iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017
Κακογιάννης

Αφιέρωμα στον Μιχάλη Κακογιάννη στο Φεστιβάλ των Καννών


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η συνάντηση του ταλέντου, της τέχνης και της προσφοράς στο πρόσωπο ενός διεθνούς φήμης Έλληνα.

γράφει ο Στέλιος Ζερβός

Είναι ο άνθρωπος που, αν ψάξει κάποιος το όνομά του σε λεξικά, θα βρει τους χαρακτηρισμούς κορυφαίος, δημοφιλέστερος και γνωστότερος σκηνοθέτης, λαμπρός πρεσβευτής της ελληνικής 7ης Τέχνης στον παγκόσμιο κινηματογράφο, καθώς είναι ο πρώτος που οδήγησε τον ελληνικό κινηματογράφο σε διεθνούς φήμης φεστιβάλ. Πρωτοπόρος του μεταπολεμικού ελληνικού σινεμά και στη συνέχεια σκηνοθέτης διεθνών επιτυχιών, ο πατέρας της "Στέλλας" και του "Ζορμπά" αρνήθηκε το Χόλιγουντ για τον κινηματογράφο και το θέατρο της ποιότητας.

Είναι ο πιο πολυβραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης, που οι ταινίες του διαγωνίστηκαν στα σημαντικότερα φεστιβάλ και απέσπασαν πολλά βραβεία και διακρίσεις. Είναι ο άνθρωπος που συνεργάστηκε με καταξιωμένους Έλληνες και ξένους ηθοποιούς, που ανέδειξε πρώτος την Έλλη Λαμπέτη, την Ειρήνη Παππά και τη Μελίνα Μερκούρη, αλλά ταυτόχρονα αρνήθηκε να συνεργαστεί με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τη Σοφία Λόρεν, γιατί απλά δεν του άρεσαν. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που μετέφερε την ελληνική αρχαία τραγωδία στον κινηματογράφο και ας είχε ελάχιστα τεχνικά μέσα. Ο Μιχάλης Κακογιάννης είναι ένας κήπος με μνήμες, που ευτυχώς μας αφορούν ακόμα και σήμερα όλους.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης, γιος της Αγγελικής και του Παναγιώτη Κακογιάννη, γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου στις 11 Ιουνίου του 1921. Σπούδασε Νομική, Δραματικές Τέχνες και Σκηνοθεσία στο Λονδίνο.

Όσον αφορά στην καριέρα του στο χώρο του θεάματος, αρχικά ξεκίνησε ως ηθοποιός στο Θέατρο της Αγγλίας, αλλά τελικά τον κέρδισε η σκηνοθεσία.

Το 1953 ο Δημήτρης Χορν και η Έλλη Λαμπέτη, που ήταν φανατικοί θαυμαστές και φίλοι του, τον έφεραν στην Ελλάδα και έκαναν μαζί του το 1954 την πρώτη ταινία, το "Κυριακάτικο ξύπνημα", σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Αυτή η ταινία αποτέλεσε και το εφαλτήριο για τη διεθνή του καριέρα.

Την παρουσίασε στις Κάννες, αλλά βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Το 1955 σκηνοθέτησε την ταινία "Στέλλα" και τον πρωταγωνιστικό ρόλο αυτή τη φορά τον είχε η Μελίνα Μερκούρη. Στη συγκεκριμένη ταινία όμως ο Κακογιάννης είχε και άλλο ρόλο, αυτόν του στιχουργού, καθώς έγραψε τους στίχους από δύο πολύ γνωστά τραγούδια: "Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι" και "Εφτά τραγούδια θα σου πω", σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη.

Η "Στέλλα" παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών και πήρε βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερης ξένης ταινίας από την επιτροπή ανταποκριτών ξένου Τύπου στο Hollywood το 1955. Το πιο σημαντικό βραβείο όμως είναι ότι η ατάκα του Γ. Φούντα στη Μ. Μερκούρη «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι» έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη όλων των Ελλήνων και περνάει από γενιά σε γενιά.

Η επόμενη ταινία του ήταν "Το κορίτσι με τα μαύρα" το 1956, με πρωταγωνίστρια και πάλι την αγαπημένη του συνεργάτιδα Έλλη Λαμπέτη.

Η ταινία γυρίστηκε στην Ύδρα με πολύ λίγα χρήματα και μόνο μία κάμερα, ωστόσο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 1956 και πήρε βραβείο Χρυσής Σφαίρας καλύτερης ξένης ταινίας από την επιτροπή ανταποκριτών ξένου Τύπου στο Hollywood, ασημένιο βραβείο στο Φεστιβάλ της Μόσχας το 1958, καθώς ήταν υποψήφια για το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.

"Το τελευταίο ψέμα" είναι ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα κινηματογραφικά έργα του, όμως είναι η τέταρτη ταινία με την οποία ο Μιχάλης Κακογιάννης έφτασε στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, έχοντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο και πάλι την Έλλη Λαμπέτη, κάνοντας τους κριτικούς να μνημονεύουν το όνομά της δίπλα σ' αυτό της Γκρέτα Γκάρμπο.

Και αυτή η ταινία προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα για το Χρυσό Φοίνικα, δίχως να καταφέρει να αποσπάσει την πολυπόθητη διάκριση. Ήταν υποψήφια επίσης στην κατηγορία "καλύτερη ξένη ηθοποιός" στα βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας. Η ταινία ακόμη συμμετείχε στα Φεστιβάλ Εδιμβούργου, Μελβούρνης και Σαν Φρανσίσκο.

Τις επόμενες χρονιές ακολούθησαν και άλλες ταινίες, που συμμετείχαν σε πολύ γνωστά κινηματογραφικά φεστιβάλ, ώσπου το 1964 σκηνοθετεί τον "Αλέξη Ζορμπά". Στην ταινία πρωταγωνιστούσε ο Άντονι Κουίν, αλλά μαζί του ήταν και Έλληνες ηθοποιοί, όπως η Ειρήνη Παππά και ο Σωτήρης Μουστάκας. Τη μουσική έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης και έγινε παγκοσμίως γνωστή ως «Συρτάκι».

Η ταινία είχε 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ, όπου απέσπασε 3 βραβεία, με σημαντικότερο το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λίλας Κέντροβα στο ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς, είχε 5 υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα και πήρε Βραβείο Διεθνούς Κριτικής.

Σταθμός στην καριέρα του όμως αποτέλεσε και η μεταφορά των τριών αρχαίων τραγωδιών του Ευριπίδη "Ηλέκτρα", "Τρωάδες" και "Ιφιγένεια" στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Ο Κακογιάννης ήταν ευριπιδικός, λάτρευε τον τραγικό ποιητή και τα έργα του. Θεωρούσε πως δεν υπήρχε ανθρώπινο συναίσθημα που να λείπει από τον Ευριπίδη. Η "Ηλέκτρα" ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας και συνολικά απέσπασε 25 διεθνείς διακρίσεις.

Πρωταγωνίστρια ήταν η Ειρήνη Παππά, η οποία εμπιστευόταν τόσο πολύ τον Κακογιάννη, που τον άφησε να την κουρέψει ο ίδιος για τις ανάγκες της ταινίας. Οι "Τρωάδες" πήραν το βραβείο του Διεθνούς Οργανισμού της Ειρήνης, και ο ίδιος ο σκηνοθέτης τη χαρακτήρισε ως την πιο αντιπολεμική κραυγή.

Η "Ιφιγένεια" ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής και απέσπασε 3 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Μιχάλης Κακογιάννης αυτό που κατάφερε να κάνει με την τριλογία του ήταν να εκλαϊκεύσει και να εκσυγχρονίσει τον τραγικό ποιητή και τα έργα του. Επιπλέον, μετέφερε τη δράση στην ανοιχτή φύση. Ο κινηματογραφικός φακός απαλλάχτηκε από τα σκηνικά, αφού σκηνικό αποτέλεσαν οι αγροί, τα ερείπια, οι καιρικές συνθήκες - αέρας, σύννεφα, ήλιος.

Σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας, ο Κακογιάννης δεν είχε έρθει στην Ελλάδα. Άλλωστε, ήταν από τους πρώτους που την 21η Απριλίου του 1967 έκανε δηλώσεις στα γαλλικά ραδιόφωνα, αλλά και από εκείνους που συνεργάστηκαν ειδικά με τη Μελίνα στον αντιχουντικό αγώνα.

«Έζησα καλή ζωή, ασχέτως αν ποτέ δεν έκανα οικογένεια. Αγάπησα πλάσματα, που με μεγαλύτερη παραφορά αγάπησαν εμένα, έσπασα συχνά τις ερωτικές συμβάσεις, που η τρέχουσα ηθική επέβαλλε. Αγάπησα πολύ περισσότερο, ωστόσο, τη δουλειά μου», έλεγε.

Εκτός όμως από τη σκηνοθεσία στον κινηματογράφο, ο Κακογιάννης έχει επίσης σκηνοθετήσει πολλές θεατρικές παραστάσεις και παραστάσεις σε όπερα στην Ελλάδα, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης προσέφερε και με άλλο τρόπο στον πολιτισμό της Ελλάδας. Έργο του είναι και ο νυχτερινός φωτισμός των μνημείων της Ακροπόλεως, τον οποίο εκείνος πρώτος οραματίστηκε, και για την επίτευξη του οποίου ίδρυσε το σύλλογο "Οι Φίλοι της Αθήνας", μιας και όχι μόνο τον οραματίστηκε, αλλά και ανέλαβε τη χρηματοδότηση όλων των μελετών.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αφιέρωσε όλη την ενεργητικότητά του αλλά και την περιουσία του στη δημιουργία του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης", που έχει ως σκοπό τη μελέτη, υποστήριξη και διάδοση των τεχνών του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Το φθινόπωρο του 2009 ξεκίνησε η λειτουργία του Πολιτιστικού Κέντρου του Ιδρύματος, που βρίσκεται στην οδό Πειραιώς 206, στον Ταύρο. Πέθανε στις 25 Ιουλίου του 2011.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση