονα παραγνωρισμένες ανακαλύψεις του ανθρώπου. Όχι, βεβαίως, της σύγχρονης εποχής, καθώς θεωρείται ότι εφευρέθηκε από τους Κινέζους ήδη από τον 6ο αιώνα και αποτελούσε προνόμιο των αυτοκρατόρων της Δυναστείας των Μινγκ, η οποία κυβέρνησε την αχανή χώρα από το 1368 έως το 1644, και μάλιστα σε εξελιγμένη - για την εποχή - αρωματισμένη και μαλακή έκδοση.

Στη Δύση το ρόλο αυτό είχαν μαλλιά προβάτων και φύλλα δέντρων για τον απλό λαό, ενώ η αριστοκρατία είχε την πολυτέλεια να επιλέγει υφάσματα, κυρίως λινά, από παλιά ρούχα. Πιο πρακτικά έγιναν τα πράγματα με τη διάδοση των εφημερίδων, συνήθεια που μέχρι και πρόσφατα συναντούσε κανείς και στην κρητική ύπαιθρο.

Η αληθινή επανάσταση ήρθε όμως στα 1857, όταν ο Τζόζεφ Γκαγιέτι άρχισε να πουλάει χαρτί υγείας σε πακέτα των 500 φύλλων, με άρωμα αλόης, προς μισό δολάριο, λανσάροντάς το ως "φαρμακευτικό", δίνοντας μάχη για να καταφέρει να πείσει τον κόσμο να εγκαταλείψει το χαρτί εφημερίδας, επιλέγοντας το δικό του. Μάλιστα, ο Γκαγιέτι το περιέγραφε στις διαφημίσεις ως η «μεγαλύτερη ευλογία της εποχής».

Στα 1879 εμφανίστηκαν οι δαιμόνιοι Έντουαρντ Ίρβιν, Κλάρενς Γουντ Σκοτ και Τόμας Σέιμουρ, που ίδρυσαν την πρώτη εταιρεία παραγωγής στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, και οι οποίοι προχώρησαν στη μαζική παραγωγή των ρολών χαρτιών υγείας και έγιναν ζάμπλουτοι και φυσικά διάσημοι, έχοντας την παγκόσμια κυριαρχία στο χώρο από το 1925 με την εταιρεία "Σκοτ Πέιπερ Κόμπανι". Για την ιστορία, η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά για χαρτί υγείας στη Νέα Υόρκη έχει χρονολογία 1882. Στα 1954 εμφανίστηκε το πρώτο χρωματιστό χαρτί και στα 1964 το πρώτο αρωματισμένο.


1888: Το μικρό αλλά πολύτιμο καλαμάκι

Θα μπορούσατε να φανταστείτε ότι πίνετε την πορτοκαλάδα ή τον παγωμένο καφέ σας χωρίς καλαμάκι; Με τίποτα. Και αυτή, λοιπόν, η ταπεινή αλλά τόσο σημαντική ανακάλυψη έχει πατρότητα, καθώς αποτελεί εφεύρεση του Τσέστερ Μάρβιν Στόουν από την Ουάσινγκτον, χάρη στην οποία έγινε - φυσικά - πλούσιος. Η εφεύρεσή του πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 3 Ιανουαρίου 1888 και είχε συγκεκριμένες προδιαγραφές, τις οποίες περιέγραφε ο ίδιος ως εξής: «Το σωστό καλαμάκι πρέπει να έχει μήκος 29 εκατοστά και 59 χιλιοστά (8,5 ίντσες), και διάμετρο τόση ώστε να μπορεί κάποιος να ρουφά άνετα το τσάι του αλλά να μην κινδυνεύει να καταπιεί το κουκούτσι λεμονιού που πιθανότατα έχει πέσει στο ποτήρι»!

Πριν από το καλαμάκι του Στόουν, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα κοτσάνια από τα άχυρα, ιδέα την οποία αναφέρεται ότι πρώτοι είχαν οι Σουμέριοι. Όμως το ποτό έπαιρνε τη γεύση του δημητριακού και αυτό αποτελούσε ένα βασικό μειονέκτημα. Φυσικά στην αρχή δεν ήταν πλαστικό, αλλά χάρτινο, αλειμμένο με παραφίνη. Το χαρτί ήταν τσιγαρόχαρτο, βασικό προϊόν που παρήγαγε η βιομηχανία του Στόουν, και η επιτυχία της ανακάλυψης ήταν τέτοια που από το 1890 το εργοστάσιό του παρήγε και πουλούσε περισσότερα καλαμάκια από τσιγαρόχαρτο.

Στα 1906, η παραγωγή ξεκίνησε να γίνεται με αυτόματα μηχανήματα και πλέον η εταιρεία αποκαλούνταν "Στόουν - Καλαμάκια". Ο Τσέστερ Μάρβιν Στόουν πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, στα 1898. Για την ιστορία, το χάρτινο καλαμάκι επιβίωσε ως τη δεκαετία του '60, οπότε άρχισε να αντικαθίσταται από το νέο υλικό, το ανθεκτικό πλαστικό, με το επόμενο βήμα στην... εξέλιξη τα χρωματιστά και σπαστά καλαμάκια.


1853: Μανταλάκι: Η σωτηρία της... μπουγάδας

Σκεφτείτε τώρα να κάνετε μπουγάδα και να μην έχετε μανταλάκια να απλώσετε τα ρούχα. Τραγικό; Φυσικά... Αυτό που θεωρούμε σήμερα ως αυτονόητο δεν ήταν πάντα έτσι και στην περίπτωση της σωτήριας για τις νοικοκυρές (και τους εργένηδες) εφεύρεση, την πατρότητα της οποίας, με τη βούλα της ευρεσιτεχνίας, έχει ο Ντέιβιντ Μ. Σμιθ από το Σπρίνγκφιλντ του Βέρμοντ των ΗΠΑ.

Η ανακάλυψή του στα 1853 ήταν απλή στη σύλληψή της. Δύο κομμάτια ξύλου ενωμένα στη μέση από μια μεταλλική σούστα. Όπως τα σημερινά. Φυσικά δεν ήταν το μόνο μανταλάκι της ιστορίας, καθώς τουλάχιστον στις ΗΠΑ καταγράφονται 146 διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα οποία είχε εκδώσει από το 1852 έως το 1887 το αρμόδιο γραφείο της χώρας. Κανένα από εκείνα όμως δεν έμοιαζε με αυτό του Σμιθ, καθώς είχαν πολλές ατέλειες και κυρίως προκαλούσαν φθορές στα ρούχα.

Στα 1887 ο Σόλον Μουρ, επίσης από το Βερμόντ, τελειοποίησε την εφεύρεση με τη χρήση της σπείρας από σύρμα, που ήταν περασμένη στα σκαλισμένα αυλάκια στο κέντρο των δύο κομματιών του ξύλου, ενώ την τελική πινελιά έβαλε η ανακάλυψη του πλαστικού, που παραγκώνισε το ξύλινο μανταλάκι.

Ενδιαφέρον, για την ιστορία, έχει η απάντηση που έδωσε ο Σμιθ όταν ρωτήθηκε για το πώς σκέφτηκε την ιδέα: «Φυσάει πολύ, εκεί που απλώνει τα ρούχα μας η γυναίκα μου. Ο αέρας τα παίρνει και τα σηκώνει. Κάτι έπρεπε να γίνει με τα μανταλάκια». Όπερ και... εγένετο!


1901: Το ξυραφάκι του Ζιλέτ!

Μπορεί το μούσι να είναι ξανά της μόδας και οι ηλεκτρικές συσκευές να έχουν κυριαρχήσει και στην περιποίηση της αντρικής γενειάδας και του μουστακιού, όμως, το ξυραφάκι παραμένει σύμβολο της αντρικής υγιεινής. Τη σύγχρονη μορφή του την οφείλει σε έναν πλασιέ, τον Κινγκ Κάμπελ Ζιλέτ, ο οποίος, όταν η οικογένειά του έχασε την περιουσία της στη μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγο το 1871, άρχισε να αναζητά ήδη από τα 16 του χρόνια τρόπους βιοπορισμού.

Τριάντα ολόκληρα χρόνια αναζητούσε τη λύση για το πώς θα έκανε το ξύρισμα των αντρών απλή υπόθεση, ώστε να κερδίζουν χρόνο, αφού δε θα χρειαζόταν να τροχίζουν κάθε τρεις και λίγο τα ξυράφια. Και το 1901 τα κατάφερε. Η εφεύρεσή του με την αποσπώμενη λαβή και τις ανταλλακτικές λεπίδες έκανε τη ζωή πιο εύκολη στους βιαστικούς, και η εταιρεία που ίδρυσε με το όνομα Gillette Safety Razor Company έγινε παγκοσμίως γνωστή. Ρόλο που διατηρεί ως τα σήμερα.

Η φήμη του απογειώθηκε κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο αμερικανικός στρατός παρήγγειλε στον Ζιλέτ από μια λαβή και ένα πακέτο ξυραφάκια για τον κάθε στρατιώτη. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, η εταιρεία προμήθευσε το στρατό των ΗΠΑ με 3,5 εκατομμύρια ξυράφια και 36 εκατομμύρια λεπίδες, κάνοντας τον Ζιλέτ πάμπλουτο και την εταιρεία του νούμερο 1 στα ξυριστικά είδη παγκοσμίως.


1780: Η ανακάλυψη της οδοντόβουρτσας

Δεν έχουμε μόνο εμείς θέμα με τα δόντια μας, αλλά η ανθρωπότητα γενικά, από τα βάθη των αιώνων. Και η επινοητικότητα για τον καθαρισμό των δοντιών απέκτησε διάφορες μορφές. Από κλαδιά δέντρου μέχρι κόκκαλα ή αγκάθια ή στελέχη φυτών.

Τα αποκαλούμενα από τους αρχαιολόγους «ραβδιά μασήματος». Ως οδοντόκρεμα χρησιμοποιούνταν ποικίλα συστατικά. Ήδη από το 5.000 π.Χ. σκόνη από οστά ή ελαφρόπετρα ή τσόφλια αβγών, ενώ οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες αναφέρεται ότι χρησιμοποιούσαν μπαχαρικά ως αντίδοτο στην κακοσμία του στόματος.

Ως οδοντόβουρτσα, με τη σημερινή μορφή της, η εφεύρεση εμφανίστηκε στα 1780 από το Βρετανό επιχειρηματία Ουίλιαμ Άντις και μάλιστα με ένα περίεργο γύρισμα της τύχης. Ο Άντις βρισκόταν στη φυλακή καταδικασμένος για συμμετοχή σε ταραχές και θέλοντας να βελτιώσει τον τρόπο καθαρισμού των δοντιών του, πήρε ένα κόκκαλο, του άνοιξε τρύπες και αφού προμηθεύτηκε από το δεσμοφύλακα τρίχες, τις τοποθέτησε, και έτσι αναφώνησε το δικό του «εύρηκα».

Σημειωτέον ότι σαν οδοντόκρεμα χρησιμοποιούσε αιθάλη και αλάτι. Όταν αποφυλακίστηκε, ξεκίνησε μαζική παραγωγή της εφεύρεσής του. Πέθανε στα 1808, πάμπλουτος. Μέχρι τα 1840 οι οδοντόβουρτσες είχαν κατακτήσει τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, και είχαν "ανοίξει πανιά" για όλο τον κόσμο. Όσο για την οδοντόκρεμα, αυτή απέκτησε γλυκερίνη στις αρχές του 19ου αιώνα για πιο ευχάριστη γεύση, ενώ μαζικά η παραγωγή της ξεκίνησε από την εταιρεία Colgate το 1873, και μάλιστα σε βάζα. Στα 1914 έκανε την εμφάνιση του το φθόριο ως βασικό συστατικό, ενώ στη μορφή σωληνάριου βγήκε στην αγορά από τον οδοντίατρο Ουάσιγκτον Σέφιλντ στα 1892.


1930: Και εγένετο... σελοτέιπ

Η αυτοκόλλητη ταινία που αποτελεί μια απλή καθημερινή αναγκαιότητα στα γραφεία όλων μας έχει ως "πατέρα" τον Αμερικανό Ρίτσαρντ Γκάρλεϊ Ντριού. Εργαζόμενος τότε σε μια μικρή εταιρεία της Μινεσότα, η οποία παρήγαγε γυαλόχαρτο, ο Ντριού βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σοβαρό πρόβλημα. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε να μην μπλέκονται οι δύο διαφορετικές μπογιές, που ήταν της μόδας τότε για τα αυτοκίνητα. Η ιδέα του ήταν να χρησιμοποιήσει μια αδιάβροχη αυτοκόλλητη ταινία, η οποία μετεξελίχθηκε στη διάσημη "Skotch". Η ταινία μετεξελίχθηκε και τη δεκαετία του '30, απέκτησε τη σημερινή μορφή του σελοτέιπ, που έγινε αμέσως εξαιρετικά δημοφιλής, αφού χάρη σε αυτήν οι καταναλωτές μπορούσαν να επιδιορθώνουν, αντί να πετούν, πολλά αντικείμενα.

Ρεπορτάζ: Σταύρος Μουντουφάρης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση