iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017
Γρηγόρης Λαμπράκης

Σαν σήμερα δολοφονήθηκε ο Γρηγόρης Λαμπράκης


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η άνοιξη του 1963 αποτελεί μία από τις πλέον μεστές γεγονότων περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ύστερα από μήνες σφοδρότατων συγκρούσεων μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στο πλαίσιο του Ανένδοτου Αγώνα, πλέον και οι σχέσεις ανάμεσα στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τα Ανάκτορα έβαιναν ολοένα οξυνόμενες.

του κ. Χρήστου Χρηστίδη, διδάσκοντα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Πέρα, όμως, από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, έντονος αναβρασμός επικρατούσε και σε επίπεδο κοινωνίας. Τον Απρίλιο του 1963, στο επίκεντρο της επικαιρότητας βρέθηκαν δύο ζητήματα: η οργάνωση της πρώτης Μαραθώνιας Πορείας Ειρήνης και οι διαδηλώσεις γύρω από το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων, με αποκορύφωμα τα επεισόδια σε βάρος της βασίλισσας Φρειδερίκης από διαδηλωτές στο Λονδίνο.

Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι, από τις εν λόγω πρωτοβουλίες, είχε εξαρχής λάβει αποστάσεις η Ένωση Κέντρου, υπό τον φόβο του στίγματος της «συνοδοιπορίας», της ταύτισής της δηλαδή με την Αριστερά. Αλλώστε, τα αιτήματα της Αριστεράς, που αποτελούσαν κινητήρια δύναμη για τις δράσεις αυτές -αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, κατάργηση των έκτακτων μέτρων και ανάπτυξη του κινήματος της ειρήνης-, απείχαν τόσο από τη ρητορική όσο και από την ιδεολογική πλατφόρμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, ιδίως δε του αρχηγού της Γεωργίου Παπανδρέου.


Η «Μαραθώνια Πορεία» και το διεθνές κλίμα

Η «Μαραθώνια Πορεία», που είχε προγραμματισθεί για τις 21 Απριλίου 1963, αντιμετώπισε εξαρχής την καθολική αντίδραση της κυβέρνησης, η οποία τελικά την απαγόρευσε υπό τον φόβο επεισοδίων. Η διεθνής διάσταση του κινήματος προβλημάτιζε την κυβέρνηση, που εκτιμούσε ότι μια πιθανή διασάλευση της τάξης από την Αριστερά θα είχε εξαιρετικά αρνητικό αντίκτυπο για τη χώρα στο εξωτερικό.

Τελικά, την ημέρα της πορείας οι δυνάμεις της αστυνομίας απέκλεισαν σχεδόν το σύνολο της διαδρομής, ενώ περίπου χίλια άτομα συνελήφθησαν. Μόνη εξαίρεση, ο συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ βουλευτής, Γρηγόρης Λαμπράκης, που κατάφερε, λόγω της βουλευτικής του ασυλίας, να φθάσει στον χώρο του Τύμβου και από εκεί να ξεκινήσει μία πορεία -πλήρη συμβολισμών- προς την Αθήνα. Παρά την παρεμπόδισή του, τελικά, από τις δυνάμεις ασφαλείας, το μήνυμά του είχε καταφέρει να ακουστεί.

Εν τω μεταξύ, οι διεθνείς αντιδράσεις για το παρατεινόμενο καθεστώς των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα γίνονταν όλο και εντονότερες. Η ανάληψη πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση της ενημέρωσης της κοινής γνώμης και της άσκησης πίεσης προς την ελληνική κυβέρνηση είχε μεγάλη απήχηση στη Δυτική Ευρώπη -κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία- φορτίζοντας περαιτέρω το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα. Μάλιστα, περισσότεροι από εκατό βουλευτές του βρετανικού Εργατικού Κόμματος είχαν υπογράψει αίτημα προς την ελληνική κυβέρνηση ζητώντας την άμεση παροχή αμνηστίας στους τελευταίους πολιτικούς κρατουμένους που παρέμεναν στις ελληνικές φυλακές από την εποχή του Εμφυλίου.

Συνεπώς, τα γεγονότα του Απριλίου έφεραν εκ νέου στην επικαιρότητα ζητήματα πολιτικών ελευθεριών και ατομικών δικαιωμάτων που απασχολούσαν ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο έδειχνε πλέον να ριζοσπαστικοποιείται εκφράζοντας αντιλήψεις σαφώς πιο προωθημένες από την πλειοψηφία των εκπροσώπων του στη Βουλή. Αρκούσε λοιπόν η επιχειρηματολογία του Ανένδοτου Αγώνα της Ένωσης Κέντρου για να εκφράσει αυτή τη δυναμική ή οι δυναμικές παρεμβάσεις της Αριστεράς είχαν πλέον αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο; Η απάντηση δεν μπόρεσε να δοθεί υπό ομαλές συνθήκες. Τις ισορροπίες ανέτρεψε με τρόπο σαρωτικό ένα οδυνηρό γεγονός, το οποίο στιγμάτισε την πολιτική ζωή της χώρας και καθόρισε την πορεία των εξελίξεων για τα επόμενα χρόνια: η δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη.


Θανάσιμος τραυματισμός από παρακρατικούς

22 Μαΐου 1963. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης φθάνει στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να μιλήσει σε εκδήλωση της Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και την Ειρήνη. Έξω από τα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος έχουν συγκεντρωθεί «αντιφρονούντες» πολίτες, που στρέφονται με ύβρεις και χαρακτηρισμούς κατά των οργανωτών και των ομιλητών της εκδήλωσης. Η κατάσταση οξύνεται μόλις οι συγκεντρωμένοι αναγνωρίζουν τον Λαμπράκη. Εν μέσω αποδοκιμασιών ο βουλευτής Πειραιά δέχεται χτύπημα στο κεφάλι ενώ εισέρχεται στο κτίριο.

Παρά την ισχυρή της παρουσία, η αστυνομία παρέμενε απαθής. Από τα μεγάφωνα του κτιρίου ακούγεται η αγωνιώδης έκκλησή του «Προσοχή, προσοχή. Εδώ βουλευτής Λαμπράκης. Σαν εκπρόσωπος του έθνους και του λαού καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιον δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Βορείου Ελλάδος, τον νομάρχην, τον εισαγγελέα, τον στρατηγό της χωροφυλακής Μήτσου, τον διευθυντή της αστυνομίας και τον διοικητή Ασφαλείας Θεσσαλονίκης να προστατεύσουν την συγκέντρωσιν και την ζωήν μου».

Την ίδια ώρα, στην προσπάθειά του να εισέλθει στην αίθουσα, τραυματίζεται από παρακρατικούς και ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς. Ήταν πλέον σαφές ότι η κατάσταση έβαινε ανεξέλεγκτη. Μετά το τέλος της ομιλίας του, ο Λαμπράκης δέχεται τις διαβεβαιώσεις της αστυνομίας ότι ο χώρος έξω από το κτίριο είχε εκκαθαριστεί από τους συγκεντρωμένους. Στην πραγματικότητα, τόσο όσοι μετείχαν στην αντισυγκέντρωση όσο και οι δυνάμεις της χωροφυλακής παρέμεναν στη θέση τους.

Στην προσπάθειά του να περάσει απέναντι, όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο που επρόκειτο να καταλύσει, ο Λαμπράκης θα χτυπηθεί από ένα τρίκυκλο όχημα που οδηγούσε ο Σπύρος Γκοτζαμάνης με συνεπιβάτη τον Μανώλη Εμμανουηλίδη, δύο πρόσωπα που σχετίζονταν άμεσα με παρακρατικές οργανώσεις που λυμαίνονταν την πόλη. Δρώντας βάσει οργανωμένου σχεδίου, υπό την καθοδήγηση του Ξενοφώντα Γιοσμά, οι δύο άνδρες τραυμάτισαν θανάσιμα τον Γρηγόρη Λαμπράκη και επιχείρησαν να διαφύγουν.

Η καταλυτική παρέμβαση περαστικών πολιτών οδήγησε στη σύλληψη των δραστών, παρά τη χαρακτηριστική απάθεια των οργάνων της τάξης. Τα γεγονότα της 22ας Μαΐου συγκλόνισαν την κοινή γνώμη και αποτέλεσαν την απαρχή σειράς αποκαλύψεων για τη δράση ακροδεξιών παρακρατικών οργανώσεων και τις σχέσεις των μελών τους με στελέχη της χωροφυλακής. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης εξέπνευσε στις 27 Μαΐου 1963. Ο θάνατός του θα λειτουργούσε ως θρυαλλίδα στο ήδη πολωμένο πολιτικό σκηνικό, συντελώντας καταλυτικά στην επιτάχυνση των καταιγιστικών εξελίξεων των επόμενων μηνών.


Η αβεβαιότητα της επόμενης μέρας

Ποιος ήταν όμως ο στόχος των δραστών; Είναι προφανές ότι τέτοιες εικασίες, εκτός από παρακινδυνευμένες, δύσκολα μπορούν να είναι ακριβείς. Παρά ταύτα, είναι σαφές ότι η κατάσταση ήταν εν πολλοίς εκτός ελέγχου. Τόσο η ανακριτική διαδικασία υπό τον δικαστικό Χρήστο Σαρτζετάκη όσο και η δημοσιογραφική έρευνα, που ακολούθησαν, ανέδειξαν το εύρος της εμπλοκής παρακρατικών ομάδων στη ζωή της πόλης, τις υπόγειες σχέσεις τους με τις δυνάμεις ασφαλείας, αλλά, το κυριότερο, το μέγεθος και την ισχύ της πυγμής τους έναντι του κοινοβουλευτισμού και της Δημοκρατίας.

Οι οργανώσεις αυτές, ενισχυόμενες και αυτονομούμενες, θεωρούσαν ότι μπορούσαν να υποκαταστήσουν το κράτος εκεί που έκριναν ότι απειλούνταν τα συμφέροντά τους, και η περίπτωση του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν για αυτούς απλά η απόδειξη. Σε μια ανάλυση μεστή συμπερασμάτων και ενδεικτική της ανησυχίας του πνευματικού κόσμου έναντι των εξελίξεων, ο Ευάγγελος Παπανούτσος υποστήριζε λίγες εβδομάδες αργότερα: «Τα εγκλήματα η Δημοκρατία δεν τα χρειάζεται, ούτε καταδέχεται να επικουρήται από κοινούς εγκληματίες. Όταν φτάνη ώς εκεί, από χαλαρή ηθική συνείδηση ή από απερισκεψία των ταγών της, τότε -απλούστατα- αναιρεί τον εαυτό της. Δηλαδή πράττει εναντίον της αυτό που επιδιώκουν οι εχθροί της: κατεξευτελίζεται και καταρρέει. (…) Οι εγκάθετοι της Θεσσαλονίκης, και όσοι ώπλισαν τα άνομα χέρια τους, σκότωσαν μαζί με τον ατυχή νέο την εμπιστοσύνη μας προς την Ελληνική Δημοκρατία. Προς την ανθρωπιά και την πολιτική ωριμότητα της χώρας μας».

Αυτό, συνεπώς, που γινόταν όλο και περισσότερο σαφές ήταν ότι τα όρια αντοχής του πολιτικού συστήματος εξαντλούνταν. Οι εκατέρωθεν απειλές και καταγγελίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη ανασφάλεια της κοινής γνώμης έναντι των πιθανών συνεπειών μιας περαιτέρω εκτράχυνσης της κατάστασης.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες, όμως, έδειξαν και πάλι να υπερισχύουν: οι προσωπικές επιθέσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που έδειχναν πλέον πρόθυμα να δεχθούν ακόμη και άνωθεν επεμβάσεις προκειμένου να επιτευχθούν οι άμεσες πολιτικές τους στοχεύσεις, η ενδοκυβερνητική αμφισβήτηση του πρωθυπουργού από στελέχη της ΕΡΕ και, το κυριότερο, η ανοικτή πλέον σύγκρουση Καραμανλή - Στέμματος θα οδηγήσουν στην πρόωρη παραίτηση της κυβέρνησης.

Στο διάστημα που ακολούθησε, η πόλωση και οι κομματικές συγκρούσεις παγίδευσαν τη Δημοκρατία, την ώρα που οι εχθροί της έδειχναν να επιχαίρουν, οργανώνοντας τις κινήσεις τους και αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να δράσουν.

του κ. Χρήστου Χρηστίδη, διδάσκοντα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Πηγή: kathimerini.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση